Δεν υπάρχει απόφαση. Αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Υπάρχει όμως συζήτηση. Και μόνο το γεγονός ότι στο τραπέζι της Βουλής έφτασε το ενδεχόμενο μεγαλύτερης αποζημίωσης για συμμετοχή στις κοινοβουλευτικές επιτροπές και αναπροσαρμογής του επιδόματος ενοικίου των βουλευτών της περιφέρειας δημιουργεί ένα αυτονόητο πολιτικό ερώτημα: είναι αυτή η κατάλληλη στιγμή για μια τέτοια συζήτηση;
Το θέμα άνοιξε το απόγευμα της Πέμπτης, όταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου κατήγγειλε από το βήμα της Βουλής ότι συζητούνται αυξήσεις στις παροχές των βουλευτών.
Ακολούθησαν διευκρινίσεις.
Και εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε τα πραγματικά γεγονότα από τις εντυπώσεις.
Καμία αύξηση δεν έχει αποφασιστεί.
Ο αντιπρόεδρος της Βουλής Πάρις Κουκουλόπουλος δήλωσε ότι ο πρόεδρος της Βουλής δεν ανακοίνωσε ούτε προανήγγειλε αύξηση και ότι η συζήτηση έγινε για λίγα λεπτά μετά την ολοκλήρωση της Διάσκεψης των Προέδρων.
Από την άλλη πλευρά όμως, η συζήτηση πράγματι έγινε.
Και αυτό έχει σημασία.
Τι ακριβώς βρίσκεται στο τραπέζι
Σήμερα οι βουλευτές που συμμετέχουν στις κοινοβουλευτικές επιτροπές λαμβάνουν ειδική αποζημίωση 75 ευρώ ανά συνεδρίαση.
Σύμφωνα με τα σημερινά δημοσιεύματα, μεταξύ των σεναρίων που κυκλοφόρησαν βρίσκεται η επαναφορά της αποζημίωσης στα 150 ευρώ, δηλαδή ο διπλασιασμός της. Το ποσό των 150 ευρώ αντιστοιχεί σε παλαιότερο επίπεδο της αποζημίωσης, πριν από περικοπές της μνημονιακής περιόδου.
Παράλληλα τέθηκε και το θέμα της στεγαστικής αποζημίωσης των βουλευτών της περιφέρειας.
Σήμερα το συγκεκριμένο επίδομα αναφέρεται στα 1.000 ευρώ τον μήνα. Και γι’ αυτό συζητήθηκε ενδεχόμενη αναπροσαρμογή, χωρίς όμως —και αυτό πρέπει ξανά να τονιστεί— να υπάρχει αυτή τη στιγμή συγκεκριμένη απόφαση ή συμφωνημένο νέο ποσό.
Άρα δεν έχουμε μπροστά μας ένα μέτρο που αποφασίστηκε.
Έχουμε όμως μια ιδέα που έφτασε μέχρι το τραπέζι της κοινοβουλευτικής συζήτησης.
Και αυτή η ιδέα αξίζει να εξεταστεί πριν μετατραπεί ποτέ σε απόφαση.
150 ευρώ για να πηγαίνει ο βουλευτής… στη Βουλή;
Το επιχείρημα που συνδέεται με την ενδεχόμενη αύξηση της αποζημίωσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η υψηλότερη αποζημίωση εξετάστηκε ως πιθανό κίνητρο για φυσική παρουσία των βουλευτών στις επιτροπές, καθώς υπάρχει προβληματισμός για όσους συμμετέχουν μέσω Webex.
Και εδώ δημιουργείται ένα πολύ απλό ερώτημα:
Γιατί χρειάζεται πρόσθετο οικονομικό κίνητρο ένας βουλευτής για να βρίσκεται αυτοπροσώπως στη Βουλή και να συμμετέχει στις εργασίες της;
Η συμμετοχή στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες δεν αποτελεί κάποια εξωθεσμική δραστηριότητα.
Αποτελεί μέρος της ίδιας της κοινοβουλευτικής αποστολής.
Το ΚΚΕ εξέφρασε ακριβώς αυτή την ένσταση. Ο αντιπρόεδρος της Βουλής Γιώργος Λαμπρούλης φέρεται να σχολίασε χαρακτηριστικά: «Τι θα δώσουμε; Επίδομα προσέλευσης των βουλευτών;»
Είναι μια φράση που συμπυκνώνει το βασικό πολιτικό ερώτημα της συζήτησης.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά
Για να είναι πλήρης η εικόνα, υπάρχει ένα πραγματικό επιχείρημα υπέρ της αναπροσαρμογής του επιδόματος στέγασης.
Οι βουλευτές που εκλέγονται μακριά από την Αθήνα χρειάζεται να διατηρούν παρουσία τόσο στην εκλογική τους περιφέρεια όσο και στην πρωτεύουσα.
Και το κόστος στέγασης στην Αθήνα έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Επομένως, το ερώτημα αν ένα επίδομα που έχει παραμείνει σταθερό ανταποκρίνεται στο σημερινό κόστος ζωής μπορεί θεμιτά να εξεταστεί.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από το αν πολιτικά και κοινωνικά είναι κατάλληλη η στιγμή να αυξηθούν οι παροχές προς τους βουλευτές.
Και κυρίως είναι διαφορετικό από την ιδέα να αυξηθεί η αποζημίωση για τη φυσική παρουσία στις επιτροπές ως κίνητρο προσέλευσης.
Γιατί η συγκυρία κάνει τη συζήτηση ιδιαίτερα ευαίσθητη
Η συζήτηση αυτή δεν γίνεται σε πολιτικό κενό.
Γίνεται την ίδια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής, η στέγη, τα καύσιμα και η ενέργεια βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Η κυβέρνηση δηλώνει επανειλημμένα ότι οποιαδήποτε παρέμβαση για τη στήριξη των πολιτών πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις δημοσιονομικές δυνατότητες.
Αυτό ακριβώς δημιουργεί ένα ζήτημα πολιτικού συμβολισμού.
Όταν ζητείται από την κοινωνία να αντιλαμβάνεται τα δημοσιονομικά όρια, η Βουλή οφείλει να εξηγεί με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια γιατί θεωρεί αναγκαία οποιαδήποτε αύξηση παροχής προς τα ίδια τα μέλη της.
Δεν σημαίνει ότι ένας βουλευτής δεν έχει πραγματικές δαπάνες.
Σημαίνει ότι το βάρος της αιτιολόγησης είναι πολύ μεγαλύτερο όταν αυτός που αποφασίζει για μια οικονομική παροχή είναι ταυτόχρονα και ο δικαιούχος της.
Και υπάρχει μια ακόμη αντίφαση
Αν το πρόβλημα είναι ότι ορισμένοι βουλευτές δεν προσέρχονται στις επιτροπές και αρκούνται στη σύνδεση μέσω Webex, τότε πριν συζητηθεί η αύξηση της αποζημίωσης υπάρχει ένα πολύ απλούστερο ερώτημα:
Γιατί δεν αλλάζουν οι κανόνες συμμετοχής;
Γιατί η φυσική παρουσία, όπου αυτή θεωρείται θεσμικά απαραίτητη, πρέπει να επιβραβεύεται με επιπλέον χρήματα;
Εάν υπάρχει κατάχρηση της δυνατότητας εξ αποστάσεως συμμετοχής, η Βουλή μπορεί να εξετάσει τους κανόνες της.
Εάν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που επιβάλλουν τη δυνατότητα Webex, μπορεί να τους προσδιορίσει.
Αυτό είναι θεσμικό ζήτημα.
Δεν είναι κατ’ ανάγκην μισθολογικό.
Τα κόμματα αρχίζουν ήδη να αποστασιοποιούνται
Μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης, η εικόνα άλλαξε γρήγορα.
Πηγές του ΠΑΣΟΚ δήλωσαν ότι δεν υπήρξε συμφωνία στη Διάσκεψη των Προέδρων, ενώ σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση, ΝΙΚΗ και Πλεύση Ελευθερίας εκφράζουν αντίθεση στην αύξηση.
Από την πλευρά του προέδρου της Βουλής το μήνυμα είναι επίσης σαφές:
Δεν υπάρχει απόφαση.
Δεν υπάρχει συμφωνία.
Και ο Νικήτας Κακλαμάνης φέρεται να έχει ξεκαθαρίσει ότι το θέμα θα μπορούσε να συζητηθεί από το νέο έτος μόνο εφόσον υπάρξει σύμφωνη γνώμη των κομμάτων.
Αυτό είναι σημαντικό.
Και ίσως η δημόσια συζήτηση που άνοιξε τώρα να οδηγήσει τελικά στο να μη φτάσει ποτέ το συγκεκριμένο σενάριο σε απόφαση.
Ας μην κάνουμε λοιπόν ότι δεν συνέβη τίποτα
Θα ήταν ανακριβές να γραφτεί σήμερα ότι:
«Η κυβέρνηση διπλασίασε τις αποζημιώσεις των βουλευτών».
Δεν συνέβη.
Θα ήταν επίσης ανακριβές να υποστηριχθεί ότι έχει ήδη αποφασιστεί αύξηση του επιδόματος ενοικίου.
Ούτε αυτό συνέβη.
Εξίσου λάθος όμως θα ήταν να παρουσιαστεί ολόκληρη η υπόθεση ως μια ανύπαρκτη φήμη.
Η συζήτηση έγινε.
Το επιβεβαίωσε ουσιαστικά ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της Βουλής, εξηγώντας ταυτόχρονα ότι δεν υπήρξε πρόταση ή απόφαση.
Και πηγές της Προεδρίας της Βουλής επιβεβαιώνουν ότι σχετικά αιτήματα έχουν τεθεί από βουλευτές και στο παρελθόν.
Επομένως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει σήμερα αύξηση.
Δεν υπάρχει.
Το ερώτημα είναι αν πρέπει να υπάρξει αύριο.
Και πριν οποιοδήποτε κόμμα δώσει τη συγκατάθεσή του σε μια τέτοια αλλαγή, θα πρέπει να εξηγήσει δημόσια γιατί θεωρεί δικαιολογημένο να αυξηθούν οι συγκεκριμένες παροχές, ποιο θα είναι το συνολικό κόστος και ποιο ακριβώς πρόβλημα επιχειρείται να λυθεί.
Γιατί ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική πίεση των νοικοκυριών βρίσκεται στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, μια απόφαση της Βουλής για μεγαλύτερες παροχές προς τα ίδια της τα μέλη δεν μπορεί να περάσει ως μια εσωτερική κοινοβουλευτική διευθέτηση.
Χρειάζεται πλήρη διαφάνεια.
Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται μια πειστική απάντηση στο απλούστερο ερώτημα:



