Μια σπουδαία έκθεση Ζωγραφικής στο Θέατρο Αργοστολίου στην αίθουσα Αντίοχου Ευαγγελλάτου. Την έκθεση παρουσίασε η. κ. Δώρα Μαρκάτου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης.. Οργάνωση έκθεσης Σίσσυ Μαραβέγια. Υπό την αιγίδα της ΚΕΔΗΚΕ.

Εκεί ήταν η κ. Λούκα Κατσέλη και ο κ. Ναπολέων Μαραβέγιας.

Για δεύτερη συνεχή χρονιά, η Σίσσυ Τζιρίτη – Μαραβέγια οργάνωσε έκθεση ζωγραφικής στο Θέατρο «Κέφαλος» στο Αργοστόλι, με τίτλο Καράβια (6-11 Αυγούστου 2019). Συμμετέχουν οκτώ ζωγράφοι που κατάγονται από την Κεφαλονιά ή συνδέονται με το νησί:  Αλέξης Αυλάμης, Κάτια Βαρβάκη, Εύα Διβάρη, Μάριον Ιγγλέση, Διονύσης Μαραβέγιας, Λίζα Μέρλιν – Βασιλάτου, Ισμήνη Μπονάτσου, Μαρίνα Στελλάτου.

Η εφετεινή έκθεση συνεχίζει τον προβληματισμό της προηγούμενης και αναφέρεται επίσης στη θάλασσα, με την οποία οι κάτοικοι του νησιού έχουν πανάρχαιους δεσμούς, όπως άλλωστε οι περισσότεροι Ελληνες. Γι’ αυτό και η θάλασσα αποτελεί διαχρονικά ένα σταθερό θέμα της ελληνικής ζωγραφικής. Στις μέρες μας, λόγω των περιβαλλοντικών προβλημάτων και της αναπτυχθείσας οικολογικής συνείδησης, πολλοί Έλληνες ζωγράφοι ακολουθούν τη γενικότερη τάση της εποχής και ασχολούνται με την τοπιογραφία, μία υποκατηγορία της οποίας είναι η θαλασσογραφία στις διάφορες εκφάνσεις της, όπως είναι η απόδοση των καραβιών και των συμβολισμών τους.  Από τον δέκατο ένατο αιώνα είναι ευδιάκριτη η τάση των Ελλήνων ζωγράφων να αποδώσουν ζωγραφικά τα διάφορα σκαριά, ώστε να εκφράσουν τα άμεσα βιώματά τους αλλά και να ικανοποιήσουν ι ανάγκες της πελατείας τους. Από τον κορυφαίο καραβογράφο μας τον Κωνσταντίνο Βολανάκη (1837-1907), και μέχρι σήμερα, το καράβι με τους συμβολισμούς του τράβηξε την προσοχή των Ελλήνων καλλιτεχνών. Οι οκτώ της παρούσας έκθεσης αφηγούνται ζωγραφικές ιστορίες με πρωταγωνιστές πλεούμενα, ανάλογα με το μορφοπλαστικό ιδίωμά του ο καθένας και την κοσμοθεωρία του.

Ο Αλέξης Αυλάμης καταθέτει μια ολοκληρωμένη πρόταση που συνάδει με τον ερευνητικό χαρακτήρα και την πνευματικότητα τη υπόλοιπης δουλειάς του. Με αφετηρία τον ρόλο των καραβιών ω* μεταφορικό μέσο ανθρώπων και αγαθών από τη μια και μέσο μεταφοράς και διάχυσης ιδεών και γνώσεων από την άλλη, αισθητοποιεί με πρωτότυπο, απόλυτα προσωπικό αλλά και με παιγνιδιάρικο τρόπο, τη συμβολή τους στον πολιτισμό. Ερευνά ναυτικούς χάρτες, ανατρέχει σε παλαιότερες μορφές πλοίων διαφόρων λαών, λαμβάνει υπόψη του τη λογοτεχνία της θάλασσας, τις αφηγήσεις των ναυτικών και τα ημερολόγια και αξιοποιεί σε φανταστικές συνθέσεις τις γυναίκες – σύμβολα, που ενοικούν στις σελίδες τους. Κάθε έργο είναι και ένα ποίημα που τέρπει την όραση και ακονίζει τη σκέψη. Ο Αυλάμης, καταξιωμένος διεθνώς, ασκεί τη ζωγραφική ως επιστήμη, σαν να τον συνδέει ένα αόρατο νήμα με τη σκέψη των πρωτοπόρων της Αναγέννησης που θεώρησαν ότι η ζωγραφική είναι πνευματική υπόθεση (Leonardo, cosa mentale).

Η Κάτια Βαρβάκη, γνωστή για την πληθωρική, ονειρική ζωγραφική της, με πρώτη ματιά φαίνεται εδώ να «προσγειώνεται» σε πιο πραγματικές εικόνες. Διατηρεί, ωστόσο, τα πλούσια και έντονα χρώματα και προπαντός την εμμονή της στην απόδοση της ροής του χρόνου και μας ταξιδεύει από το ιστιοφόρο της προβιομηχανικής περιόδου στα σημερινά ναυπηγεία. Η κομψότητα του ιστιοφόρου με τα περίτεχνα πανιά, που απορροφούν τις αντανακλάσεις του φωτός στη θάλασσα και μεταμορφώνεται σε χρωματικό ποίημα, παραχωρεί τη θέση της στη στιβαρότητα του ναυπηγούμενου σύγχρονου σκάφους. Έτσι ο θεατής προσμετρά τη χρονική απόσταση, αλλά συγχρόνως νιώθει και την ικανότητά της να διατηρεί την αυθεντικότητα της έκφρασής της ακόμη και όταν λειτουργεί με δεδομένο θέμα.

Η Εύα Διβάρη, γνωστή και βραβευμένη καραβογράφος, βρίσκεται απόλυτα στο στοιχείο της και καταθέτει με άμεσο και αυθεντικό τρόπο τα βιώματά της. Αποδίδει τα πλοία και τα εξαρτήματά τους από επιλεγμένες οπτικές γωνίες, ώστε αυτά να ορθώνονται ενώπιον μας μνημειακά, να επιβάλλονται με τον τεράστιο όγκο τους που εκμηδενίζει την ανθρώπινη μορφή και να κεντρίζουν τις αισθήσεις, τη σκέψη και τη φαντασία μας. Τα έντονα χρώματα, η ευδιάκριτη και γρήγορη πινελιά, η απλοποίηση των μορφών, η συγκέντρωση στην απόδοση του ουσιώδους, οι απρόσμενες λεπτομέρειες μαρτυρούν την εξοικείωσή της με το δεδομένο ζωγραφικό θέμα, που το υπηρετεί πιστά εδώ και δεκαετίες.

Η Μάριον  Ιγγλέση χρησιμοποιεί τις σιλουέτες και τις κατόψεις των πλοίων ως καμβά για να αποδώσει γεωμετρικές, χρωματικές συνθέσεις με απηχήσεις από τη γεωμετρική αφαίρεση. Χωρίς αφηγηματική διάθεση, αποξενώνει τα καράβια από τον φυσικό τους προορισμό, αυτονομεί τα σχεδιαστικά ίχνη τους και τα καθιστά φορέα των δικών της αναζητήσεων.

Ο Διονύσης Μαραβέγιας, με σπουδές στην Ιστορία της Τέχνης και θητεία στη λογοτεχνία, ζωγραφίζει καράβια και ναύτες αφαιρετικά, χωρίς αφηγηματική διάθεση αλλά με υπερρεαλιστικές προεκτάσεις, χιούμορ και αφοπλιστική απλότητα. Όπως ο ίδιος σημειώνει, ζωγραφίζει «το απροσδόκητο, το διαφορετικό, το υπερλογικό και συνάμα το φυσικό στην απλούστερη μορφή του».

Η Λίζα Μέρλιν – Βασιλάτου, πιστή στην τοπιογραφική της ενασχόληση, εντάσσει το πλεούμενο στο θαλασσινό τοπίο και το αποδίδει ως μέρος ενός οργανωμένου συνόλου, ανάλογα με τις επικρατούσες ατμοσφαιρικές συνθήκες. Οι συνθέσεις της με τα σκοτεινά χρώματα και τον ελλιπή φωτισμό φαίνονται ερεβώδεις, σαν να αντανακλούν συναισθήματα φόβου και αβεβαιότητας μπροστά στο υγρό στοιχείο.

Η Ισμήνη Μπονάτσου, με λεπτεπίλεπτο σχέδιο, ζωγραφίζει  αέρινες, δαντελένιες σιλουέτες πλοίων που πλαισιώνονται πάντα μια γυναικεία μορφή με δύσθυμη διάθεση, σαν να βγαίνει απ ναυτικές αφηγήσεις για τη μάνα, τη σύζυγο, την αγαπημένη που συνοδεύει με τη σκέψη της τα ταξίδια του ναυτικού. Μια άλλη φεμινιστική ανάγνωση θα όριζε το καράβι ως σύμβολο φυγής προς την  ελευθερία και τη γνώση, με στόχο την αποδέσμευση της νέας γυναίκας από τα τελευταία κατάλοιπα κοινωνικών διακρίσεων σε βάρος της. Γι’ αυτό ίσως το καράβι αποδίδεται όχι τόσο στην υλική του ι στάση όσο άυλο και ως οπτασία. Σε κάθε περίπτωση το αφύσικο φως, το ψυχρό χρώμα, η μοναξιά και η ακινησία της οργανικής της ανόργανης μορφής δημιουργούν μια μεταφυσική ατμόσφαιρα με υπερρεαλιστικές προεκτάσεις.

Η Μαρίνα Στελλάτου εντάσσει τα πλεούμενα μέσα σε θαλασσογραφίες που ακροβατούν ανάμεσα στην πραγματικότητα κα όνειρο, σαν να είναι μεταγραφή των δικών της συναισθημάτων αισθητοποίηση μνημονικών εικόνων. Η σχεδιαστική ελευθερία, η  ασάφεια των μοτίβων και το χαμηλόφωνο αλλά υποβλητικό χρώμα δημιουργούν συνθέσεις εξπρεσιονιστικές που παραπέμπουν περισσότερο σε εσωτερικά παρά πραγματικά τοπία.

Ανακεφαλαιώνοντας, οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες, με αφορμή  το καράβι, εκφράζουν τα βιώματά τους, τις αγωνίες τους, τα οράματά τους, τον οικολογικό τους προβληματισμό, τις αναζητήσεις τους για το νόημα του κόσμου, σε μια εποχή που όχι σπάνια η καλλιτεχνική δημιουργία ενδιαφέρεται μονομερώς για τη μορφή και υλικά και παραμελεί το περιεχόμενο του έργου. Παρά τις διαφορές τους ως προς την ηλικία, τις σπουδές, τα μορφοπλαστικά μέσα, τις εγγενείς ιδιότητές τους, συγκλίνουν σε μια κοινή πεποίθηση, ότι το καράβι ως μια πολιτισμική έκφραση είναι πρόσφορο για εικαστική αξιοποίηση και προβολή των προσωπικών τους αναζητήσεων.

Δώρα Φ. Μαρκάτου

αναπλ. καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης

Δώρα Φ. Μαρκάτου

αναπλ. καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης

Αναδημοσιευση από www.kefalonianews.gr