Μερικές φορές, στην προσπάθειά μας να αντικρούσουμε μια κουβέντα που μας ενοχλεί, καταλήγουμε να απαντάμε σε κάτι που… δεν ειπώθηκε ποτέ.
Κάπως έτσι μοιάζει να συνέβη με τον Γιώργο Λιάγκα και τη Νόρα Καούρη.
Η δημοσιογράφος τού είπε ότι για πολλούς είναι «love to hate ή hate to love».
Και ο Γιώργος Λιάγκας αντέδρασε περίπου σαν να του είχε πει:
«Γιώργο, ο κόσμος σε μισεί και όλη σου η καριέρα στηρίχθηκε στο μίσος του κόσμου».
Μόνο που δεν του είπε αυτό.
Και κάπου εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον.
Άλλο «love to hate» και άλλο «σε μισούν όλοι»
Το «love to hate» δεν σημαίνει ότι κάποιος είναι καθολικά αντιπαθής.
Το αντίθετο.
Περιγράφει ακριβώς εκείνη την κατηγορία δημόσιων προσώπων που προκαλούν έντονα και συχνά αντιφατικά συναισθήματα.
Τους παρακολουθείς ακόμη και όταν σε εκνευρίζουν.
Σχολιάζεις αυτά που λένε.
Διαφωνείς μαζί τους.
Μπορεί να τους βρίσκεις κάποιες φορές εξαιρετικούς και άλλες φορές ανυπόφορους.
Αλλά εξακολουθούν να σε ενδιαφέρουν.
Και, μεταξύ μας, αν υπάρχει ένας παρουσιαστής στην ελληνική τηλεόραση που δύσκολα περνά απαρατήρητος, αυτός είναι ο Γιώργος Λιάγκας.
Αυτό δεν είναι καν προσβολή.
Είναι σχεδόν περιγραφή του τηλεοπτικού του προφίλ.
Ο ίδιος έχει οικοδομήσει μια καριέρα πάνω στην έντονη άποψη, στη σύγκρουση, στην ευθύτητα, στην πρόκληση, στις δυνατές τοποθετήσεις και αρκετές φορές στην υπερβολή.
Και τώρα ενοχλείται επειδή κάποιος τού επισημαίνει ότι υπάρχει κόσμος που μπορεί να τον παρακολουθεί ενώ ταυτόχρονα ενοχλείται μαζί του;
Μα αυτό είναι σχεδόν ο ορισμός μιας πολωτικής τηλεοπτικής προσωπικότητας.
«Κάνω 30 χρόνια καριέρα»
Εδώ εμφανίζεται το δεύτερο επιχείρημα:
«Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει 30 χρόνια καριέρα επειδή ο κόσμος τον μισεί».
Σωστό.
Μόνο που, ξανά, κανείς δεν είπε αυτό.
Τα 30 χρόνια τηλεοπτικής καριέρας αποδεικνύουν ασφαλώς κάτι.
Ότι ο Γιώργος Λιάγκας έχει διάρκεια.
Ότι γνωρίζει την τηλεόραση.
Ότι δημιουργεί ενδιαφέρον.
Ότι μπορεί να φέρνει τηλεθέαση.
Ότι οι τηλεοπτικοί σταθμοί θεωρούν πως αποτελεί εμπορικά αξιοποιήσιμο πρόσωπο.
Όλα αυτά είναι πραγματικά επιτεύγματα.
Αλλά υπάρχει ένα μικρό λογικό άλμα:
Η επαγγελματική επιτυχία δεν αποτελεί αυτομάτως πιστοποιητικό καθολικής κοινωνικής συμπάθειας.
Διαφορετικά, κάθε επιτυχημένος τηλεοπτικός παρουσιαστής, πολιτικός, δημοσιογράφος ή καλλιτέχνης θα έπρεπε εξ ορισμού να είναι αγαπητός από όλους.
Προφανώς δεν συμβαίνει αυτό.
Κάποιος μπορεί να είναι εξαιρετικά επιτυχημένος ακριβώς επειδή προκαλεί συζήτηση.
Μπορεί να έχει φανατικούς φίλους και φανατικούς επικριτές.
Και ξέρεις κάτι;
Αυτό μπορεί να είναι πολύ πιο χρήσιμο τηλεοπτικά από έναν παρουσιαστή που απλώς δεν ενοχλεί κανέναν.
Και μετά ήρθε το ακαταμάχητο επιχείρημα: «Με πληρώνουν ακριβά»
Εδώ όμως η συζήτηση απογειώνεται.
«Κάνω 30 χρόνια καριέρα, κάποιοι με πληρώνουν ακριβά επειδή με μισεί ο κόσμος;»
Όχι, Γιώργο.
Προφανώς όχι.
Σε πληρώνουν επειδή θεωρούν ότι πουλάς.
Και μπράβο σου.
Μόνο που άλλο εμπορικότητα και άλλο δημοφιλία.
Ένας τηλεοπτικός σταθμός δεν λειτουργεί ως ινστιτούτο μέτρησης κοινωνικής συμπάθειας.
Δεν πληρώνει έναν παρουσιαστή για να αποδείξει πόσο καλός άνθρωπος είναι ή πόσο πολύ τον αγαπούν οι περαστικοί.
Τον πληρώνει επειδή θεωρεί ότι μπορεί να δημιουργήσει τηλεθέαση, ενδιαφέρον, διαφήμιση, συζήτηση και έσοδα.
Και μάλιστα ένας παρουσιαστής που προκαλεί αντιδράσεις μπορεί να είναι εμπορικά πολύτιμος ακριβώς επειδή προκαλεί αντιδράσεις.
Άρα το:
«Με πληρώνουν ακριβά»
είναι απολύτως θεμιτό ως δήλωση επαγγελματικής αξίας.
Ως επιχείρημα όμως ότι «άρα με αγαπά ο κόσμος», χρειάζεται λίγη ακόμη δουλειά.
Ο τραπεζικός λογαριασμός δεν είναι Gallup.
Πάμε μια βόλτα στη Γλυφάδα και στο Περιστέρι
Και κάπου εκεί ο Γιώργος Λιάγκας προτείνει το μεγάλο κοινωνιολογικό πείραμα:
Να πάρει τη Νόρα Καούρη και να κάνουν μια βόλτα στη Γλυφάδα και στο Περιστέρι για να διαπιστώσει πώς τον αντιμετωπίζει ο κόσμος.
Εξαιρετική μεθοδολογία.
Προτείνουμε μάλιστα να ενημερωθούν άμεσα και οι εταιρείες δημοσκοπήσεων.
Τόσα χρόνια πληρώνουν δείγματα, σταθμίσεις, ερωτηματολόγια και αναλύσεις ενώ η λύση ήταν μπροστά στα μάτια τους:
Βόλτα στη Γλυφάδα και μετά Περιστέρι.
Και αν ζητήσουν και αρκετές selfies, το επιστημονικό πόρισμα ολοκληρώθηκε.
Μόνο που υπάρχει ένα προβληματάκι.
Αν ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους παρουσιαστές της ελληνικής τηλεόρασης περπατήσει σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, είναι απολύτως φυσιολογικό να τον αναγνωρίσουν, να τον χαιρετήσουν, να του μιλήσουν και να ζητήσουν φωτογραφία.
Αυτό αποδεικνύει αναγνωρισιμότητα.
Δεν αποδεικνύει καθολική αποδοχή.
Και πολύ περισσότερο δεν μας λέει τι σκέφτονται εκείνοι που θα τον δουν και απλώς θα συνεχίσουν τον δρόμο τους.
Και τα social είναι μόνο το «1%»;
Ο Λιάγκας υποστηρίζει επίσης ότι τα social «απηχούν το 1% της κοινωνίας».
Ας δεχτούμε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ασφαλώς δεν αποτελούν επιστημονικά αντιπροσωπευτικό δείγμα της ελληνικής κοινωνίας.
Σωστό.
Οι πιο δραστήριοι χρήστες μπορεί να είναι περισσότερο θορυβώδεις, περισσότερο πολιτικοποιημένοι ή περισσότερο πρόθυμοι να εκφράσουν θυμό και αρνητική γνώμη.
Αλλά από αυτό μέχρι το να πετάμε περίπου ό,τι γράφεται εκεί στον κάλαθο των αχρήστων υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Γιατί τα social είναι και ένας τεράστιος χώρος στον οποίο αποτυπώνονται αντιδράσεις πραγματικών ανθρώπων.
Δεν είναι δημοσκόπηση.
Αλλά ούτε και ανύπαρκτη κοινωνία.
Και σίγουρα η λύση απέναντι σε όσα γράφονται εκεί δεν μπορεί να είναι:
«Ελάτε μαζί μου στο Περιστέρι να δείτε πόσοι με χαιρετάνε».
Ίσως τελικά η Καούρη πέτυχε διάνα χωρίς να το επιδιώξει
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της ιστορίας.
Η αντίδραση του Γιώργου Λιάγκα μοιάζει σχεδόν να επιβεβαιώνει αυτό ακριβώς που περιέγραφε η Νόρα Καούρη.
Γιατί τι σημαίνει ότι ένα τηλεοπτικό πρόσωπο είναι «love to hate»;
Ότι προκαλεί.
Ότι δημιουργεί έντονα συναισθήματα.
Ότι δεν περνά απαρατήρητο.
Ότι μπορεί μια κουβέντα γι’ αυτό να μετατραπεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σε ολόκληρη αντιπαράθεση.
Και τι συνέβη;
Μια σχετικά απλή παρατήρηση προκάλεσε μια ολόκληρη υπεράσπιση 30 χρόνων καριέρας, κοινωνικής αποδοχής, αμοιβών, social media και… βόλτας στη Γλυφάδα και στο Περιστέρι.
Αν αυτό δεν είναι τηλεοπτική πόλωση, τότε τι είναι;
Και για να είμαστε δίκαιοι:
ο Γιώργος Λιάγκας δεν έκανε 30 χρόνια καριέρα επειδή τον μισεί ο κόσμος.
Έκανε 30 χρόνια καριέρα επειδή ξέρει να κάνει τηλεόραση.
Ξέρει να προκαλεί ενδιαφέρον.
Ξέρει να δημιουργεί συζήτηση.
Ξέρει να γίνεται θέμα.
Και προφανώς έχει και ένα μεγάλο κομμάτι του κοινού που τον συμπαθεί.
Αλλά τίποτε από αυτά δεν ακυρώνει το γεγονός ότι είναι μια έντονα πολωτική τηλεοπτική προσωπικότητα.
Ούτε τα 30 χρόνια.
Ούτε οι υψηλές αμοιβές.
Ούτε οι selfies στη Γλυφάδα.
Ούτε οι χαιρετούρες στο Περιστέρι.
Οπότε ίσως δεν χρειάζεται να πάει κανείς βόλτα μαζί του για να καταλάβει τι εννοούσε η Νόρα Καούρη.
Αρκούσε να παρακολουθήσει την αντίδρασή του στην ίδια τη φράση της.
Γιατί τελικά, Γιώργο, κανείς δεν είπε ότι σε μισούν όλοι.
Εσύ το άκουσες.
Και αυτή ίσως είναι η πιο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ολόκληρης της ιστορίας.



