Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: Νέα απόφαση για τις αποδοχές άδειας – Πότε πρέπει να υπολογίζεται και η δεύτερη εργασία
Σημαντική απόφαση για τους εργαζομένους που απασχολούνται με περισσότερες από μία συμβάσεις εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αποδοχές από παράλληλη σύμβαση μερικής απασχόλησης δεν μπορούν να αποκλείονται αυτομάτως από τον υπολογισμό της αμειβόμενης ετήσιας άδειας. Η απόφαση ενδιαφέρει και την Ελλάδα, καθώς αποσαφηνίζει τον τρόπο εφαρμογής ενός θεμελιώδους εργασιακού δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Απόφαση-σταθμός για τις άδειες εργαζομένων: Υπολογίζονται και οι αποδοχές από δεύτερη δουλειά – Τι αλλάζει για την Ελλάδα
Νέα δεδομένα για τον υπολογισμό των αποδοχών της ετήσιας άδειας δημιουργεί απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αφορά εργαζομένους με παράλληλες συμβάσεις εργασίας. Το Δικαστήριο ξεκαθαρίζει ότι η αμοιβή από δεύτερη σύμβαση μερικής απασχόλησης δεν μπορεί να αγνοείται κατά τον υπολογισμό των σχετικών δικαιωμάτων, ακόμη και όταν ο εργαζόμενος διαθέτει ήδη κύρια σύμβαση πλήρους απασχόλησης.
Μια σημαντική απόφαση για τα εργασιακά δικαιώματα εξέδωσε στις 8 Οκτωβρίου 2026 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποσαφηνίζοντας τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές ετήσιας άδειας για εργαζομένους που απασχολούνται ταυτόχρονα με περισσότερες από μία συμβάσεις.
Η απόφαση αφορά την υπόθεση C-706/23, Școala gimnazială «Mihai Eminescu», η οποία ξεκίνησε από τη Ρουμανία, αλλά έχει σημασία για το σύνολο των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα απλό αλλά ιδιαίτερα σημαντικό ερώτημα: όταν ένας εργαζόμενος έχει κύρια εργασία πλήρους απασχόλησης και παράλληλα εργάζεται με δεύτερη σύμβαση μερικής απασχόλησης, μπορούν οι αποδοχές της δεύτερης εργασίας να αποκλείονται από τον υπολογισμό των δικαιωμάτων της ετήσιας άδειας;
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι ο αυτόματος αποκλεισμός δεν είναι συμβατός με τις απαιτήσεις του ενωσιακού δικαίου.
Τι αποφάσισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
Σύμφωνα με την απόφαση, τα δικαιώματα εργαζομένου που απασχολείται ταυτόχρονα με σύμβαση πλήρους απασχόλησης και με παράλληλη σύμβαση μερικής απασχόλησης πρέπει να υπολογίζονται λαμβάνοντας υπόψη την εργασία που πραγματικά παρασχέθηκε και τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν από τις δύο εργασιακές σχέσεις.
Η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την ετήσια άδεια με αποδοχές.
Το άρθρο 7 της ευρωπαϊκής οδηγίας 2003/88/ΕΚ κατοχυρώνει ελάχιστη ετήσια άδεια τεσσάρων εβδομάδων για κάθε εργαζόμενο.
Η άδεια αυτή δεν αφορά μόνο το δικαίωμα απουσίας από την εργασία. Συνοδεύεται υποχρεωτικά από δικαίωμα αμοιβής, ώστε ο εργαζόμενος να μην αποθαρρύνεται οικονομικά από το να αξιοποιήσει την περίοδο ανάπαυσής του.
Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά τη διάρκεια της ελάχιστης ετήσιας άδειας, ο εργαζόμενος πρέπει να διατηρεί αποδοχές συγκρίσιμες με εκείνες που λαμβάνει κατά την κανονική εκτέλεση της εργασίας του.
Επομένως, όταν υπάρχουν δύο πραγματικές εργασιακές σχέσεις, η δεύτερη δεν μπορεί να αγνοείται μόνο και μόνο επειδή είναι μερικής απασχόλησης ή ορισμένου χρόνου.
Η υπόθεση των 14 εκπαιδευτικών στη Ρουμανία
Η δικαστική διαφορά ξεκίνησε από 14 εργαζομένους στην εκπαίδευση της Ρουμανίας.
Κατά την περίοδο 2019–2022, οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι απασχολούνταν με συμβάσεις αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης.
Παράλληλα, είχαν συνάψει πρόσθετες συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης, με ωριαία αμοιβή.
Η δεύτερη απασχόληση αφορούσε το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο έως τον Ιούνιο κάθε σχολικού έτους.
Οι εργαζόμενοι είχαν λάβει ετήσια άδεια διάρκειας από 27 έως 62 ημέρες, ανάλογα με την περίπτωσή τους.
Ωστόσο, ο εργοδότης υπολόγιζε τις σχετικές αποδοχές αποκλειστικά με βάση την κύρια σύμβαση πλήρους απασχόλησης.
Δεν λάμβανε υπόψη ούτε τις ώρες εργασίας ούτε τις αμοιβές που είχαν προκύψει από τις πρόσθετες συμβάσεις.
Οι εκπαιδευτικοί, μέσω του συνδικαλιστικού τους φορέα, προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη διεκδικώντας την αναγνώριση των οικονομικών τους δικαιωμάτων και από τη δεύτερη απασχόληση.
Πρωτοβάθμιο δικαστήριο της Ρουμανίας έκανε δεκτή την προσφυγή τους το 2023. Ακολούθησε έφεση του εργοδότη και το αρμόδιο εφετείο υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γιατί έχει σημασία η απόφαση για την Ελλάδα
Η απόφαση του ΔΕΕ αποτελεί δεσμευτική ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές και τα δικαστήρια όταν αντιμετωπίζουν αντίστοιχες υποθέσεις.
Αυτό έχει σημασία για εργαζομένους που συνδυάζουν μια κύρια θέση εργασίας με πρόσθετη απασχόληση, είτε στον ίδιο εργοδότη είτε, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, σε διαφορετικούς εργοδότες.
Για παράδειγμα, ένας εργαζόμενος μπορεί να έχει πλήρη απασχόληση με σύμβαση αορίστου χρόνου και να παρέχει επιπλέον εργασία με χωριστή σύμβαση ορισμένου χρόνου και ωριαία αμοιβή.
Η δεύτερη εργασιακή σχέση δημιουργεί αυτοτελή δικαιώματα, τα οποία δεν μπορούν να εξαφανίζονται απλώς επειδή υπάρχει ήδη μια κύρια σύμβαση.
Ωστόσο, η απόφαση δεν σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος με δύο εργοδότες δικαιούται μία ενιαία άδεια υπολογισμένη με το άθροισμα των μισθών του, ούτε ότι ο ένας εργοδότης υποχρεούται να πληρώνει τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην εργασία για άλλον εργοδότη.
Το κρίσιμο είναι να προστατεύονται τα δικαιώματα που γεννά κάθε εργασιακή σχέση και να μη χάνεται η αμοιβή που αντιστοιχεί στην πραγματική απασχόληση.
Η προστασία των εργαζομένων με μερική απασχόληση
Μία ακόμη σημαντική πλευρά της απόφασης αφορά την ίση μεταχείριση.
Το Δικαστήριο εξέτασε τις ευρωπαϊκές συμφωνίες-πλαίσια για τη μερική απασχόληση και την εργασία ορισμένου χρόνου, οι οποίες ενσωματώνονται στις οδηγίες 97/81/ΕΚ και 1999/70/ΕΚ.
Οι κανόνες αυτοί απαγορεύουν τη δυσμενέστερη μεταχείριση εργαζομένων αποκλειστικά λόγω του είδους της σύμβασής τους, εκτός εάν υπάρχει αντικειμενική δικαιολόγηση.
Με άλλα λόγια, ένας εργαζόμενος δεν μπορεί να στερείται εργασιακά δικαιώματα μόνο επειδή η δεύτερη εργασία του είναι μερικής απασχόλησης.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει, όπου ενδείκνυται, την αναλογική εφαρμογή δικαιωμάτων με βάση τον χρόνο εργασίας.
Πρόκειται για την αρχή pro rata temporis.
Αυτό σημαίνει ότι η αμοιβή και ορισμένα δικαιώματα μπορούν να υπολογίζονται αναλογικά με τις πραγματικές ώρες απασχόλησης.
Δεν επιτρέπεται, όμως, η αναλογικότητα να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για τον πλήρη αποκλεισμό της δεύτερης εργασίας από τον υπολογισμό των δικαιωμάτων.
Τι ισχύει για τις πρόσθετες παροχές
Η υπόθεση δεν περιορίστηκε στις αποδοχές ετήσιας άδειας.
Οι εργαζόμενοι είχαν διεκδικήσει επίσης επίδομα σίτισης, το οποίο ο εργοδότης υπολόγιζε αποκλειστικά με βάση την κύρια σύμβασή τους.
Το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα υπό το πρίσμα της ίσης μεταχείρισης και των εργασιακών όρων που εφαρμόζονται στις συμβάσεις μερικής απασχόλησης και ορισμένου χρόνου.
Η σημασία της εξέτασης αυτής είναι ότι ορισμένες πρόσθετες παροχές ενδέχεται να αποτελούν μέρος των εργασιακών δικαιωμάτων και να απαιτούν ειδική αξιολόγηση με βάση τη φύση και τις προϋποθέσεις χορήγησής τους.
Δεν σημαίνει, πάντως, ότι όλες οι πρόσθετες παροχές καταβάλλονται αυτομάτως δύο φορές ή ανεξάρτητα από τους κανόνες που τις διέπουν.
Θα πάρουν περισσότερα χρήματα οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα;
Η απόφαση μπορεί να έχει οικονομικές συνέπειες σε περιπτώσεις όπου εργαζόμενοι με παράλληλες συμβάσεις δεν λαμβάνουν τις αποδοχές άδειας που αντιστοιχούν στην πρόσθετη εργασία τους.
Το εάν προκύπτει συγκεκριμένη χρηματική αξίωση εξαρτάται από το είδος των συμβάσεων, το πραγματικό ωράριο, τις καταβληθείσες αποδοχές, την περίοδο της άδειας και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε η ελληνική εργατική νομοθεσία.
Η απόφαση δεν καθορίζει ένα ενιαίο ποσό αύξησης για όλους τους εργαζομένους.
Ούτε θεσπίζει γενική αύξηση του επιδόματος άδειας στην Ελλάδα.
Αποσαφηνίζει, όμως, μια σημαντική αρχή: η ύπαρξη κύριας σύμβασης πλήρους απασχόλησης δεν επιτρέπει τον αυτόματο αποκλεισμό δικαιωμάτων που απορρέουν από παράλληλη σύμβαση.
Τι πρέπει να προσέχουν όσοι έχουν δεύτερη εργασία
Για τους εργαζομένους με περισσότερες συμβάσεις, η απόφαση αναδεικνύει τη σημασία της σωστής καταγραφής των εργασιακών σχέσεων.
Οι συμβάσεις, οι ώρες απασχόλησης, οι μισθοδοτικές καταστάσεις και οι αποδοχές άδειας αποτελούν βασικά στοιχεία για τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των δικαιωμάτων.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται όταν η πρόσθετη εργασία παρέχεται με ωριαία αμοιβή ή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μέσα στο έτος.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο υπολογισμός των δικαιωμάτων δεν μπορεί να γίνεται με τρόπο που αγνοεί την εργασία που πράγματι παρασχέθηκε.
Η σημασία της απόφασης για την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας
Η απόφαση αντανακλά μια πραγματικότητα που αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας: την παράλληλη απασχόληση με διαφορετικές μορφές συμβάσεων.
Εργαζόμενοι συνδυάζουν συχνά σταθερή εργασία με πρόσθετες ώρες απασχόλησης, συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή μερική απασχόληση.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο επιδιώκει να διασφαλίσει ότι αυτές οι μορφές εργασίας δεν οδηγούν σε απώλεια βασικών δικαιωμάτων.
Η απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2026 ενισχύει αυτή την αρχή και παρέχει σαφή ερμηνευτική κατεύθυνση στα εθνικά δικαστήρια.
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η ετήσια άδεια με αποδοχές αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και δεν μπορεί να υπολογίζεται με τρόπο που παραβλέπει πραγματική εργασία και αντίστοιχες αμοιβές από παράλληλη σύμβαση.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα πλέον είναι η συνεπής εφαρμογή αυτής της ερμηνείας σε όσες εργασιακές περιπτώσεις παρουσιάζουν αντίστοιχα χαρακτηριστικά.



