Λιάγκας, ποια «εργολαβία»; Η βαριά κατηγορία για την Καρυστιανού που έμεινε χωρίς αποδείξεις

Λιάγκας και Παγώνη κατά Καρυστιανού: Όταν η τηλεοπτική αντιπαράθεση επιχειρεί να επισκιάσει την ουσία

Η «εργολαβία» που καταγγέλλεται χωρίς αποδείξεις, η απαίτηση για συγγνώμη και το δικαίωμα της Μαρίας Καρυστιανού να αντιμετωπίζεται με σεβασμό αλλά και ουσιαστικό έλεγχο

Υπάρχει μια στιγμή στην τηλεόραση όπου η δημοσιογραφική κριτική σταματά να φωτίζει τα γεγονότα και αρχίζει να παράγει περισσότερο θόρυβο από ενημέρωση.

Η νέα αντιπαράθεση ανάμεσα στον Γιώργο Λιάγκα, τη Ματίνα Παγώνη και τους συντελεστές της εκπομπής «Χαμογέλα και Πάλι» κινδυνεύει να εξελιχθεί ακριβώς σε αυτό.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η Μαρία Καρυστιανού. Μια γυναίκα που έγινε γνωστή μέσα από την τραγωδία των Τεμπών, τον αγώνα για την απόδοση ευθυνών και τη δημόσια παρουσία της, η οποία πλέον προκαλεί και πολιτική συζήτηση.

Αφορμή της σύγκρουσης αποτέλεσε ένα μηχάνημα βιοσυντονισμού στο παιδιατρικό της ιατρείο. Από εκεί, όμως, η συζήτηση μεταφέρθηκε στις τηλεοπτικές συμπεριφορές, στις απαιτήσεις για συγγνώμη και τελικά σε μια βαρύτατη κατηγορία περί πολιτικής «εργολαβίας».

Και εδώ αρχίζουν τα σοβαρά ερωτήματα.

Κύριε Λιάγκα, ποια είναι ακριβώς η «εργολαβία»;

Ο Γιώργος Λιάγκας δήλωσε ότι η εκπομπή «Χαμογέλα και Πάλι» είχε αναλάβει «εργολαβία» να παρουσιάσει τη Μαρία Καρυστιανού ως την καταλληλότερη για πρωθυπουργό.

Πρόκειται για εξαιρετικά βαρύ χαρακτηρισμό.

Η λέξη «εργολαβία», όταν χρησιμοποιείται σε τέτοιο πλαίσιο, δημιουργεί την εντύπωση οργανωμένης αποστολής, συγκεκριμένου στόχου και συντονισμένης προσπάθειας πολιτικής προώθησης.

Εάν υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν κάτι τέτοιο, ο δημοσιογραφικός δρόμος είναι σαφής: παρουσιάζονται δημόσια και αξιολογούνται.

Εάν, αντίθετα, πρόκειται για προσωπική εκτίμηση, πρέπει να παρουσιάζεται ως τέτοια και να μην αποκτά τη βαρύτητα τεκμηριωμένης καταγγελίας.

Ο ίδιος ο Λιάγκας πρόσθεσε: «Εγώ αυτό είχα καταλάβει».

Ακριβώς.

Άλλο τι κατάλαβε ένας παρουσιαστής παρακολουθώντας μια ανταγωνιστική εκπομπή και άλλο τι μπορεί να αποδείξει.

Η δημοσιογραφία δεν μπορεί να λειτουργεί με την εξίσωση «αυτή είναι η εντύπωσή μου, άρα αυτό συνέβη».

Ούτε μπορεί κάθε έκφραση συμπαράστασης προς τη Μαρία Καρυστιανού να βαφτίζεται αυτομάτως σχέδιο ανάδειξής της στην πρωθυπουργία.

Από πότε η συμπαράσταση στα Τέμπη αποτελεί πολιτική προπαγάνδα;

Η Σίσσυ Χρηστίδου και ο Νίκος Συρίγος εξήγησαν ότι η στάση τους απέναντι στη Μαρία Καρυστιανού συνδέεται με την ανθρώπινη διάσταση της τραγωδίας των Τεμπών.

Αυτό αποτελεί μια απολύτως θεμιτή θέση.

Η συμπαράσταση σε μια μητέρα που έχασε το παιδί της και διεκδικεί δικαιοσύνη δεν συνεπάγεται υποστήριξη σε οποιοδήποτε μελλοντικό πολιτικό της εγχείρημα.

Ούτε η αναγνώριση της δημόσιας δράσης της ισοδυναμεί με εκλογική προτίμηση.

Εδώ χρειάζεται μια ξεκάθαρη διάκριση.

Η Μαρία Καρυστιανού μπορεί να έχει κερδίσει την εκτίμηση πολιτών για τον αγώνα της και ταυτόχρονα οι ίδιοι πολίτες να διαφωνούν με ορισμένες πολιτικές ή άλλες δημόσιες τοποθετήσεις της.

Δεν υπάρχει αντίφαση σε αυτό.

Αντιθέτως, είναι η φυσιολογική στάση μιας κοινωνίας που δεν αντιμετωπίζει τα δημόσια πρόσωπα ως αλάνθαστα.

Επομένως, ο ισχυρισμός ότι η εκπομπή της Χρηστίδου επιχειρεί να την αναδείξει σε πρωθυπουργό απαιτεί κάτι περισσότερο από μια γενική εντύπωση.

Απαιτεί συγκεκριμένα παραδείγματα και τεκμηρίωση.

Η παραδοχή Χρηστίδου που δεν πρέπει να προσπεράσουμε

Υπάρχει, πάντως, ένα σημείο στην απάντηση της Σίσσυς Χρηστίδου που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.

Η παρουσιάστρια αναγνώρισε ότι ενδεχομένως η εκπομπή να μην αντιμετωπίζει τη Μαρία Καρυστιανού με την ίδια αυστηρότητα που αντιμετωπίζει άλλα πρόσωπα.

Η παραδοχή αυτή δείχνει ειλικρίνεια, αλλά ανοίγει και μια ουσιαστική συζήτηση.

Η ανθρώπινη συμπαράσταση είναι απολύτως κατανοητή.

Η δημοσιογραφική αξιολόγηση, όμως, πρέπει να διατηρεί την ανεξαρτησία της.

Η Μαρία Καρυστιανού δεν χρειάζεται ούτε τηλεοπτικούς διώκτες ούτε άκριτους υπερασπιστές.

Χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με σεβασμό, χωρίς να αποκλείεται η τεκμηριωμένη κριτική στις δημόσιες θέσεις και πράξεις της.

Αυτό δεν δικαιώνει την κατηγορία Λιάγκα περί «εργολαβίας».

Δείχνει, όμως, ότι η δημοσιογραφική συνέπεια είναι υποχρέωση όλων των εκπομπών, ανεξάρτητα από τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειές τους.

Κυρία Παγώνη, ο έλεγχος είναι δικαίωμα – Η ενοχή δεν προεξοφλείται

Η Ματίνα Παγώνη υποστηρίζει ότι οι κανόνες λειτουργίας των ιατρείων και οι προβλεπόμενες εγκρίσεις πρέπει να ισχύουν για όλους.

Σε αυτό δεν μπορεί να υπάρχει σοβαρή αντίρρηση.

Κανένας γιατρός δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.

Κανένα ιατρείο δεν πρέπει να εξαιρείται από τους ελέγχους λόγω της δημόσιας αναγνωρισιμότητας του ιδιοκτήτη του.

Όμως από αυτή την αυτονόητη αρχή μέχρι τη δημόσια δημιουργία εντυπώσεων για μια συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Σύμφωνα με τα δύο κείμενα, η ίδια η κ. Παγώνη παραδέχτηκε ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς προέκυψε από τον έλεγχο στο ιατρείο της Μαρίας Καρυστιανού.

Αυτό έχει σημασία.

Εάν δεν γνωρίζουμε τα επίσημα πορίσματα, δεν μπορούμε να παρουσιάζουμε ως διαπιστωμένη παράβαση όσα βρίσκονται ακόμη στο επίπεδο ερωτημάτων ή καταγγελιών.

Η κ. Παγώνη μπορεί να εξηγεί τι προβλέπει η νομοθεσία.

Μπορεί να επισημαίνει επιστημονικές ενστάσεις.

Μπορεί να ζητά να ελεγχθεί οποιαδήποτε περίπτωση.

Αλλά η δημόσια συζήτηση οφείλει να διαχωρίζει τις γενικές κανονιστικές υποχρεώσεις από το εάν διαπιστώθηκε πράγματι συγκεκριμένη παράβαση.

Και αυτός ο κανόνας ισχύει για όλους.

Το μηχάνημα βιοσυντονισμού και η επιστημονική τεκμηρίωση

Το ζήτημα του βιοσυντονισμού δεν πρέπει να εξαφανιστεί πίσω από την τηλεοπτική σύγκρουση.

Εδώ υπάρχουν διαφορετικά ερωτήματα που δεν πρέπει να συγχέονται.

Πρώτον, εάν ο συγκεκριμένος εξοπλισμός επιτρέπεται να βρίσκεται στο ιατρείο και υπό ποιες προϋποθέσεις.

Δεύτερον, εάν έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες δήλωσης και ελέγχου.

Τρίτον, εάν η μέθοδος διαθέτει επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση για τις χρήσεις που της αποδίδονται.

Και τέταρτον, εάν το συγκεκριμένο μηχάνημα χρησιμοποιήθηκε θεραπευτικά και με ποιον τρόπο.

Τα ερωτήματα αυτά δεν έχουν όλα την ίδια απάντηση.

Η ύπαρξη ενός μηχανήματος δεν αποδεικνύει από μόνη της παράνομη θεραπευτική χρήση.

Αντίστοιχα, η απουσία διαπιστωμένης διοικητικής παράβασης δεν αποδεικνύει επιστημονική αποτελεσματικότητα.

Στο δεύτερο κείμενο αναφέρεται γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας που αμφισβητεί την επαρκή τεκμηρίωση της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας τέτοιων μεθόδων.

Αυτό είναι ένα ουσιαστικό επιστημονικό ζήτημα που απαιτεί σοβαρή αντιμετώπιση.

Όχι τηλεοπτικά συνθήματα.

Όχι προκαταβολικές καταδίκες.

Αλλά ούτε και αυτόματη αποδοχή μιας μεθόδου επειδή συνδέεται με ένα πρόσωπο που συγκεντρώνει ευρεία κοινωνική συμπάθεια.

Η συγγνώμη δεν μπορεί να απαιτείται σαν τηλεοπτική ποινή

Ο Νίκος Συρίγος έθεσε το ερώτημα εάν η Ματίνα Παγώνη αισθάνεται την ανάγκη να ζητήσει συγγνώμη.

Η κ. Παγώνη αντέδρασε, υποστηρίζοντας ότι σχολιάστηκε ενώ είχε αποχωρήσει από την τηλεφωνική σύνδεση και δεν μπορούσε να απαντήσει.

Εδώ υπάρχουν δύο διακριτά ζητήματα.

Ένας δημοσιογράφος έχει δικαίωμα να σχολιάζει τις δηλώσεις ενός προσκεκλημένου και μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης.

Δεν αποτελεί από μόνο του αντιδεοντολογική πρακτική.

Ωστόσο, όταν διατυπώνονται σοβαρές προσωπικές αιχμές ή νέοι ισχυρισμοί, η δυνατότητα απάντησης είναι σημαντική δημοσιογραφική υποχρέωση.

Από την άλλη, η απαίτηση για δημόσια συγγνώμη πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένη συμπεριφορά ή συγκεκριμένη ανακριβή δήλωση.

Δεν μπορεί να αποτελεί μέσο πίεσης επειδή ένας προσκεκλημένος εξέφρασε μια δυσάρεστη άποψη.

Ούτε μπορεί η άρνηση συγγνώμης να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως απόδειξη ενοχής.

Η ουσία είναι να προσδιοριστεί τι ακριβώς ειπώθηκε, τι ήταν ανακριβές και ποια αποκατάσταση δικαιολογείται.

Ο Λιάγκας μπήκε στη σύγκρουση, αλλά δεν απάντησε στο βασικό ερώτημα

Επιστρέφοντας στην παρέμβαση του Γιώργου Λιάγκα, διαπιστώνει κανείς ότι ο παρουσιαστής δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση της Ματίνας Παγώνη.

Επέλεξε να αποδώσει στην εκπομπή ενός άλλου τηλεοπτικού σταθμού συγκεκριμένη πολιτική αποστολή.

Και το έκανε σε μια στιγμή που η δημόσια συζήτηση αφορούσε έναν ιατρικό έλεγχο και μια διαφωνία για την τηλεοπτική δεοντολογία.

Με αυτόν τον τρόπο, η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε από τα πραγματικά δεδομένα σε μια γενικευμένη κατηγορία πολιτικής χειραγώγησης.

Αν πράγματι θεωρεί ότι η εκπομπή «Χαμογέλα και Πάλι» προωθεί συστηματικά τη Μαρία Καρυστιανού ως υποψήφια πρωθυπουργό, μπορεί να παρουσιάσει συγκεκριμένα αποσπάσματα και να εξηγήσει πώς προκύπτει το συμπέρασμά του.

Διαφορετικά, η λέξη «εργολαβία» λειτουργεί περισσότερο ως τηλεοπτικό πυροτέχνημα παρά ως τεκμηριωμένη δημοσιογραφική κρίση.

Και αυτό δεν βοηθά ούτε τη δημόσια συζήτηση ούτε την ενημέρωση των τηλεθεατών.

Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι τρόπαιο τηλεοπτικής αντιπαράθεσης

Η μεγαλύτερη στρέβλωση σε όλη αυτή την ιστορία είναι ότι η Μαρία Καρυστιανού κινδυνεύει να μετατραπεί σε σύμβολο μιας σύγκρουσης που πλέον αφορά περισσότερο τις τηλεοπτικές εκπομπές παρά την ίδια την υπόθεση.

Για ορισμένους, κάθε κριτική απέναντί της αντιμετωπίζεται ως εχθρική ενέργεια.

Για άλλους, κάθε έκφραση συμπαράστασης παρουσιάζεται ως πολιτική προώθηση.

Και στις δύο περιπτώσεις, η δημόσια συζήτηση χάνει το μέτρο.

Η Μαρία Καρυστιανού έχει δικαίωμα να διεκδικεί δικαιοσύνη για το παιδί της.

Έχει δικαίωμα να τοποθετείται δημόσια.

Έχει δικαίωμα, εφόσον το επιλέξει, να δραστηριοποιηθεί πολιτικά.

Και ασφαλώς, όπως κάθε δημόσιο πρόσωπο, μπορεί να δέχεται τεκμηριωμένη κριτική.

Τίποτα από αυτά δεν δικαιολογεί να χρησιμοποιείται η προσωπική της τραγωδία ως επιχείρημα που αποκλείει κάθε έλεγχο.

Αλλά ούτε και να χρησιμοποιείται μια υπόθεση ιατρικού ελέγχου ως αφορμή για να αποδίδονται χωρίς επαρκή στοιχεία πολιτικές σκοπιμότητες σε όσους τη στηρίζουν.

Κύριε Λιάγκα, οι βαριές λέξεις χρειάζονται και βαριές αποδείξεις

Η τηλεόραση μπορεί να παράγει ένταση μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Η αξιοπιστία, όμως, χτίζεται πολύ δυσκολότερα.

Ο Γιώργος Λιάγκας έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί με τη Σίσσυ Χρηστίδου και τον Νίκο Συρίγο.

Η Ματίνα Παγώνη έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται την επιστημονική της θέση και να ζητά να ελεγχθεί η νομιμότητα του ιατρικού εξοπλισμού.

Και οι συντελεστές του «Χαμογέλα και Πάλι» έχουν κάθε δικαίωμα να εκφράζουν συμπαράσταση στη Μαρία Καρυστιανού.

Κανένα από αυτά τα δικαιώματα δεν απαλλάσσει κανέναν από την υποχρέωση τεκμηρίωσης.

Η πολιτική «εργολαβία» δεν αποδεικνύεται με εντυπώσεις.

Η παρανομία δεν αποδεικνύεται χωρίς συγκεκριμένα ευρήματα.

Και η επιστημονική εγκυρότητα δεν αποδεικνύεται με συναισθηματικά επιχειρήματα.

Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα από αυτή την τηλεοπτική σύγκρουση, είναι ότι η Μαρία Καρυστιανού αξίζει κάτι καλύτερο από το να γίνεται αφορμή για προσωπικούς τηλεοπτικούς λογαριασμούς.

Και η κοινωνία αξίζει κάτι καλύτερο από μια αντιπαράθεση στην οποία όλοι μιλούν με βεβαιότητα, ενώ τα πιο ουσιαστικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ