Το «ή εμείς ή κανείς» του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν μια φράση που ξέφυγε σε μια τηλεοπτική συνέντευξη. Ήταν πολιτική επιλογή. Και πιθανότατα η καθαρότερη μέχρι σήμερα περιγραφή της στρατηγικής με την οποία θέλει να οδηγήσει την ΕΛΑΣ προς τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Ο πρώην πρωθυπουργός είπε ουσιαστικά ότι η πολιτική αλλαγή, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, περνά μέσα από την εκλογική επικράτηση της ΕΛΑΣ. Και αυτό άνοιξε αμέσως δύο μέτωπα: ένα με τη Νέα Δημοκρατία και ένα με το ΠΑΣΟΚ.
Το δεύτερο ίσως είναι πολιτικά ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Τρία χρόνια χωρίς τον Τσίπρα στην πρώτη γραμμή
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που προηγείται της σημερινής σύγκρουσης:
Τι συνέβη στο διάστημα κατά το οποίο ο Τσίπρας δεν βρισκόταν στην πρώτη γραμμή;
Η αποχώρησή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το 2023 άφησε μεγάλο πολιτικό χώρο στην αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ είχε την ευκαιρία να ενισχύσει τον ρόλο του και να διεκδικήσει με καλύτερους όρους την ηγεμονία στον χώρο απέναντι στη ΝΔ.
Αυτό αποτελεί σημαντικό κομμάτι της σημερινής συζήτησης.
Γιατί η κριτική προς τον Τσίπρα ότι επιστρέφει και επιχειρεί να επιβάλει ένα προσωποκεντρικό δίλημμα πρέπει να εξεταστεί παράλληλα με την πορεία των υπόλοιπων κομμάτων της αντιπολίτευσης στο διάστημα της απουσίας του από την ηγεσία.
Δεν μπορεί όλη η συζήτηση να αρχίζει τον Σεπτέμβριο του 2026.
Το «ή εμείς ή κανείς» αλλάζει τη στρατηγική
Η φράση Τσίπρα είναι πράγματι σκληρή.
Μπορεί κάποιος να τη θεωρήσει αλαζονική. Μπορεί άλλος να τη διαβάσει ως προσπάθεια δημιουργίας ενός καθαρού εκλογικού διλήμματος.
Το πολιτικό γεγονός, πάντως, είναι ότι μεταφέρει τη συζήτηση από το «ποιος θα είναι δεύτερος» στο «ποιος διεκδικεί να κυβερνήσει».
Αυτό ακριβώς επιχειρεί ο Τσίπρας.
Δεν παρουσιάζει την ΕΛΑΣ ως ένα ακόμη κόμμα της αντιπολίτευσης που επιδιώκει καλύτερο ποσοστό. Την παρουσιάζει ως δύναμη εξουσίας και ζητά να κριθεί με αυτό το μέτρο.
Και αυτό σημαίνει αναπόφευκτα πολιτικό ρίσκο.
Γιατί όποιος δηλώνει ότι μπορεί να κερδίσει, δεν μπορεί μετά την κάλπη να αξιολογηθεί απλώς με βάση το αν αύξησε κατά δύο ή τρεις μονάδες το ποσοστό του.
Γιατί αντέδρασε τόσο έντονα το ΠΑΣΟΚ
Δεν είναι τυχαίο ότι η Χαριλάου Τρικούπη αντέδρασε αμέσως.
Το ΠΑΣΟΚ κατηγόρησε τον Τσίπρα για αλαζονεία και αυτοθαυμασμό, υπενθυμίζοντας τις προηγούμενες εκλογικές ήττες του.
Πίσω όμως από την αντιπαράθεση υπάρχει ένα αντικειμενικό πολιτικό ζήτημα: ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ διεκδικούν σημαντικό τμήμα του ίδιου εκλογικού χώρου.
Επομένως, όταν ο Τσίπρας δηλώνει ότι μόνο η ΕΛΑΣ μπορεί να φέρει την πολιτική αλλαγή, δεν απευθύνεται αποκλειστικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Αμφισβητεί ευθέως και την αξίωση του ΠΑΣΟΚ να αποτελέσει τον βασικό εναλλακτικό πόλο.
Η μεγάλη μάχη δεν είναι για τη δεύτερη θέση
Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της νέας στρατηγικής.
Εάν η ΕΛΑΣ εγκλωβιστεί σε μια μάχη με το ΠΑΣΟΚ αποκλειστικά για τη δεύτερη θέση, τότε ολόκληρη η πολιτική συζήτηση γίνεται μάχη για την κατάταξη της αντιπολίτευσης.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να αλλάξει το ερώτημα.
Δεν λέει «ποιος θα είναι ισχυρότερος στην αντιπολίτευση».
Λέει «ποιος μπορεί να κυβερνήσει».
Το εάν αυτή η στρατηγική θα πείσει τους πολίτες είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα και θα κριθεί πολιτικά και, τελικά, στην κάλπη.
Το πρόβλημα της προσωποποίησης
Υπάρχει, όμως, και μια σοβαρή ένσταση απέναντι στη στρατηγική Τσίπρα.
Ένα κόμμα που διεκδικεί κυβέρνηση δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην προσωπικότητα του αρχηγού του.
Χρειάζεται πρόγραμμα, στελέχη, κοινωνικές συμμαχίες, οργανωτική παρουσία και συγκεκριμένες απαντήσεις για την οικονομία, τους μισθούς, την ακρίβεια, την Υγεία, τη Δικαιοσύνη και το κράτος.
Το «ή εμείς ή κανείς» δημιουργεί ισχυρό δίλημμα.
Ταυτόχρονα όμως ανεβάζει πολύ ψηλά τον πήχη για εκείνον που το διατυπώνει.
Γιατί από εδώ και πέρα κάθε πολιτική πρόταση της ΕΛΑΣ θα εξετάζεται υπό ένα απλό ερώτημα:
Είναι πράγματι πρόγραμμα μιας παράταξης που μπορεί να κυβερνήσει;
Τα διλήμματα τελικά τα βάζει και η πραγματικότητα
Οι επόμενες εκλογές δεν θα κριθούν μόνο στις προσωπικότητες.
Θα κριθούν στην ακρίβεια, στα πραγματικά εισοδήματα, στη φορολογία, στη λειτουργία του κράτους, στη δημόσια Υγεία και Παιδεία, στους θεσμούς και στην καθημερινότητα.
Εκεί θα δοκιμαστούν όλοι.
Η κυβέρνηση θα κριθεί για τη δική της θητεία.
Το ΠΑΣΟΚ για το εάν κατόρθωσε να παρουσιάσει πειστική εναλλακτική πρόταση.
Και ο Τσίπρας για το εάν η επιστροφή του μπορεί πράγματι να μετατραπεί από προσωπική πολιτική επάνοδο σε ευρύτερο πολιτικό ρεύμα.
Αυτό δεν μπορεί να προεξοφληθεί.
Υπάρχει όμως μια πραγματικότητα που δύσκολα αμφισβητείται: η επιστροφή Τσίπρα έχει ξαναφέρει στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης το ερώτημα της ηγεμονίας στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Και το «ή εμείς ή κανείς» δείχνει ότι ο ίδιος δεν επέστρεψε για να διαχειριστεί απλώς ένα κόμμα.
Επέστρεψε δηλώνοντας ότι θέλει ξανά την εξουσία.
Από αυτό το σημείο και μετά, το βάρος της απόδειξης βρίσκεται πάνω του.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να θέτεις το δίλημμα και άλλο να πείθεις μια κοινωνική πλειοψηφία να σου δώσει την απάντηση που επιδιώκεις.



