Με χαρακτηρισμούς περί «προδοσίας», «εξευτελισμού» και «υποταγής» επιχειρείται να απαξιωθεί κάθε συζήτηση για πολιτική επαναπροσέγγιση του Αλέξη Τσίπρα με πρώην στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως πίσω από τις επιθέσεις, τις θεωρίες περί προσχεδιασμένης διάλυσης και τις βεβαιότητες για τις προθέσεις των βουλευτών, τα πραγματικά πολιτικά επιχειρήματα παραμένουν ζητούμενο.
Τόση αγωνία για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ από όσους δεν τον στήριξαν ποτέ;
Ένα από τα πιο παράδοξα στοιχεία της συζήτησης γύρω από την ενδεχόμενη νέα πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα είναι η ένταση με την οποία ορισμένοι σχολιαστές καταφέρονται εναντίον του.
Στον δημόσιο διάλογο εμφανίζονται χαρακτηρισμοί όπως «ορφανά του Σημίτη» και «φερέφωνα του Μητσοτακισμού», που αποτυπώνουν την καχυποψία για τα πολιτικά κίνητρα πίσω από αυτές τις επιθέσεις.
Και το ερώτημα που ανακύπτει είναι απλό:
Γιατί η πιθανότητα μιας νέας συνεργασίας προσώπων που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί τόσο έντονες αντιδράσεις;
Η διαφωνία με τον Αλέξη Τσίπρα είναι απολύτως θεμιτή. Όμως οι κατηγορίες χρειάζονται στοιχεία.
Δεν αρκεί να παρουσιάζεται κάθε εξέλιξη ως μέρος ενός μυστικού σχεδίου και κάθε πιθανή επαναπροσέγγιση ως πράξη προσωπικής υποταγής.
Πρώτα ο Τσίπρας ευθύνεται για τα πάντα, μετά αποδεικνύεται ότι τα είχε σχεδιάσει όλα!
Σύμφωνα με μία από τις θεωρίες που διακινούνται, ο Αλέξης Τσίπρας επέτρεψε σκόπιμα την εκλογή του Στέφανου Κασσελάκη, επειδή επιθυμούσε να αποτρέψει την επικράτηση της Έφης Αχτσιόγλου και να προετοιμάσει την επιστροφή του.
Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που αποδίδει στον πρώην πρωθυπουργό ένα εξαιρετικά σύνθετο παρασκηνιακό σχέδιο.
Μόνο που δεν συνοδεύεται από αποδείξεις.
Η σιωπή ενός πρώην αρχηγού κατά τη διάρκεια μιας εσωκομματικής εκλογής δεν αποδεικνύει αυτομάτως ποιον υποστήριζε.
Ούτε η μετέπειτα κρίση του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει ότι είχε σχεδιαστεί εξαρχής.
Αν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, πρέπει να παρουσιαστούν.
Διαφορετικά, η υποψία παραμένει υποψία, όσο κατηγορηματικά κι αν διατυπώνεται.
Η Αχτσιόγλου και ο Φάμελλος έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν για την πολιτική τους πορεία
Στο ίδιο στόχαστρο μπαίνουν η Έφη Αχτσιόγλου και ο Σωκράτης Φάμελλος.
Μια πιθανή συνεργασία με τον Τσίπρα περιγράφεται από επικριτές τους ως «προσκύνημα» ή «εξευτελισμός».
Αλλά από πότε η επανεξέταση μιας πολιτικής επιλογής ισοδυναμεί αυτομάτως με προσωπική ταπείνωση;
Οι πολιτικές διαφωνίες μπορεί να είναι βαθιές. Μπορούν όμως να ακολουθηθούν από νέες συζητήσεις, συμβιβασμούς ή συνεργασίες.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι να εξηγηθεί τι άλλαξε και ποιο πολιτικό πρόγραμμα μπορεί να στηρίξει μια νέα σύγκλιση.
Οι βουλευτές και τα κομματικά στελέχη δεν χάνουν την αυτοτέλειά τους επειδή εξετάζουν διαφορετικές επιλογές.
Ούτε είναι δυνατόν να θεωρείται εκ των προτέρων ότι οποιαδήποτε μελλοντική συνεργασία τους έχει ως μοναδικό κίνητρο την εξασφάλιση μιας θέσης.
Οι χαρακτηρισμοί δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις αποδείξεις
Όταν η πολιτική συζήτηση περιορίζεται σε λέξεις όπως «πούλησε», «διέλυσε», «ξεφτίλισε» και «προσκύνησε», δημιουργείται ένταση αλλά δεν προστίθεται απαραίτητα γνώση.
Η ευθύνη του Τσίπρα για τις επιλογές του και την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να εξεταστεί.
Η στάση της Αχτσιόγλου και του Φάμελλου μπορεί επίσης να αξιολογηθεί.
Όμως η αναφορά σε 19 βουλευτές που δήθεν περιμένουν να ενταχθούν σε νέο κόμμα χρειάζεται ονόματα, δηλώσεις και συγκεκριμένα στοιχεία.
Και η κατηγορία ότι ο πρώην πρωθυπουργός οργάνωσε την εκλογή Κασσελάκη για να διευκολύνει την επιστροφή του απαιτεί κάτι περισσότερο από πολιτικές εικασίες.
Η πολιτική αντιπαράθεση χρειάζεται επιχειρήματα, όχι κατασκευασμένες βεβαιότητες
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής.
Ούτε οι πρώην συνεργάτες του.
Αν προχωρήσει ένα νέο πολιτικό εγχείρημα, θα πρέπει να παρουσιάσει συγκεκριμένες θέσεις και να απαντήσει για τις προηγούμενες επιλογές του.
Το ίδιο ισχύει για όσα στελέχη αποφασίσουν να συμμετάσχουν.
Αλλά η κριτική δεν γίνεται πιο πειστική επειδή συνοδεύεται από ειρωνείες και χαρακτηρισμούς.
Και όσοι χρησιμοποιούν ή δέχονται τους χαρακτηρισμούς «ορφανά του Σημίτη» και «φερέφωνα του Μητσοτακισμού» μπορούν επίσης να κριθούν για την ποιότητα των επιχειρημάτων τους, όχι για μια υποτιθέμενη πολιτική ταυτότητα που τους αποδίδεται συλλήβδην.
Η ουσία είναι απλή: αν υπάρχουν στοιχεία για όσα καταλογίζονται στον Τσίπρα και στους βουλευτές, ας παρουσιαστούν. Διαφορετικά, οι βαριές κουβέντες παραμένουν βαριές κουβέντες — όχι αποδείξεις.



