Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική επιχειρηματολογία γίνεται τόσο προβλέψιμη, ώστε πριν φτάσεις στη δεύτερη παράγραφο γνωρίζεις ήδη το συμπέρασμα.
Αν το πει κυβερνητικός: σοβαρότητα.
Αν το πει αντίπαλος: παραλήρημα.
Αν κάνει πρόβλεψη η Νέα Δημοκρατία: πολιτική εκτίμηση.
Αν κάνει πρόβλεψη η Καρυστιανού: αλαζονεία.
Αν κυβερνητικό στέλεχος κάνει μια υπερβολική δήλωση: «μια άτυχη στιγμή».
Αν την κάνει κάποιος απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη: απόδειξη ότι είναι επικίνδυνος για τη χώρα.
Καλώς ήρθατε στην υπέροχη χώρα του κομματικού τρολ, όπου η πραγματικότητα δεν εξετάζεται. Ταξινομείται.
Αυτοδυναμία; Συγγνώμη, απαγορεύεται να έχεις πολιτικό στόχο;
Το πρώτο μεγάλο «εύρημα» είναι ότι η Μαρία Καρυστιανού δήλωσε πως θεωρεί πιθανή την αυτοδυναμία.
Και;
Από πότε η δήλωση ενός πολιτικού αρχηγού ότι επιδιώκει ή πιστεύει πως μπορεί να πετύχει αυτοδυναμία αποτελεί τεκμήριο αλαζονείας;
Προφανώς, με τα σημερινά δεδομένα, η αυτοδυναμία ενός μικρού ή νεοσύστατου πολιτικού σχηματισμού απέχει πολύ από την εκλογική πραγματικότητα.
Αυτό μπορείς να το χαρακτηρίσεις υπεραισιόδοξη πολιτική εκτίμηση.
Μπορείς να πεις ότι δεν συμβαδίζει με τις σημερινές δημοσκοπήσεις.
Μπορείς ακόμη και να τη σατιρίσεις.
Αλλά το άλμα από το «πιστεύω ότι μπορώ να πετύχω αυτοδυναμία» στο «να η πραγματική αλαζονεία» είναι λίγο βολικό.
Διότι αν αυτό είναι το νέο επιστημονικό κριτήριο μέτρησης της πολιτικής αλαζονείας, θα χρειαστούμε τεράστιο αρχείο με δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών των τελευταίων ετών.
Και μάλλον το τρολ δεν θα ενθουσιαστεί ιδιαίτερα με τα αποτελέσματα.
Οι δημοσκοπήσεις ξαφνικά έγιναν Ευαγγέλιο
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο διασκεδαστικό.
Οι δημοσκοπήσεις παρουσιάζονται εδώ περίπου ως τελεσίδικη απόφαση της Ιστορίας.
«Σε δείχνουν στο 4%, πώς μιλάς για αυτοδυναμία;»
Πολύ ωραία.
Άρα συμφωνούμε ότι οι δημοσκοπήσεις είναι φωτογραφία της στιγμής και πρέπει να τις παίρνουμε σοβαρά.
Να υποθέσουμε τότε ότι κάθε φορά που μια δημοσκόπηση δείχνει φθορά της κυβέρνησης, δυσαρέσκεια των πολιτών ή χαμηλές επιδόσεις σε κρίσιμους τομείς, θα αντιμετωπίζεται με την ίδια ευλάβεια;
Ή τότε θα ξαναγίνονται «μια φωτογραφία της στιγμής»;
Για να ξέρουμε.
Διότι υπάρχει ένα περίεργο φαινόμενο στον κομματικό φανατισμό:
η δημοσκόπηση είναι αξιόπιστη ακριβώς μέχρι το σημείο που συμφωνεί μαζί μας.
Μετά αρχίζουν οι υποσημειώσεις.
Βιοσυντονισμός: εδώ υπάρχει σοβαρό ερώτημα – αλλά όχι αυτό που νομίζει το τρολ
Πάμε τώρα στο σοβαρότερο ζήτημα.
Η χρήση ή η παρουσία συσκευής βιοσυντονισμού σε ιατρείο ασφαλώς δικαιολογεί δημοσιογραφικές και επιστημονικές ερωτήσεις.
Και η απάντηση «δεν απαγορεύεται από τον νόμο» δεν αποδεικνύει επιστημονική αποτελεσματικότητα.
Μέχρι εδώ, σωστά.
Μόνο που από εδώ και πέρα το τρολ αρχίζει να κάνει αυτό ακριβώς που καταγγέλλει στους άλλους: μετατρέπει ερωτήματα σε συμπεράσματα.
Άλλο να ρωτήσεις:
«Ποια είναι η επιστημονική τεκμηρίωση της συγκεκριμένης μεθόδου;»
και άλλο να έχεις ήδη εκδώσει πόρισμα για το τι ακριβώς έκανε η γιατρός, σε ποιους το έκανε, με ποια ένδειξη και με ποιο αποτέλεσμα.
Αν υπάρχουν στοιχεία, παρουσιάζονται.
Αν δεν υπάρχουν, δεν τα συμπληρώνουμε μόνοι μας επειδή το πολιτικό πρόσωπο δεν μας αρέσει.
Απλό.
Ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι.
Και κάπου εμφανίζεται η… δημοσιογράφος
Το τρολ όμως δεν αρκείται στην Καρυστιανού.
Ενοχλείται και επειδή η δημοσιογράφος δεν της επιτέθηκε αρκετά.
Εδώ πλέον φτάνουμε στην υπέροχη αντίληψη περί δημοσιογραφίας που έχει δημιουργήσει η κομματική εποχή:
Δεν αρκεί να γίνει η ερώτηση.
Πρέπει ο δημοσιογράφος να φωνάζει.
Να διακόπτει.
Να αγανακτεί.
Να κάνει μορφασμούς.
Και κατά προτίμηση να λέει στον καλεσμένο αυτό που θέλει να ακούσει το εκάστοτε κομματικό ακροατήριο.
Αυτό δεν λέγεται συνέντευξη.
Λέγεται τηλεοπτικό δικαστήριο με έτοιμη απόφαση.
Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι ασφαλώς να επιμένει, να ελέγχει και να αντιπαραβάλλει στοιχεία.
Δεν είναι να ουρλιάζει μέχρι ο καλεσμένος να ομολογήσει ότι έχει άδικο.
Και μετά από το ξυλόλιο ήρθε η υδραζίνη
Το τρολ επιχειρεί επίσης να δημιουργήσει την εντύπωση μιας περίπου μαγικής μετάβασης:
Χθες ξυλόλιο.
Σήμερα υδραζίνη.
Αύριο ποιος ξέρει τι.
Μόνο που εδώ χρειάζεται μια μικρή αλλά κρίσιμη λεπτομέρεια.
Άλλο να ισχυρίζεται κάποιος ότι αποδείχθηκε η ύπαρξη συγκεκριμένης ουσίας και άλλο να αναφέρει μια ουσία ως πιθανό σενάριο προς διερεύνηση.
Αν η Καρυστιανού ισχυρίζεται ότι υπήρχε υδραζίνη στο τρένο, τότε πράγματι οφείλει να παρουσιάσει στοιχεία.
Αν όμως θέτει ενδεχόμενο προς διερεύνηση, τότε το έντιμο ερώτημα είναι:
«Σε ποια δεδομένα στηρίζετε αυτή την υπόθεση;»
Όχι:
«Α, πιάστηκε! Άλλαξε το ξυλόλιο με υδραζίνη!»
Γιατί έτσι δεν κάνεις fact-checking.
Κάνεις κομματικό μοντάζ.
Το καλύτερο όμως έρχεται στο τέλος: η ΝΔ ως πρότυπο… ταπεινότητας
Και φτάνουμε στο αριστούργημα.
Μας ενημερώνει το τρολ ότι ακόμη και η πιο αλαζονική δήλωση υπουργού της Νέας Δημοκρατίας είναι περίπου… ο ορισμός της ταπεινότητας μπροστά στους πολιτικούς αντιπάλους.
Εδώ πραγματικά υποκλίνεσαι.
Τόσα χρόνια πολιτικής ζωής, τόσες δηλώσεις υπουργών, τόσες δημόσιες αντιπαραθέσεις, τόσες φορές που κυβερνητικά στελέχη προκάλεσαν ακόμη και εσωκομματικές αντιδράσεις με το ύφος τους…
Και τελικά μάθαμε ότι πρόκειται για ένα τάγμα πολιτικών μοναχών.
Η ΝΔ της ταπεινότητας.
Οι υπουργοί της σεμνότητας.
Η κυβέρνηση της αυτοσυγκράτησης.
Και απέναντι οι «γνήσιοι αλαζόνες».
Πραγματικά, λίγο ακόμη και περιμένουμε να τους δούμε να κυκλοφορούν στο Μέγαρο Μαξίμου με σανδάλια.
Το πρόβλημα δεν είναι η κριτική στην Καρυστιανού
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής.
Το αντίθετο.
Από τη στιγμή που μπήκε ενεργά στην πολιτική και διεκδικεί κυβερνητικό ρόλο, πρέπει να ελέγχεται ακριβώς όπως όλοι οι υπόλοιποι.
Για τις πολιτικές της θέσεις.
Για την οικονομία.
Για την εξωτερική πολιτική.
Για την υγεία.
Για τις επιστημονικές απόψεις που εκφράζει.
Για όσα λέει για τα Τέμπη.
Για όλα.
Αλλά εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα του τρολ:
δεν ζητά ίση αντιμετώπιση.
Ζητά αντίστροφη προνομιακή μεταχείριση.
Για τον πολιτικό αντίπαλο, κάθε υπερβολή γίνεται σκάνδαλο.
Για τον δικό μας, κάθε υπερβολή αποκτά «πλαίσιο».
Για τον αντίπαλο, η δημοσκόπηση είναι αδιάψευστη πραγματικότητα.
Για την κυβέρνηση, είναι στιγμιότυπο.
Για τον αντίπαλο, μια ατεκμηρίωτη επιστημονική θέση είναι καταδικαστέα.
Σωστά.
Για την κυβερνητική πλευρά όμως, πόσες φορές εφαρμόζεται με την ίδια αυστηρότητα το ίδιο μέτρο;
Και κάπως έτσι γεννιέται ο Μητσοτακισμός
Όχι ως πολιτική άποψη.
Η πολιτική υποστήριξη στον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι απολύτως θεμιτή.
Αλλά ως σύστημα ερμηνείας της πραγματικότητας.
Ό,τι κάνει η κυβέρνηση είναι λίγο καλύτερο απ’ όσο φαίνεται.
Ό,τι κάνει ο αντίπαλος είναι πολύ χειρότερο απ’ όσο είναι.
Κάθε επιτυχία της κυβέρνησης μεγεθύνεται.
Κάθε αποτυχία σχετικοποιείται.
Κάθε υπερβολή των αντιπάλων αποδεικνύει ότι είναι επικίνδυνοι.
Κάθε υπερβολή των δικών μας είναι μια «άτυχη δήλωση».
Και στο τέλος καταλήγουμε στο εκπληκτικό συμπέρασμα:
Οι άλλοι είναι αλαζόνες. Εμείς απλώς έχουμε πάντα δίκιο.
Τέτοια ταπεινότητα, πράγματι, σπανίζει.



