Η κυβέρνηση έχει δίκιο σε ένα πράγμα: η Συμφωνία των Πρεσπών, από τη στιγμή που κυρώθηκε, δεν μπορεί απλώς να εξαφανιστεί επειδή άλλαξε η κυβέρνηση. Εκεί όμως τελειώνει το εύκολο μέρος της συζήτησης. Γιατί επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη ΝΔ, το να απαντά το Μαξίμου σε κάθε νέα ελληνοσκοπιανή ένταση με το «ρωτήστε τον Τσίπρα» δεν αποτελεί ολοκληρωμένη εξωτερική πολιτική.
Ο Παύλος Μαρινάκης απάντησε σήμερα στην κριτική του Αντώνη Σαμαρά για τη Βόρεια Μακεδονία με μια φράση που ακούγεται γνώριμη:
«Για όσα συνέβησαν στο παρελθόν, τον λογαριασμό ας τον αναζητήσουμε από τον κ. Τσίπρα και εκείνους που ψήφισαν μια κακή συμφωνία».
Ωραία.
Μόνο που βρισκόμαστε στον Οκτώβριο του 2026.
Ο Αλέξης Τσίπρας έπαψε να είναι πρωθυπουργός τον Ιούλιο του 2019.
Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά έκτοτε.
Και επομένως κάποια στιγμή η πολιτική συζήτηση πρέπει να περάσει από το «ποιος υπέγραψε» στο «τι κάνατε εσείς επί επτά χρόνια με αυτό που παραλάβατε».
Ναι, η Συμφωνία δεν ακυρώνεται επειδή άλλαξε η κυβέρνηση
Εδώ χρειάζεται καθαρή κουβέντα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε πράγματι προειδοποιήσει ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι, εφόσον η Συμφωνία των Πρεσπών κυρωθεί, δεν θα μπορεί στη συνέχεια μια ελληνική κυβέρνηση απλώς να την ακυρώσει μονομερώς.
Και αυτό ακριβώς συνέβη.
Η Συμφωνία κυρώθηκε και τέθηκε σε ισχύ στις 12 Φεβρουαρίου 2019. Σήμερα το ίδιο το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών την καταγράφει ως ισχύουσα βάση των σχέσεων Ελλάδας και Βόρειας Μακεδονίας.
Άρα κανείς σοβαρός δεν μπορεί να απαιτεί από την κυβέρνηση Μητσοτάκη να συμπεριφερθεί σαν να μην υπάρχει διεθνής συμφωνία.
Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό από το να ισχυρίζεται κανείς ότι η κυβέρνηση δεν έχει πλέον καμία πολιτική ευθύνη για όσα ακολούθησαν.
Γιατί τότε λέτε ότι «ο δρόμος προς την Ευρώπη περνάει από την Ελλάδα»;
Εδώ εμφανίζεται η πρώτη αντίφαση στην κυβερνητική επιχειρηματολογία.
Ο Παύλος Μαρινάκης δηλώνει:
«Ο δρόμος της Βόρειας Μακεδονίας προς την Ευρώπη περνάει μέσα από την Ελλάδα».
Σωστά.
Και αυτό ακριβώς σημαίνει ότι η Ελλάδα διαθέτει πολιτικά και διπλωματικά εργαλεία.
Άλλωστε η ίδια η κυβέρνηση το έχει αναγνωρίσει.
Σε προηγούμενη επίσημη ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είχε χαρακτηρίσει την ενταξιακή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας ένα από τα «διαπραγματευτικά όπλα» που βρίσκονται ακόμη στο τραπέζι.
Άρα δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα δύο εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις:
Από τη μία, «για όλα φταίει η συμφωνία που μας άφησε ο Τσίπρας».
Και από την άλλη, «η Ελλάδα κρατά στα χέρια της την ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας».
Αν διαθέτεις διαπραγματευτικό όπλο, τότε κρίνεσαι και για το πώς το χρησιμοποιείς.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να ζητά εφαρμογή των συμφωνιών
Υπάρχει μάλιστα κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Δεν είναι απλώς ελληνική κυβερνητική θέση ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας συνδέεται με τις υποχρεώσεις της.
Η ίδια η ευρωπαϊκή διαδικασία εξακολουθεί να περιλαμβάνει τις σχέσεις καλής γειτονίας και την εφαρμογή των διμερών συμφωνιών.
Το 2026, η Επιτροπή Σταθεροποίησης και Σύνδεσης ΕΕ–Βόρειας Μακεδονίας επανέλαβε ότι οι σχέσεις καλής γειτονίας αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της ενταξιακής διαδικασίας και ότι οι διμερείς συμφωνίες πρέπει να εφαρμόζονται καλόπιστα από όλα τα μέρη.
Άρα η Ελλάδα δεν είναι άοπλη.
Και γι’ αυτό ακριβώς το ερώτημα δεν μπορεί να τελειώνει στο 2019.
Επτά χρόνια μετά δεν κυβερνά ο Τσίπρας
Εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία.
Το 2019 ήταν απολύτως λογικό η κυβέρνηση της ΝΔ να λέει:
«Παραλάβαμε μια συμφωνία που εμείς θεωρούσαμε κακή και είμαστε υποχρεωμένοι να τη σεβαστούμε».
Το 2020 μπορούσε ακόμη να αποτελεί ισχυρό πολιτικό επιχείρημα.
Το 2021 επίσης.
Αλλά βρισκόμαστε στο 2026.
Και στο μεταξύ η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε επτά χρόνια για να αναπτύξει τη δική της στρατηγική εφαρμογής, πίεσης, ευρωπαϊκών συμμαχιών και διπλωματικών ανταλλαγμάτων.
Δεν μπορεί κάθε φορά που προκύπτει πρόβλημα η πολιτική χρονομηχανή να επιστρέφει αυτομάτως στον Ιανουάριο του 2019.
Γιατί τότε γεννάται το προφανές ερώτημα:
Μέχρι πότε ακριβώς θα χρεώνεται κάθε εξέλιξη στον Τσίπρα;
Μέχρι το 2027;
Το 2030;
Το 2035;
Η δύσκολη ερώτηση μετά τις δηλώσεις φον ντερ Λάιεν
Και εδώ φτάνουμε στο πραγματικό θέμα της σημερινής αντιπαράθεσης.
Ο Αντώνης Σαμαράς αντέδρασε στις αναφορές της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε «μακεδονική γλώσσα» και «μακεδονικό πολιτισμό».
Η κυβέρνηση απαντά ουσιαστικά:
Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι κακή και την ψήφισε ο Τσίπρας.
Όμως αυτό δεν απαντά ολόκληρο το σημερινό ερώτημα.
Το ερώτημα είναι:
Τι έκανε η σημερινή ελληνική κυβέρνηση απέναντι στη συγκεκριμένη τοποθέτηση της προέδρου της Κομισιόν;
Ποιες διευκρινίσεις ζήτησε;
Τι ακριβώς έθεσε στα ευρωπαϊκά όργανα;
Ποια ελληνική θέση ζήτησε να καταγραφεί;
Πώς σκοπεύει να αξιοποιήσει τα μέσα πίεσης που η ίδια δηλώνει ότι διαθέτει;
Αυτά είναι ερωτήματα του 2026.
Όχι του 2019.
Το παράδοξο: καταγγέλλουν τη συμφωνία, αλλά κυβερνούν μέσα στο πλαίσιό της
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση.
Η Νέα Δημοκρατία χαρακτήρισε τη Συμφωνία των Πρεσπών κακή.
Την καταψήφισε.
Αυτό αποτελεί ιστορικό δεδομένο.
Όταν όμως ανέλαβε την κυβέρνηση, βρέθηκε —όπως είχε προβλέψει ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης— υποχρεωμένη να λειτουργήσει μέσα στο πλαίσιό της.
Αυτό δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην πολιτική υποκρισία. Είναι συνέπεια της συνέχειας του κράτους και των διεθνών δεσμεύσεων της χώρας.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν χρησιμοποιείται η ίδια συμφωνία ταυτόχρονα ως δεσμευτικό πλαίσιο διακυβέρνησης και ως μόνιμο πολιτικό άλλοθι για κάθε δυσάρεστη εξέλιξη.
Δεν γίνεται επ’ αόριστον.
Το «περνάει από την Ελλάδα» πρέπει κάποτε να αποκτήσει περιεχόμενο
Η φράση του Μαρινάκη ότι «ο δρόμος της Βόρειας Μακεδονίας προς την Ευρώπη περνάει μέσα από την Ελλάδα» είναι ισχυρή.
Αλλά οι ισχυρές φράσεις στην εξωτερική πολιτική έχουν αξία μόνο όταν συνοδεύονται από συγκεκριμένη στρατηγική.
Η Βόρεια Μακεδονία βρίσκεται σε ενταξιακή διαδικασία.
Η ΕΕ εξακολουθεί να θεωρεί σημαντικές τις σχέσεις καλής γειτονίας.
Η Ελλάδα είναι κράτος-μέλος.
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι διαθέτει διαπραγματευτικά εργαλεία.
Επομένως το ερώτημα προς την κυβέρνηση δεν είναι μόνο:
«Ποιος υπέγραψε τις Πρέσπες;»
Αυτό το γνωρίζουμε.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:
«Εσείς τι κάνατε από το 2019 μέχρι σήμερα με τα εργαλεία που λέτε ότι διαθέτετε;»
Γιατί μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης ο λογαριασμός δεν μπορεί να αποστέλλεται μονίμως στον προηγούμενο ένοικο του Μαξίμου.
Ο Τσίπρας έχει την πολιτική ευθύνη για τη συμφωνία που υπέγραψε και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία του 2019 για τη συμφωνία που κύρωσε.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη όμως έχει την πολιτική ευθύνη για τη διαχείρισή της από τον Ιούλιο του 2019 μέχρι σήμερα.
Και αυτά τα δύο δεν αλληλοαναιρούνται.
Το πρώτο δεν εξαφανίζει το δεύτερο.
Ούτε μπορεί, επτά χρόνια αργότερα, κάθε δύσκολη ερώτηση για τη σημερινή εξωτερική πολιτική να απαντάται με δύο λέξεις:
«Φταίει ο Τσίπρας».



