Ανάσα για τα αυθαίρετα: Τι αλλάζει μέχρι το 2027 και ποιοι σώζουν οριστικά το ακίνητό τους

Μια από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στον «γρίφο» των αυθαιρέτων βρίσκεται προ των πυλών, με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να προχωρά σε διπλή χρονική επέκταση που αλλάζει τα δεδομένα για χιλιάδες ιδιοκτήτες σε όλη τη χώρα. Το νέο πλαίσιο, που διαμορφώνεται σταδιακά, στοχεύει αφενός στο να κλείσουν εκκρεμότητες ετών και αφετέρου στο να δοθεί ακόμη μία –ίσως η τελευταία– ευκαιρία ένταξης στη διαδικασία τακτοποίησης.

Στον πυρήνα της ρύθμισης βρίσκεται η παράταση έως το τέλος του 2027 για όσους έχουν ήδη υπαγάγει τα ακίνητά τους σε νόμο νομιμοποίησης, αλλά δεν έχουν ολοκληρώσει τον φάκελο με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Πρόκειται για ιδιοκτήτες που έχουν πληρώσει πρόστιμα, έχουν ξεκινήσει τη διαδικασία με μηχανικό, όμως για διάφορους λόγους –τεχνικούς, οικονομικούς ή γραφειοκρατικούς– δεν κατάφεραν να «κλειδώσουν» την υπαγωγή.

Με τη νέα πρόβλεψη, οι συγκεκριμένοι φάκελοι δεν κινδυνεύουν πλέον με ακύρωση. Αντιθέτως, δίνεται επιπλέον χρονικό περιθώριο περίπου τριών ετών, ώστε να συμπληρωθούν μελέτες, σχέδια, βεβαιώσεις και ό,τι άλλο απαιτείται για την οριστική ολοκλήρωση. Η ρύθμιση καλύπτει δηλώσεις του νόμου 4495/2017, αλλά και υπαγωγές σε παλαιότερα καθεστώτα, τα οποία παρέμεναν «μετέωρα» εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή, που επίσης φαίνεται να κλειδώνει, αφορά νέες τακτοποιήσεις. Παρότι η ισχύουσα προθεσμία για την ένταξη αυθαιρέτων κατηγοριών 1 έως 4 εκπνέει τον Μάρτιο του 2026, το υπουργείο εξετάζει σοβαρά τη μετάθεσή της έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027. Η πίεση από ιδιοκτήτες και τεχνικό κόσμο είναι έντονη, ενώ τα στοιχεία δείχνουν ότι η συμμετοχή στη ρύθμιση παραμένει υψηλή.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι περισσότερα από 1,7 εκατομμύρια αυθαίρετα έχουν ήδη ενταχθεί στον νόμο 4495/2017. Ο αριθμός αυτός αποτυπώνει τόσο το μέγεθος του προβλήματος όσο και τη διάθεση των πολιτών να τακτοποιήσουν τις ιδιοκτησίες τους, ιδίως όταν αυτό συνδέεται με δυνατότητα μεταβίβασης, γονικής παροχής ή αξιοποίησης του ακινήτου.

Ωστόσο, το μήνυμα της Πολιτείας είναι ξεκάθαρο: οι «χαλαροί» όροι δεν θα ισχύσουν για όλους. Ιδιαίτερα για τα μεγάλα αυθαίρετα, εφόσον ανοίξει εκ νέου η πλατφόρμα, το πλαίσιο θα είναι σαφώς αυστηρότερο. Η διαδικασία θα ξεκινά με προσωρινή δήλωση, συνοδευόμενη από υπεύθυνη δήλωση του ιδιοκτήτη και την πλήρη καταβολή του ενιαίου ειδικού προστίμου, μαζί με όλες τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις.

Το επόμενο στάδιο θα είναι και το πιο κρίσιμο. Για να προχωρήσει η οριστική τακτοποίηση, θα απαιτείται έλεγχος από ελεγκτή δόμησης, ο οποίος θα ορίζεται μέσω μηχανικού και το κόστος του θα επιβαρύνει αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη. Ο έλεγχος αυτός δεν θα είναι τυπικός, αλλά ουσιαστικός, καθώς θα εξετάζεται αν το ακίνητο πληροί συγκεκριμένες και αδιαπραγμάτευτες προϋποθέσεις.

Μεταξύ άλλων, θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι το αυθαίρετο δεν βρίσκεται σε προστατευόμενη περιοχή, όπως ζώνη Natura, και ότι δεν έχει ανεγερθεί μετά την κρίσιμη ημερομηνία της 28ης Ιουλίου 2011. Αν κάποια από αυτές τις προϋποθέσεις δεν πληρούται, η διαδικασία «μπλοκάρει» και το ακίνητο δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί.

Η ολοκλήρωση του ελέγχου, σε συνδυασμό με τη σύνταξη και υποβολή της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου, αποτελεί το τελικό βήμα. Μόνο τότε η υπαγωγή θεωρείται οριστική και το ακίνητο αποκτά πλήρη νομική θωράκιση. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι μπορεί να μεταβιβαστεί νόμιμα, να χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση ή να αξιοποιηθεί χωρίς τον φόβο μελλοντικών κυρώσεων.

Συνολικά, η διπλή παράταση έως το 2027 λειτουργεί ως «παράθυρο ευκαιρίας» για χιλιάδες ιδιοκτήτες, αλλά ταυτόχρονα στέλνει και ένα σαφές μήνυμα: ο χρόνος ανοχής δεν είναι απεριόριστος. Όσοι θέλουν να κλείσουν οριστικά τις εκκρεμότητες με τα αυθαίρετά τους, καλούνται να κινηθούν έγκαιρα, οργανωμένα και με πλήρη επίγνωση ότι οι επόμενοι κανόνες θα είναι πιο απαιτητικοί από ποτέ.