Ακούς την καρδιά σου όταν ακουμπάς το κεφάλι στο μαξιλάρι; Ο λόγος ίσως δεν είναι τόσο αθώος όσο νομίζεις

Το να ξαπλώνει κανείς το βράδυ, να σβήνει τα φώτα και, αντί για ησυχία, να ακούει έναν ρυθμικό ήχο μέσα στο κεφάλι του μπορεί να είναι από ενοχλητικό έως ανησυχητικό. Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν ότι, τη στιγμή που ακουμπούν το κεφάλι τους στο μαξιλάρι, αντιλαμβάνονται καθαρά τον χτύπο της καρδιάς τους στο αυτί. Το ερώτημα είναι απλό: πρόκειται για κάτι φυσιολογικό ή για ένα σύμπτωμα που χρειάζεται προσοχή;

Σύμφωνα με όσα έχει εξηγήσει ο Anthony Youn, αν αυτό συμβαίνει σποραδικά, τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει λόγος πανικού. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο ήχος δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη ροή του αίματος στην καρωτίδα αρτηρία – το βασικό αγγείο που μεταφέρει αίμα στον εγκέφαλο, το πρόσωπο και τον λαιμό. Όταν το αυτί πιέζεται πάνω στο μαξιλάρι, ο ήχος της κυκλοφορίας του αίματος μπορεί να γίνεται πιο έντονος και να φτάνει μέχρι την ακοή μας.

Ωστόσο, τα πράγματα αλλάζουν όταν ο ήχος αυτός δεν εμφανίζεται περιστασιακά αλλά επαναλαμβάνεται συστηματικά ή γίνεται μόνιμος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ειδικοί μιλούν για μια ιδιαίτερη μορφή εμβοής, γνωστή ως παλλόμενη εμβοή. Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία ο θόρυβος που ακούγεται στα αυτιά ή στο κεφάλι έχει ξεκάθαρο ρυθμό και συγχρονίζεται με τους χτύπους της καρδιάς.

Η διαφορά της παλλόμενης εμβοής από την «κλασική» εμβοή είναι σημαντική. Η συνηθισμένη εμβοή εκδηλώνεται συνήθως ως συνεχές βουητό, σφύριγμα ή κουδούνισμα, χωρίς ρυθμό, που μπορεί να αυξομειώνεται ή να εξαφανίζεται για κάποιο διάστημα. Αντίθετα, στην παλλόμενη εμβοή ο ήχος μοιάζει σχεδόν με παλμό: έρχεται και φεύγει στον ίδιο ρυθμό με την καρδιά.

Ένας απλός τρόπος για να καταλάβει κανείς αν αυτό που ακούει σχετίζεται με τον καρδιακό παλμό είναι να ψηλαφίσει τον σφυγμό του στον καρπό ή στον λαιμό. Αν ο ήχος που ακούγεται στα αυτιά «ταιριάζει» χρονικά με τον σφυγμό, τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πρόκειται για παλλόμενη εμβοή. Αυτό το χαρακτηριστικό, μάλιστα, βοηθά τους γιατρούς να εντοπίσουν ευκολότερα την αιτία του προβλήματος.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η παλλόμενη εμβοή συνδέεται με αλλαγές στη ροή του αίματος σε αγγεία που βρίσκονται κοντά στο αυτί. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να προκύψουν από έντονη σωματική άσκηση, από αυξημένη δραστηριότητα του θυρεοειδούς αδένα ή από σκλήρυνση των αρτηριών, η οποία επηρεάζει τη φυσιολογική ροή του αίματος. Όταν το αίμα δεν κυκλοφορεί ομαλά, ο ήχος της ροής του γίνεται πιο έντονος και αντιληπτός.

Υπάρχουν και πιο σπάνιες αιτίες. Σε ορισμένους ανθρώπους, ένα αγγείο που κανονικά κλείνει λίγο μετά τη γέννηση – η λεγόμενη σταπεδική αρτηρία – παραμένει ανοιχτό. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός ήχου που γίνεται αντιληπτός στο αυτί. Σε ακόμη πιο σπάνιες περιπτώσεις, η παλλόμενη εμβοή μπορεί να σχετίζεται με όγκους στην περιοχή του κεφαλιού ή του λαιμού, οι οποίοι έχουν προκαλέσει την ανάπτυξη μη φυσιολογικών αιμοφόρων αγγείων.

Η κατάσταση μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, όμως παρατηρείται συχνότερα σε γυναίκες νεαρής ή μέσης ηλικίας. Το θετικό είναι ότι, σε πολλές περιπτώσεις, τα αίτια της παλλόμενης εμβοής μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Όταν το πρόβλημα σχετίζεται, για παράδειγμα, με αναιμία ή διαταραχές του θυρεοειδούς, η κατάλληλη θεραπεία μπορεί να μειώσει ή και να εξαφανίσει το σύμπτωμα.

Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις όπου η υποκείμενη αιτία – όπως συγκεκριμένες αγγειακές ανωμαλίες – δεν μπορεί να διορθωθεί πλήρως. Τότε, η αντιμετώπιση επικεντρώνεται στη διαχείριση του συμπτώματος. Οι επιλογές περιλαμβάνουν ηχοθεραπεία, τεχνικές χαλάρωσης, γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT), συμβουλευτική υποστήριξη, ασκήσεις ενσυνειδητότητας (mindfulness) και προγράμματα επανεκπαίδευσης για την εμβοή (Tinnitus Retraining Therapy).

Για να φτάσουν στη σωστή διάγνωση, οι γιατροί χρησιμοποιούν συνήθως απεικονιστικές εξετάσεις, όπως αξονική και μαγνητική τομογραφία, ώστε να έχουν καθαρή εικόνα του τι συμβαίνει στο εσωτερικό του κεφαλιού και των αγγείων. Αν υπάρχει υποψία αναιμίας ή ορμονικής διαταραχής, μπορεί να ζητηθούν και αιματολογικές εξετάσεις.

Το σημαντικό είναι να μη θεωρείται δεδομένο ότι κάθε ήχος είναι ακίνδυνος – αλλά και να μη δημιουργείται αδικαιολόγητος φόβος. Ο ίδιος ο θόρυβος μπορεί να είναι απλώς ενοχλητικός. Το κρίσιμο, όμως, είναι το αίτιο που τον προκαλεί. Και αυτό είναι που καθορίζει αν μιλάμε για μια αθώα ενόχληση ή για ένα ζήτημα που χρειάζεται ιατρική παρακολούθηση.