«Δεν κάναμε εμείς τον πόλεμο στο Ορμούζ»: Το βολικό άλλοθι και το επιχείρημα Βορίδη για τον ΕΦΚ που θέλει ολόκληρη την αλήθεια

Ο Μάκης Βορίδης έχει δίκιο σε ένα πράγμα.

Τον πόλεμο στο Ορμούζ δεν τον έκανε η ελληνική κυβέρνηση.

Ούτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης καθορίζει τη διεθνή τιμή του πετρελαίου.

Αυτά είναι αυτονόητα.

Μόνο που κανείς δεν εξέλεξε την ελληνική κυβέρνηση για να σταματήσει τους πολέμους στη Μέση Ανατολή.

Την εξέλεξε για να αποφασίζει τι κάνει η Ελλάδα όταν ξεσπά μια διεθνής κρίση.

Και εκεί αρχίζει η συζήτηση που το «δεν κάναμε εμείς τον πόλεμο στο Ορμούζ» βολικά προσπαθεί να μεταφέρει αλλού.

Γιατί ο πόλεμος μπορεί να είναι εισαγόμενος.

Ο ΕΦΚ όμως είναι ελληνικός φόρος.

Ο ΦΠΑ είναι ελληνική φορολογική επιλογή εντός των ευρωπαϊκών κανόνων.

Τα μέτρα στήριξης είναι κυβερνητικές επιλογές.

Και η απόφαση για το πόσο από το κόστος μιας κρίσης θα σηκώσει το κράτος και πόσο ο καταναλωτής είναι πολιτική απόφαση.

«Είμαι σίγουρος ότι η Ευρώπη κάτι θα κάνει»

Αυτή ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική φράση του Μάκη Βορίδη.

Η ενεργειακή κρίση είναι πανευρωπαϊκή και επομένως:

«Είμαι σίγουρος ότι η Ευρώπη κάτι θα κάνει».

Αυτό ακριβώς είπε στο ΕΡΤnews.

Μακάρι.

Αλλά μέχρι να αποφασίσει η Ευρώπη «κάτι», ο Έλληνας καταναλωτής βάζει καύσιμα σήμερα.

Η επιχείρηση πληρώνει μεταφορικά σήμερα.

Ο αγρότης χρειάζεται πετρέλαιο σήμερα.

Και σε λίγο τα νοικοκυριά θα χρειαστούν θέρμανση.

Η κυβέρνηση λοιπόν δεν κρίνεται για το αν προκάλεσε τη διεθνή κρίση.

Κρίνεται για τα εργαλεία που επιλέγει να χρησιμοποιήσει ώστε να περιορίσει τις συνέπειές της.

Και ένα από αυτά βρίσκεται ήδη στο τραπέζι:

ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης.

«Αν μειώσουμε τον ΕΦΚ, δεν σημαίνει ότι θα πέσει αντίστοιχα η τιμή»

Εδώ ο Βορίδης κάνει ένα έξυπνο επιχείρημα.

Και δεν είναι εντελώς λάθος.

Λέει ότι αν το κράτος μειώσει τον ΕΦΚ κατά Χ λεπτά, δεν υπάρχει εγγύηση ότι ολόκληρο το Χ θα εμφανιστεί στην αντλία.

Σωστά.

Αλλά από αυτό μέχρι το συμπέρασμα ότι η μείωση του ΕΦΚ δεν αποτελεί αποτελεσματικό εργαλείο υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Και έχουμε εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία από την ίδια την Ελλάδα.

Μελέτη των Χρήστου Γενάκου, Yuan Lyu και Mario Pagliero, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026 στο Journal of Industrial Economics, εξέτασε ακριβώς τη μετακύλιση μεταβολών του ΕΦΚ στις τιμές καυσίμων στα ελληνικά νησιά.

Και τι βρήκε;

Ότι πράγματι υπάρχει ασυμμετρία.

Οι αυξήσεις φόρων περνούν πολύ περισσότερο στις τιμές από ό,τι οι μειώσεις.

Συγκεκριμένα, η μετακύλιση των αυξήσεων του ΕΦΚ ήταν περίπου πέντε φορές μεγαλύτερη από τη μετακύλιση της εξεταζόμενης μείωσης.

Άρα εδώ ο Βορίδης έχει ένα σοβαρό επιχείρημα:

η μείωση του φόρου δεν εγγυάται ισόποση μείωση στην αντλία.

Μόνο που η μελέτη δεν λέει ότι η μείωση του φόρου εξαφανίζεται.

Λέει ότι η μετακύλιση εξαρτάται έντονα από τη λειτουργία και τον ανταγωνισμό της αγοράς.

Προγενέστερη μελέτη των ίδιων ερευνητών στην ελληνική αγορά είχε βρει ότι η μετακύλιση των μεταβολών του ΕΦΚ αυξανόταν από περίπου 40% σε μονοπωλιακές τοπικές αγορές μέχρι 100% σε αγορές με τέσσερις ή περισσότερους ανταγωνιστές.

Και εδώ γεννιέται το ερώτημα που πρέπει να απαντήσει η κυβέρνηση.

Αν φοβάται ότι η μείωση του φόρου δεν θα φτάσει στον καταναλωτή, τι κάνει ώστε να φτάσει;

Έλεγχοι.

Παρακολούθηση τιμών.

Έλεγχος περιθωρίων.

Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Κανόνες στην αγορά.

Δημοσιοποίηση των μεταβολών.

Αυτή είναι δουλειά του κράτους.

Δεν μπορεί η πιθανότητα να κρατήσει μέρος του οφέλους η αγορά να μετατρέπεται αυτομάτως σε επιχείρημα για να κρατήσει ολόκληρο τον φόρο το κράτος.

Το κράτος πάντως ξέρει πολύ καλά να μετακυλίει τον φόρο προς τα πάνω

Και εδώ υπάρχει μια ειρωνεία.

Η ίδια επιστημονική έρευνα για την ελληνική αγορά διαπιστώνει ότι οι αυξήσεις του ΕΦΚ μετακυλίονται πολύ ισχυρότερα στον καταναλωτή από τις μειώσεις.

Με απλά λόγια:

Όταν ανεβαίνει ο φόρος, η αντλία το καταλαβαίνει μια χαρά.

Όταν κατεβαίνει, υπάρχει κίνδυνος να μη φτάσει ολόκληρη η μείωση στον πολίτη.

Η απάντηση όμως σε αυτή τη στρέβλωση δεν μπορεί να είναι:

«τότε ας μην κατεβάσουμε τον φόρο».

Η απάντηση πρέπει να είναι:

«κατεβάζουμε τον φόρο και ταυτόχρονα ελέγχουμε την αγορά ώστε το όφελος να περάσει όσο γίνεται περισσότερο στον καταναλωτή».

Αλλιώς έχουμε την παράδοξη κατάσταση το κράτος να επικαλείται τη δυσλειτουργία της αγοράς ως λόγο για να συνεχίζει να εισπράττει υψηλό φόρο.

«Δεν επηρεάζεται το ίδιο αυτός που βγάζει 10.000 ευρώ και αυτός που βγάζει 900»

Σωστό και αυτό.

Ο Βορίδης θέτει επομένως το δίλημμα:

Γιατί να δώσουμε οριζόντια φορολογική ελάφρυνση και στον εύπορο, όταν μπορούμε να πάρουμε τα αυξημένα φορολογικά έσοδα και να βοηθήσουμε στοχευμένα εκείνον που έχει πραγματική ανάγκη;

Είναι απολύτως νόμιμη πολιτική επιλογή.

Αλλά έχει και δεύτερη πλευρά.

Τα καύσιμα δεν είναι ένα συνηθισμένο καταναλωτικό αγαθό.

Ο ίδιος ο Βορίδης παραδέχεται ότι μεγάλο μέρος της κατανάλωσης είναι ανελαστικό.

Ο εργαζόμενος πρέπει να πάει στη δουλειά.

Το φορτηγό πρέπει να μεταφέρει προϊόντα.

Ο αγρότης πρέπει να κινήσει τα μηχανήματά του.

Η επιχείρηση πρέπει να πληρώσει ενέργεια και μεταφορές.

Και επομένως η ακριβή ενέργεια δεν χτυπά μόνο εκείνον που βρίσκεται μπροστά στην αντλία.

Μπαίνει μέσα στην τιμή σχεδόν ολόκληρης της οικονομίας.

Το αναγνωρίζει μάλιστα ο ίδιος ο Βορίδης όταν λέει ότι η αύξηση των καυσίμων αυξάνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, το οποίο στη συνέχεια μετακυλίεται στις τιμές των προϊόντων.

Επομένως υπάρχει ένα πραγματικό δίλημμα πολιτικής:

στοχευμένες ενισχύσεις ή οριζόντια μείωση του ενεργειακού κόστους;

Και μπορεί να χρειάζεται συνδυασμός των δύο.

Αλλά δεν μπορεί να κλείνει η συζήτηση λέγοντας απλώς ότι «η μείωση του ΕΦΚ μπορεί να μη φτάσει ολόκληρη στην αντλία».

Και ο ΦΠΑ;

Υπάρχει επίσης ένας μηχανισμός που κάνει τα πράγματα ακόμη πιο ενδιαφέροντα.

Στα καύσιμα ο ΦΠΑ υπολογίζεται πάνω στην τιμή που περιλαμβάνει και τον ΕΦΚ.

Η πρόσφατη επιστημονική μελέτη για την ελληνική αγορά περιγράφει ρητά τη διαμόρφωση της λιανικής τιμής ως:

τιμή διυλιστηρίου + ΕΦΚ και λοιπές επιβαρύνσεις + περιθώρια και στη συνέχεια εφαρμογή του ΦΠΑ.

Άρα όταν αυξάνεται η προ φόρων τιμή των καυσίμων, αυξάνεται σε απόλυτα ευρώ και η είσπραξη του αναλογικού ΦΠΑ.

Και όταν το κράτος μειώνει έναν φόρο που βρίσκεται μέσα στη φορολογητέα βάση, επηρεάζεται και το τελικό ποσό ΦΠΑ.

Αυτό είναι μέρος της πραγματικής αριθμητικής που πρέπει να συζητηθεί.

Και μετά έχουμε τα 2,2 δισ. της ΔΕΘ

Ο Βορίδης λέει και κάτι ακόμη:

Το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ είναι το μεγαλύτερο των τελευταίων ετών και επομένως δεν μπορεί κάποιος να υποστηρίζει ότι «δεν δόθηκαν αρκετά».

Μπορεί, λέει, να διαφωνεί μόνο με το πού δόθηκαν.

Όχι.

Φυσικά και μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι δεν δόθηκαν αρκετά.

Το αν ένα ποσό είναι «μεγάλο» ή «μικρό» δεν κρίνεται επειδή είναι μεγαλύτερο από το περσινό.

Κρίνεται σε σχέση με:

το μέγεθος της οικονομίας,

τον πληθωρισμό,

την απώλεια αγοραστικής δύναμης,

το ύψος των φορολογικών εσόδων,

τις ανάγκες των νοικοκυριών

και το πραγματικό δημοσιονομικό περιθώριο.

Το «είναι το μεγαλύτερο πακέτο των τελευταίων ετών, άρα δεν μπορείτε να πείτε ότι είναι λίγο» δεν είναι οικονομικός κανόνας.

Είναι πολιτικό επιχείρημα.

Ένα κράτος μπορεί να διαθέσει το μεγαλύτερο πακέτο της δεκαετίας και αυτό να εξακολουθεί να είναι ανεπαρκές απέναντι στη μεγαλύτερη κρίση της δεκαετίας.

Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.

«Δεν κάναμε εμείς τον πόλεμο»

Και φτάνουμε τελικά στην πιο βολική φράση.

Όχι, κύριε Βορίδη.

Δεν κάνατε εσείς τον πόλεμο.

Όπως δεν έκανε η ελληνική κυβέρνηση την πανδημία.

Δεν έκανε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Δεν καθορίζει τις διεθνείς τιμές πετρελαίου.

Κανείς σοβαρός δεν της αποδίδει αυτές τις ευθύνες.

Η κυβέρνηση κρίνεται για την αντίδρασή της.

Αυτό είναι όλο.

Όταν η διεθνής τιμή ανεβαίνει, αποφασίζει πόσο φόρο θα συνεχίσει να εισπράττει.

Αποφασίζει αν θα μειώσει τον ΕΦΚ.

Αποφασίζει αν θα παρέμβει στον ΦΠΑ εντός των ευρωπαϊκών περιθωρίων.

Αποφασίζει ποιους θα επιδοτήσει.

Αποφασίζει πόσο αυστηρά θα ελέγξει την αγορά.

Αποφασίζει τι θα κάνει με τα πρόσθετα φορολογικά έσοδα.

Αποφασίζει πόσο από το κόστος της κρίσης θα αναλάβει ο προϋπολογισμός και πόσο θα μείνει στον πολίτη.

Αυτές είναι οι αποφάσεις για τις οποίες λογοδοτεί.

Και η επιστήμη μάς δίνει μια πολύ καλύτερη απάντηση

Το ενδιαφέρον είναι ότι τα δεδομένα δεν δικαιώνουν ούτε το εύκολο σύνθημα της μιας πλευράς ούτε της άλλης.

Δεν αποδεικνύουν ότι:

«κόβεις 20 λεπτά φόρο και αυτομάτως πέφτει 20 λεπτά η αντλία».

Αλλά ούτε αποδεικνύουν:

«δεν έχει νόημα να μειώσεις τον φόρο επειδή μπορεί να μη μετακυλιστεί».

Αποδεικνύουν κάτι πολύ χρησιμότερο.

Η μετακύλιση εξαρτάται από τον ανταγωνισμό και τη λειτουργία της αγοράς.

Και ξέρετε ποιος έχει την ευθύνη να διασφαλίζει ότι η αγορά λειτουργεί ανταγωνιστικά;

Το κράτος.

Επομένως, αν πραγματικά η κυβέρνηση θεωρεί ότι ο ΕΦΚ είναι υπερβολικά βαρύς αλλά φοβάται ότι η μείωσή του θα χαθεί στα περιθώρια κέρδους, υπάρχει μια πολύ απλή πολιτική απάντηση:

Μειώστε τον φόρο και ελέγξτε την αγορά.

Αν πάλι θεωρείτε ότι τα χρήματα είναι χρησιμότερα στο κρατικό ταμείο ώστε να επιστραφούν στοχευμένα, πείτε το καθαρά.

Είναι πολιτική επιλογή.

Αλλά ας μη βαφτίζουμε την πολιτική επιλογή φυσικό νόμο.

Και κυρίως ας μη χρησιμοποιούμε το Ορμούζ σαν απάντηση σε ένα ερώτημα που δεν αφορά το Ορμούζ.

Το ερώτημα δεν είναι:

«Ποιος προκάλεσε την ενεργειακή κρίση;»

Το γνωρίζουμε.

Το ερώτημα είναι:

«Τώρα που η κρίση έφτασε στην Ελλάδα, τι ακριβώς σκοπεύει να κάνει η κυβέρνηση για να μην πληρώσει ξανά ο πολίτης ολόκληρο τον λογαριασμό;»

Και το «είμαι σίγουρος ότι η Ευρώπη κάτι θα κάνει» δεν είναι ακόμη απάντηση.

Είναι προσδοκία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ