Φρόσω Μπελαβίτα & Πίτσα Κατινέλα: «Βοσκοπούλα, Ρεξ, Γόνδολα: Το παλιό Αργοστόλι ζωντανεύει και η Φρόσω κάνει χαμό!»

Φρόσω Μπελαβίτα & Πίτσα Κατινέλα: «Ωρή, στο Αργοστόλι του ’87 είχε χιόνι, σινεμά, μπιλιάρδα και παράγκα του ΠΑΣΟΚ!»

Η σατιρική σειρά του Kefalonia Magazine – Επεισόδιο 13

Μια φωτογραφία. Μια γωνιά της πλατείας Βαλλιάνου. Ένα Αργοστόλι που άλλαξε, αλλά δεν ξεχάστηκε.

Στις 14 Μαρτίου 1987, ο φακός του Σπύρου Καπατσώρη, γνωστού ως Φώτο Λόλου, απαθανάτισε από το ξενοδοχείο «Αίνος» μια γωνιά του Αργοστολίου. Στο κέντρο η παλιά «Βοσκοπούλα». Λίγο πιο πέρα το Ρεξ, τα τουριστικά μαγαζιά, τα στέκια, οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις που έδιναν ζωή στην πλατεία.

Ο Διονύσης Καππάτος, περιγράφοντας χρόνια αργότερα τη φωτογραφία, ξαναζωντάνεψε έναν ολόκληρο μικρό κόσμο. Κι εμείς αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: να δείξουμε τη φωτογραφία στη Φρόσω Μπελαβίτα και την Πίτσα Κατινέλα.

Σημερινό Αργοστόλι. Η Πίτσα κάθεται σε καφετέρια και κοιτάζει μια παλιά φωτογραφία στο κινητό. Η Φρόσω φτάνει με τη γνωστή τεράστια κόκκινη τσάντα της, τρία βραχιόλια που κουδουνίζουν και μαλλί που χρειάζεται δικό του μετεωρολογικό δελτίο.

ΦΡΟΣΩ: ΩΡΗ ΠΙΤΣΑΑΑ! ΤΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙΣ ΚΑΙ ΕΧΕΙΣ ΜΟΥΤΡΑ ΣΑΝ ΝΑ ΣΟΥ ΗΡΘΕ Ο ΕΝΦΙΑ;

ΠΙΤΣΑ: Έλα, ωρή, να δεις! Το Αργοστόλι του 1987!

ΦΡΟΣΩ: ΑΧ! ΤΟ 1987! ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΗΜΟΥΝΑ ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΑΠΟ ΤΟ 1975 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΛΕΣ ΠΩΣ ΗΣΟΥΝΑ ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ! ΑΜΑ ΣΕ ΑΦΗΣΟΥΜΕ, ΘΑ ΜΑΣ ΠΕΙΣ ΠΩΣ ΣΕ ΕΙΧΑΝΕ ΒΑΛΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΤΗΝ BARBIE!

ΦΡΟΣΩ: Ζηλεύεις, μωρή! Τότε είχα μαλλί, κορμί και πέραση!

ΠΙΤΣΑ: Μαλλί είχες, ωρή, το θυμάμαι. Τόσο πολύ, που άμα εφυσούσε νοτιάς, επιάνανε τα καράβια σήμα από τσι μπούκλες σου!

ΦΡΟΣΩ: Κοίτα, κοίτα τη φωτογραφία! Η Βοσκοπούλα! Το Ρεξ! Ωρή, τι χρόνια!

ΠΙΤΣΑ: Και ξέρεις πότε ετραβήχτηκε; Δεκατέσσερις Μαρτίου του 1987. Τότε που είχε πιάσει κρύο και χιόνι στο Αργοστόλι!

ΦΡΟΣΩ: ΧΙΟΝΙ; ΩΡΗ, ΘΥΜΑΜΑΙ! ΕΓΩ ΕΙΧΑ ΒΓΕΙ ΜΕ ΓΟΥΝΑ!

ΠΙΤΣΑ: Εσύ, μωρή, με γούνα εβγαίνες και τον Αύγουστο άμα ήτανε να σε δει κανένας καλός γαμπρός!

ΦΡΟΣΩ: Ήμουνα κομψή!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΑΜΑ ΕΠΕΦΤΕΣ ΜΕ ΕΦΚΕΙΗ ΤΗ ΓΟΥΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ, ΘΑ ΣΕ ΠΕΡΝΑΓΑΝΕ ΓΙΑ ΑΓΝΩΣΤΟ ΕΙΔΟΣ ΠΟΛΙΚΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ ΚΑΙ ΘΑ ΕΦΩΝΑΖΑΝΕ ΤΟΝ ΚΤΗΝΙΑΤΡΟ!

Η Βοσκοπούλα, η βέσπα και ο τσαγκάρης

Η Πίτσα μεγαλώνει τη φωτογραφία στην οθόνη.

ΠΙΤΣΑ: Εδώ, ωρή, η Βοσκοπούλα. Και δεξιά, μετά τη βέσπα που ήτανε σήμα κατατεθέν, το τσαγκαράδικο του κυρ Ανδρέα Κληρονόμου.

ΦΡΟΣΩ: ΑΧ! Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ! Ωρή, τότε άμα εχαλούσε το παπούτσι, δεν το επέταγες. Το επήγαινες για φτιάξιμο!

ΠΙΤΣΑ: Και ο άνθρωπος εδιόρθωνε ό,τι μπορούσε. Σήμερα αγοράζεις παπούτσια, τα φοράς τρεις φορές και σου λένε πως είναι περσινή μόδα!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ θυμάμαι που μου είχε σπάσει ένα τακούνι στην πλατεία!

ΠΙΤΣΑ: Το θυμάμαι, μωρή! Επήγες να κάνεις εντυπωσιακή είσοδο μπροστά σ’ έναν νεαρό κι έκαμες προσγείωση σαν αεροπλάνο με χαλασμένο τροχό!

ΦΡΟΣΩ: Εγλίστρησα!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΕΠΗΓΕΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΠΑΣΑΡΕΛΑ ΚΙ ΕΚΑΜΕΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΗ! Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΕΦΤΙΑΞΕ ΤΟ ΤΑΚΟΥΝΙ, ΑΛΛΑ ΤΟ ΚΥΡΟΣ ΣΟΥ ΔΕΝ ΕΜΠΟΡΕΣΕ ΝΑ ΤΟ ΚΟΛΛΗΣΕΙ!

ΦΡΟΣΩ: Ο νεαρός πάντως με εσήκωσε!

ΠΙΤΣΑ: Ε, βέβαια! Εφοβήθηκε μην του μείνεις στη μέση του δρόμου και χρειαστεί γερανός!

ΦΡΟΣΩ: ΩΡΗ, ΕΙΣΑΙ ΑΠΑΙΣΙΑ!

ΠΙΤΣΑ: Αλλά με αγαπάς, μωρή!

Η Γόνδολα, ο Πιέρρος και τα πρώτα ιταλικά όνειρα

ΠΙΤΣΑ: Και λίγο παραπέρα, ωρή, ήτανε η Γόνδολα του Μιχάλη Κυπριώτη. Ένα πρωτοποριακό ιταλικό εστιατόριο για την εποχή, με τον Πιέρρο στην κουζίνα.

ΦΡΟΣΩ: ΑΧ! ΙΤΑΛΙΚΟ! Ωρή, εγώ πάντα είχα αδυναμία στους Ιταλούς!

ΠΙΤΣΑ: Εσύ, μωρή, είχες αδυναμία σε κάθε άντρα που εφόραγε καθαρό πουκάμισο και ήξερε να πει «καλησπέρα»!

ΦΡΟΣΩ: Οι Ιταλοί είναι ρομαντικοί!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό δεν το αμφισβητώ. Αλλά εσύ είχες πάει για μακαρονάδα και ερώτησες αν ο σερβιτόρος είναι παντρεμένος!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ ερώτησα αν έχει οικογένεια!

ΠΙΤΣΑ: ΝΑΙ, ΩΡΗ! ΚΙ ΟΤΑΝ ΣΟΥ ΕΙΠΕ ΠΩΣ ΕΧΕΙ ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ, ΕΡΩΤΗΣΕΣ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑ ΤΟΥ Ή ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΓΑΜΟ ΤΣΗ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ! ΕΙΧΕΣ ΚΑΝΕΙ ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΠΡΙΝ ΕΡΘΕΙ Η ΚΑΡΜΠΟΝΑΡΑ!

ΦΡΟΣΩ: Ε, να ξέρουμε με ποιον μιλάμε!

ΠΙΤΣΑ: Ωρή, ο άνθρωπος ερχότανε να πάρει παραγγελία, όχι να σου φέρει πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης!

Η Πίτσα θυμίζει πως στον χώρο της Γόνδολας λειτουργούσε παλαιότερα το εστιατόριο του Γιάννη Λορεντζάτου και της κυρίας Ρεγγίνας, ενώ στον όροφο βρισκόταν το τουριστικό γραφείο των αδελφών Γουλιμή.

ΦΡΟΣΩ: Ωρή, μια γωνιά και τόσες ιστορίες!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό είναι το παλιό Αργοστόλι. Κάθε πόρτα κι ένα όνομα. Κάθε μαγαζί κι ένας άνθρωπος που τον θυμότανε όλη η πόλη.

Το Ρότα, τα μπιλιάρδα και η θρυλική παράγκα του ΠΑΣΟΚ

ΠΙΤΣΑ: Απέναντι, ωρή, ήτανε το Ρότα του Παναγή Νιφοράτου. Και πιο πάνω τα μπιλιάρδα του Μπουρτζουάλου.

ΦΡΟΣΩ: ΑΧ! ΤΑ ΜΠΙΛΙΑΡΔΑ!

ΠΙΤΣΑ: Εσύ, μωρή, δεν ήξερες να κρατήσεις ούτε τη στέκα!

ΦΡΟΣΩ: Ήξερα μια χαρά!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΠΗΓΕΣ ΝΑ ΧΤΥΠΗΣΕΙΣ ΤΗ ΜΠΑΛΑ ΚΑΙ ΕΧΤΥΠΗΣΕΣ ΤΗΝ ΤΣΑΝΤΑ ΣΟΥ! ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΕΡΩΤΗΣΕΣ ΑΝ Ο ΩΡΑΙΟΣ ΠΟΥ ΣΤΕΚΟΤΑΝΕ ΔΙΠΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΑΙΤΗΤΗΣ!

ΦΡΟΣΩ: Ε, δεν ήμουνα επαγγελματίας!

ΠΙΤΣΑ: Επαγγελματίας ήσουνα μόνο στο φλερτ!

ΦΡΟΣΩ: Και μετά, ωρή, ήτανε η παράγκα του ΠΑΣΟΚ!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειή κι αν ήτανε ιστορική!

ΦΡΟΣΩ: Ωρή, τότε άμα ήθελες να μάθεις τι γίνεται στην πολιτική, δεν άνοιγες κινητό. Επερνούσες από την παράγκα!

ΠΙΤΣΑ: Και άμα ήθελες να μάθεις τι γίνεται σε όλο το Αργοστόλι, εκαθόσουνα λίγο πιο πέρα να ακούσεις τσι κουβέντες!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ θα έκανα πολιτική καριέρα!

ΠΙΤΣΑ: Ωχ! Με ποιο κόμμα;

ΦΡΟΣΩ: Με όποιο είχε τον πιο ωραίο υποψήφιο!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΔΕΝ ΘΑ ΕΨΗΦΙΖΕΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ! ΘΑ ΕΖΗΤΟΥΣΕΣ ΠΡΩΤΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΩΝ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΘΑ ΕΔΙΑΒΑΖΕΣ ΤΟ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΟ!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ πάντα εκτιμούσα την προσωπικότητα!

ΠΙΤΣΑ: Την προσωπικότητα, μωρή, ή το μουστάκι;

ΦΡΟΣΩ: Και τα δύο!

ΠΙΤΣΑ: Ε, ΤΟΤΕ ΘΑ ΕΚΑΝΕΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΟΜΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΟ ΧΤΕΝΙΣΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΥΣΤΑΚΙ! ΘΑ ΤΟ ΕΛΕΓΕΣ «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΩΡΑΙΩΝ ΑΝΔΡΩΝ»!

ΦΡΟΣΩ: ΩΡΗ, ΜΗ ΜΟΥ ΧΑΛΑΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΡΙΕΡΑ ΠΡΙΝ ΑΡΧΙΣΕΙ!

Το Ρεξ: Ένας κινηματογράφος, χίλιοι έρωτες

Η Φρόσω δείχνει με ενθουσιασμό την επιγραφή REX στη φωτογραφία.

ΦΡΟΣΩ: ΩΡΗ! ΤΟ ΡΕΞ! ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΜΟΥ ΤΑ ΝΙΑΤΑ!

ΠΙΤΣΑ: Ο κινηματογράφος του Μάκη Πανταζάτου, του Βόζου! Με τσου ανθρώπους που δούλεψαν στην προβολή και τον Θανάση Ρεββέκα στο κυλικείο.

ΦΡΟΣΩ: Θυμάσαι, Πίτσα, πόσο ωραία ήτανε να πηγαίνουμε σινεμά;

ΠΙΤΣΑ: Θυμάμαι, ωρή. Επαίρναμε το εισιτήριο, εδιαλέγαμε θέση και περιμέναμε να σβήσουνε τα φώτα.

ΦΡΟΣΩ: Κι εγώ πάντα ήθελα να κάθομαι πίσω!

ΠΙΤΣΑ: Το ξέρω, μωρή! Για να μη σε βλέπουνε που εκοίταζες ποιος μπήκε με ποια!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ εκοίταζα την ταινία!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΒΓΗΚΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΡΕΞ ΚΑΙ ΔΕΝ ΗΞΕΡΕΣ ΟΥΤΕ ΠΩΣ ΕΤΕΛΕΙΩΣΕ Η ΤΑΙΝΙΑ! ΑΛΛΑ ΗΞΕΡΕΣ ΠΟΙΟΣ ΕΚΑΘΟΤΑΝΕ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΣΕΙΡΑ, ΠΟΙΑΝ ΕΚΡΑΤΟΥΣΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΤΙ ΑΡΩΜΑ ΕΦΟΡΑΓΕ!

ΦΡΟΣΩ: Είχα παρατηρητικότητα!

ΠΙΤΣΑ: Είχες, ωρή! Άμα σε εβάζανε σε αστυνομική έρευνα, θα εβρίσκαμε τον ένοχο πριν αρχίσουνε οι τίτλοι τση ταινίας!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ πάντως είχα ζήσει έναν μεγάλο έρωτα στο Ρεξ!

ΠΙΤΣΑ: Ποιον απ’ όλους, μωρή; Γιατί με τσι δικούς σου έρωτες θα χρειαστούμε κατάλογο ταινιών!

ΦΡΟΣΩ: Εκείνον που μου εκράτησε το χέρι!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΦΚΕΙΟΣ ΣΟΥ ΕΚΡΑΤΗΣΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΓΙΑΤΙ ΕΣΚΟΝΤΑΨΕΣ ΣΤΟ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ! ΕΣΥ ΤΟ ΕΚΑΜΕΣ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ ΜΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ!

ΦΡΟΣΩ: Είχε χημεία η στιγμή!

ΠΙΤΣΑ: Χημεία; Ωρή, είχε σκοτάδι και κακό φωτισμό!

Ο Δενδρινός και τα ηλεκτρικά παιχνίδια

ΠΙΤΣΑ: Και παραπέρα, ωρή, το πολυκατάστημα του Βαγγέλη Δενδρινού. Εφκειό που εζήταγες ό,τι ήθελες και κάτι θα εβρισκες!

ΦΡΟΣΩ: Και τα ηλεκτρικά παιχνίδια με τα κέρματα!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειά ήτανε μεγάλη υπόθεση για τα παιδιά. Ο κυρ Μάκης Λιβιεράτος είχε βάλει από τα πρώτα τέτοια παιχνίδια.

ΦΡΟΣΩ: Εγώ θυμάμαι που είχα παίξει!

ΠΙΤΣΑ: Ναι, μωρή! Είχες βάλει κέρμα και επερίμενες να σου βγάλει δώρο!

ΦΡΟΣΩ: Δεν ήξερα πώς δουλεύει!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΕΝΟΜΙΖΕΣ ΠΩΣ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΗΤΑΝΕ ΜΗΧΑΝΗ ΠΟΥ ΕΒΡΙΣΚΕ ΓΑΜΠΡΟΥΣ! ΕΒΑΛΕΣ ΔΡΑΧΜΗ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΒΓΕΙ Ο ΨΗΛΟΣ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΛΛΙΑ!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ πάντα ήμουνα μπροστά από την εποχή μου!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό είναι αλήθεια! Είχες εφεύρει το Tinder πριν βγούνε τα κινητά!

ΦΡΟΣΩ: Και χωρίς συνδρομή!

ΠΙΤΣΑ: ΧΩΡΙΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΕΞΟΔΑ ΣΕ ΚΑΦΕΔΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΙΤΕΡΟΛ!

Οι καντάδες, οι παρέες και οι άνθρωποι της γειτονιάς

Η Πίτσα συνεχίζει να διαβάζει την αφήγηση του Διονύση Καππάτου.

ΠΙΤΣΑ: Κι εδώ, ωρή, μιλάει για τις παρέες που ερχόντουσαν τα βράδια στη Βοσκοπούλα και ετραγουδούσανε καντάδες. Ο Μπαμπίνος, ο Νιόνιος, ο Σπύρος Πετράτος, ο Φακούντος, ο Σπύρος Φωκάς, ο Νίκος Κάπελλας, ο Σπύρος Τετενές, οι Μεσσαραίοι και τόσοι άλλοι.

ΦΡΟΣΩ: Αχ, ωρή! Εφκειά είναι που μου λείπουνε. Να κάθεσαι και να ακούς μια παρέα να τραγουδάει χωρίς μικρόφωνα, χωρίς μεγάφωνα, χωρίς τίποτα!

ΠΙΤΣΑ: Μόνο με φωνές και μεράκι.

ΦΡΟΣΩ: Και να σου τραγουδάει ένας καντάδα κάτω από το παράθυρο!

ΠΙΤΣΑ: Εσένα, μωρή, σου είχανε τραγουδήσει ποτέ;

ΦΡΟΣΩ: ΦΥΣΙΚΑ!

ΠΙΤΣΑ: Ποιος;

ΦΡΟΣΩ: Ένας νεαρός με υπέροχη φωνή!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΦΚΕΙΟΣ ΕΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ ΣΤΗΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ! ΕΣΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ, ΕΚΑΜΕΣ ΥΠΟΚΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΠΕΤΑΞΕΣ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ!

ΦΡΟΣΩ: Η μουσική είναι για όλους!

ΠΙΤΣΑ: Ναι, μωρή, αλλά η καντάδα ήτανε για την άλλη!

ΦΡΟΣΩ: Ε, δεν εχάλασε ο κόσμος!

ΠΙΤΣΑ: Όχι, αλλά ο καημένος ο άνθρωπος εσταμάτησε να τραγουδάει από την τρομάρα του!

Οι δύο φίλες γελούν, αλλά ύστερα η Πίτσα στέκεται στα ονόματα των παλιών επαγγελματιών: στον Νικηφόρο Κορρέ και τον Νίκο Μπουρμπούλη, στον Λευτέρη Αντωνέλλο και την Αντωνία, στον Νιόνιο Σκλαβουνάκη, στον Φώτο Λόλο, στον κυρ Σταύρο και στον Νίκο Πεφάνη με τη Φιφή και τα παιδιά τους.

ΠΙΤΣΑ: Κοίτα πόσα ονόματα, ωρή. Ολόκληρες ζωές. Εφκειοί οι άνθρωποι εκρατούσανε ζωντανή την πλατεία.

ΦΡΟΣΩ: Κι ο καθένας είχε τη δική του ιστορία.

ΠΙΤΣΑ: Ακριβώς. Το Αργοστόλι δεν ήτανε μόνο τα κτίρια. Ήτανε οι άνθρωποί του.

Η φωτογραφία που έγινε μηχανή του χρόνου

Η Φρόσω κοιτάζει ξανά τη φωτογραφία. Το χιόνι στις στέγες, τα άδεια τραπεζάκια, τη βέσπα, την επιγραφή του Ρεξ.

ΦΡΟΣΩ: Ξέρεις τι με συγκινεί, Πίτσα; Πως όλα εφκειά ήτανε κάποτε η καθημερινότητά μας. Δεν εσκεφτόμασταν πως μια μέρα θα τα κοιτάμε σαν ιστορία.

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό είναι το παράξενο, ωρή. Τότε ήτανε απλώς μια συνηθισμένη μέρα. Ένα μαγαζί, μια βόλτα, ένα εισιτήριο για το Ρεξ, μια κουβέντα στην πλατεία.

ΦΡΟΣΩ: Κι εδά όλα μοιάζουνε τόσο μακρινά.

ΠΙΤΣΑ: Γιατί επεράσανε τα χρόνια, μωρή. Κι αλλάξανε οι δρόμοι, τα μαγαζιά, οι άνθρωποι.

ΦΡΟΣΩ: Αν μπορούσες να μπεις μέσα στη φωτογραφία για μια ώρα, τι θα έκανες;

ΠΙΤΣΑ: Θα επήγαινα στη Βοσκοπούλα για ένα γλυκό. Θα επερνούσα από τον τσαγκάρη, θα εχάζευα τις βιτρίνες, θα άκουγα μια καντάδα. Κι ύστερα θα εκοίταζα όλους εφκειούς τσου ανθρώπους που μας λείπουνε.

ΦΡΟΣΩ: Εγώ θα επήγαινα στο Ρεξ!

ΠΙΤΣΑ: Να δεις ταινία;

ΦΡΟΣΩ: Να δω αν είναι ακόμα εκείνος ο ψηλός με τα γαλανά μάτια!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΑΜΑ ΣΕ ΒΑΛΟΥΜΕ ΣΕ ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΔΕΝ ΘΑ ΣΩΣΕΙΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ! ΘΑ ΠΑΣ ΝΑ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΣΟΥ ΡΑΝΤΕΒΟΥ!

ΦΡΟΣΩ: Ε, και; Ο καθένας έχει τσι προτεραιότητές του!

ΠΙΤΣΑ: ΝΑΙ, ΜΩΡΗ! ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΡΕΙΣ: ΜΑΛΛΙ, ΓΑΜΠΡΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΙΤΕΡΟΛ!

Η τελευταία κουβέντα

Η Πίτσα ακουμπάει το κινητό στο τραπέζι και σηκώνει τον καφέ της.

ΠΙΤΣΑ: Να σου πω όμως και κάτι, Φρόσω μου. Καλά έκανε ο Φώτο Λόλος και ετράβηξε εφκειή τη φωτογραφία. Και καλά έκανε ο Διονύσης Καππάτος και μας εθύμισε τσι ανθρώπους και τα μαγαζιά της γειτονιάς.

ΦΡΟΣΩ: Γιατί αλλιώς πολλά θα εχάνονταν.

ΠΙΤΣΑ: Ακριβώς, ωρή. Μια φωτογραφία μπορεί να σώσει μια ολόκληρη γωνιά της πόλης από τη λησμονιά.

ΦΡΟΣΩ: Και να κάνει τσου παλιούς να χαμογελάσουνε και τσου νέους να ρωτήσουνε.

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό έχει σημασία. Να μη χαθούνε οι ιστορίες.

ΦΡΟΣΩ: Ωρή Πίτσα, θα βγάλουμε κι εμείς μια φωτογραφία στην πλατεία!

ΠΙΤΣΑ: Να βγάλουμε, μωρή!

ΦΡΟΣΩ: Και σε σαράντα χρόνια θα τη βλέπουνε οι νέοι και θα λένε «τι όμορφες γυναίκες!»

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΣΕ ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΜΑ ΒΡΟΥΝΕ ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΜΑΣ, ΘΑ ΓΡΑΦΟΥΝΕ «ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΤΣΑΝΤΑ ΚΑΙ ΑΝΕΞΗΓΗΤΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΚΑΦΕ»!

ΦΡΟΣΩ: ΚΑΙ ΘΑ ΜΕ ΛΕΝΕ ΘΡΥΛΟ!

ΠΙΤΣΑ: Θρύλο, ωρή! Αλλά πρώτα πλήρωσε τον καφέ!

ΦΡΟΣΩ: Ωρή, δεν βρίσκω το πορτοφόλι!

ΠΙΤΣΑ: ΕΦΚΕΙΟ, ΜΩΡΗ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΛΛΑΞΕ ΑΠΟ ΤΟ 1987 ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ! ΤΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ ΕΧΑΣΕ ΜΑΓΑΖΙΑ, ΕΧΑΣΕ ΣΤΕΚΙΑ, ΑΛΛΑ ΕΣΥ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙΣ ΝΑ ΧΑΝΕΙΣ ΤΟ ΠΟΡΤΟΦΟΛΙ ΜΟΛΙΣ ΕΡΘΕΙ Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ!

Και οι δύο φίλες ξεσπούν σε γέλια. Στην οθόνη του κινητού, η παλιά φωτογραφία του 1987 παραμένει φωτεινή. Το Ρεξ, η Βοσκοπούλα, η βέσπα, τα μικρά μαγαζιά και οι άνθρωποι που έγραψαν την ιστορία αυτής της γωνιάς συνεχίζουν να ζουν μέσα στις αναμνήσεις μιας πόλης που, όσο κι αν αλλάζει, δεν παύει να θυμάται.


Σημείωση: Η Φρόσω Μπελαβίτα και η Πίτσα Κατινέλα είναι φανταστικοί σατιρικοί χαρακτήρες. Οι διάλογοι και τα προσωπικά περιστατικά τους αποτελούν μυθοπλασία. Τα ιστορικά στοιχεία για τη φωτογραφία της 14ης Μαρτίου 1987 και τα παλιά καταστήματα βασίζονται στη δημοσιευμένη αφήγηση του Διονύση Καππάτου. Οι αναφορές σε πραγματικούς επαγγελματίες γίνονται με σεβασμό στη μνήμη και στην προσφορά τους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ