«Ωρή, θυμάσαι τον Μπακαλάο, τον Τσιρλή και τον Τσαμιναράκη; Η Φρόσω κι η Πίτσα γυρίζουν στο Αργοστόλι που χάθηκε!»

Ωρή, θυμάσαι τον Μπακαλάο, τον Τσιρλή και τον Τσαμιναράκη; Η Φρόσω κι η Πίτσα γυρίζουν στο Αργοστόλι που χάθηκε!

Κυριακή πρωί στο Αργοστόλι. Η Φρόσω Μπελαβίτα εμφανίζεται στο Λιθόστρωτο με κόκκινο ταγιέρ, τεράστια μαύρα γυαλιά και μια παλιά φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στον λαιμό. Στο άλλο χέρι κρατά ένα κιτρινισμένο φωτογραφικό άλμπουμ. Η Πίτσα Κατινέλα την περιμένει έξω από το καφενείο, με τον καφέ της και μια σακούλα κουλούρια.

ΦΡΟΣΩ: Ωρή Πίτσααα! Σήμερα δεν θα πιούμε καφέ!

ΠΙΤΣΑ: Ωρή, άμα ήρθες να μου ανακοινώσεις τέτοια συμφορά Κυριακάτικα, να μου το έλεγες από χθες να πάρω τα χάπια τση υπομονής!

ΦΡΟΣΩ: Θα κάμουμε ταξίδι στον χρόνο!

ΠΙΤΣΑ: Με τι μέσο, μωρή; Γιατί άμα είναι με το ΚΤΕΛ, να ξέρεις πως δεν έχω βγάλει εισιτήριο.

ΦΡΟΣΩ: Με τση αναμνήσεις, ωρή! Εβρήκα φωτογραφίες από το παλιό Αργοστόλι. Τον Μπαμπάνο, τον Τσιρλή, τον Μπακαλάο, τον Τσαμιναράκη, τον Σπετσιέρη…

ΠΙΤΣΑ: Στάσου, μωρή! Άμα τσου φωνάξεις όλους μαζί, θαρρώ πως θα ξαναγεμίσει το Λιθόστρωτο όπως ήτανε τότε!

ΦΡΟΣΩ: Αχ, Πίτσα μου! Τότε εγνωρίζαμε τον κόσμο από το περπάτημα, τη φωνή, το καπέλο, το μαγαζί του!

ΠΙΤΣΑ: Και από το παρατσούκλι, ωρή. Τότε άμα σου ελέγανε ένα παρατσούκλι, ήξερες και ποιος ήτανε και πού θα τον έβρισκες. Εδά χρειάζεσαι κινητό, GPS και τρεις κοινούς φίλους στο Facebook!

Στην αρχή του Λιθοστρώτου – Ο Μπαμπάνος και η παλιά πόλη

Οι δυο γυναίκες ξεκινούν τον φανταστικό τους περίπατο από την αρχή του Λιθοστρώτου.

ΦΡΟΣΩ: Εδώ, ωρή, ήτανε το μαγαζί του Ραφτόπουλου, του Μπαμπάνου. Ο πρώτος φερετροποιός του Αργοστολίου!

ΠΙΤΣΑ: Τον θυμούνται ψηλό, λεπτό και λιγομίλητο. Είχε εκείνη την ξύλινη πόρτα με τα μικρά τζαμάκια.

ΦΡΟΣΩ: Τότε κάθε μαγαζί είχε τη δική του φυσιογνωμία, ωρή. Δεν ήτανε όλα ίδια!

ΠΙΤΣΑ: Και κάθε τεχνίτης ήξερε τη δουλειά του. Εσύ πάντως, μωρή, άμα ανοίξεις μαγαζί, θα βάλεις επιγραφή «Φρόσω Μπελαβίτα – Πωλούνται τα πάντα εκτός από τη σιωπή»!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ θα άνοιγα μπουτίκ!

ΠΙΤΣΑ: Ωρή, εσύ θα άνοιγες μπουτίκ και την πρώτη μέρα θα κρατούσες όλα τα ρούχα για τον εαυτό σου. Θα ερχότανε πελάτισσα και θα τση έλεγες «εφκειό το φόρεμα δεν πωλείται, μου πάει»!

Ο παπά Θεόφιλος – Ένας άνθρωπος που άφησε μνήμη

ΦΡΟΣΩ: Κοίτα εδώ τον παπά Θεόφιλο, τον Γούτο!

ΠΙΤΣΑ: Άνθρωπος φιλότιμος, ωρή. Έφυγε νέος και άφησε πίσω του τόσες καλές αναμνήσεις.

ΦΡΟΣΩ: Εφκειό είναι που με συγκινεί στις παλιές φωτογραφίες. Δεν βλέπεις μόνο πρόσωπα. Θυμάσαι και την καλοσύνη τους.

ΠΙΤΣΑ: Έτσι είναι, μωρή. Άλλοι αφήνουνε μαγαζιά, άλλοι αφήνουνε ιστορίες κι άλλοι αφήνουνε μια καλή κουβέντα που την κρατάει ο κόσμος για χρόνια.

ΦΡΟΣΩ: Εγώ τι θα αφήσω, ωρή;

ΠΙΤΣΑ: Άμα συνεχίσεις έτσι, μια τεράστια συλλογή από κόκκινες τσάντες και απλήρωτους καφέδες!

Ο Τσιρλής, ο Μπακαλάος και τα παρατσούκλια που ήξερε όλη η πόλη

ΦΡΟΣΩ: Ωρή, να κι ο Λευτέρης Παντελειός, ο Τσιρλής! Εγύριζε με τα πόδια όλο το Αργοστόλι!

ΠΙΤΣΑ: Μια γνώριμη μορφή της πόλης. Είχε τη δική του καθημερινή παρουσία στους δρόμους.

ΦΡΟΣΩ: Τότε, ωρή, το Αργοστόλι ήτανε σαν μια μεγάλη γειτονιά. Εβγαίνες για ψώνια κι εσυναντούσες γνωστούς κάθε πέντε βήματα!

ΠΙΤΣΑ: Εσύ εξακολουθείς να το κάνεις, μωρή. Ξεκινάς να πάρεις ψωμί στις εννιά και γυρίζεις στις δύο, γιατί έχεις μιλήσει με δεκαπέντε ανθρώπους και ξέχασες το ψωμί!

ΦΡΟΣΩ: Και να ο Γεράσιμος Παντελειός, ο Μπακαλάος! Επουλούσε λαχεία!

ΠΙΤΣΑ: Μεγάλη μορφή. Κι η γυναίκα του, η Αρετή, εφορούσε συνέχεια κόκκινα.

ΦΡΟΣΩ: Κόκκινα; Ωρή, εφκειή ήτανε γυναίκα με γούστο! Σαν εμένα!

ΠΙΤΣΑ: Η διαφορά, μωρή, είναι πως η Αρετή εφορούσε κόκκινα, ενώ εσύ άμα φορέσεις κόκκινα, βάφεις και την τσάντα, τα νύχια, τα παπούτσια και πιθανόν το τραπεζομάντιλο!

ΦΡΟΣΩ: Κι ο Μπακαλάος επουλούσε τύχη στον κόσμο!

ΠΙΤΣΑ: Λαχεία επουλούσε, ωρή. Η τύχη δεν πωλείται. Άμα επωλείτο, εσύ θα είχες αγοράσει δεκαπέντε για να βρεις γαμπρό!

Ο Τσαμιναράκης και τα παιχνίδια των παιδικών χρόνων

ΦΡΟΣΩ: Αχ, ωρή, ο Δημήτρης Γρηγοράτος, ο Τσαμιναράκης! Τα παιχνίδια του!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειός ήτανε όνειρο για τα πιτσιρίκια. Ό,τι παιχνιδάκι μπορούσε να φανταστεί παιδί, εκεί το αναζητούσε!

ΦΡΟΣΩ: Τότε, ωρή, ένα παιχνιδάκι έφτανε για να χαρείς ολόκληρη εβδομάδα!

ΠΙΤΣΑ: Εδά άμα πάρεις στο παιδί παιχνίδι χωρίς οθόνη, σε κοιτάζει σαν να του εχάρισες πέτρα από την παραλία!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ μικρή ήθελα μια κούκλα που να μιλάει!

ΠΙΤΣΑ: Και την απέκτησες, μωρή. Είσαι εσύ η ίδια! Μόνο που δεν έχεις κουμπί να σταματάς!

ΦΡΟΣΩ: Εσύ τι παιχνίδι ήθελες;

ΠΙΤΣΑ: Ένα ταμείο, ωρή. Για να μάθω από μικρή να μετράω τα λεφτά που μου χρωστάς!

Η Φωφώ και ο Σπετσιέρης – Δύο αξέχαστες παρουσίες

ΦΡΟΣΩ: Να κι η Σοφία Σπυράτου, η Φωφώ, με τα χαρακτηριστικά γυαλιά της!

ΠΙΤΣΑ: Καλοκάγαθη γυναίκα. Είχε το δικό της ξεχωριστό στιλ και ήτανε γνώριμη παρουσία στους δρόμους.

ΦΡΟΣΩ: Αχ, τα γυαλιά, ωρή! Εγώ έχω δεκαπέντε ζευγάρια!

ΠΙΤΣΑ: Και κανένα δεν σε βοηθάει να δεις τον λογαριασμό όταν έρχεται!

ΦΡΟΣΩ: Ωρή, κι ο Νικόλας Σπετσιέρης! Επουλούσε αντρικά εσώρουχα στο Λιθόστρωτο!

ΠΙΤΣΑ: Πλανόδιος ήτανε. Είχε και τη χαρακτηριστική φωνή του, που διαλαλούσε την πραμάτεια του. Μετά επέρασε στα λαχεία.

ΦΡΟΣΩ: Δηλαδή πρώτα εσώρουχα και μετά λαχεία!

ΠΙΤΣΑ: Ε, ωρή, πρώτα εφρόντιζε την καθημερινότητα κι ύστερα τα όνειρα!

ΦΡΟΣΩ: Αν ήμουνα εγώ πλανόδια, θα επουλούσα αρώματα!

ΠΙΤΣΑ: Εσύ, μωρή, άμα επουλούσες αρώματα, θα εδοκίμαζες όλη την πραμάτεια πάνω σου και θα σε εβρίσκαμε από τη μυρωδιά πριν στρίψεις τη γωνία!

Στην πλατεία – Τα Κανάρια και η Βλαχοπούλα

Οι δύο γυναίκες φτάνουν στην πλατεία. Η Φρόσω σταματά και ανοίγει το άλμπουμ σε μια ακόμη φωτογραφία.

ΦΡΟΣΩ: Εδώ, ωρή, τα «Κανάρια» του Αντώνη Χρηστακόπουλου, του Κανάρια!

ΠΙΤΣΑ: Εστιατόριο ξακουστό και σημείο συνάντησης. Πόσες κουβέντες θα εγινήκανε γύρω από τα τραπέζια του!

ΦΡΟΣΩ: Τότε, ωρή, επήγαινες στο μαγαζί και ήξερες ποιος θα σε σερβίρει, ποιος θα σε χαιρετήσει και ποιον θα συναντήσεις!

ΠΙΤΣΑ: Εσύ ήξερες και ποιος θα πληρώσει, μωρή. Γιατί πάντοτε εφρόντιζες να καθίσεις δίπλα στον πιο γενναιόδωρο!

ΦΡΟΣΩ: Μη λες υπερβολές!

ΠΙΤΣΑ: Υπερβολές; Εσύ άμα εβλέπες γνωστό να βγάζει πορτοφόλι, εφώναζες «αχ, τι σύμπτωση, κι εγώ εδώ είμαι»!

ΦΡΟΣΩ: Και να η «Βλαχοπούλα» του Χρήστου Σπυράτου, του Τάκη! Άλλο στέκι εφκειό!

ΠΙΤΣΑ: Μαγαζί που έμεινε στη μνήμη τση πόλης. Εφκειά τα στέκια δεν ήτανε μόνο επιχειρήσεις. Ήτανε τόποι όπου εσμίγανε άνθρωποι.

ΦΡΟΣΩ: Σήμερα, ωρή, μπορεί να αλλάξουνε δέκα μαγαζιά στην ίδια θέση και να μη θυμάσαι κανένα. Αλλά τα παλιά ονόματα τα θυμάσαι για πάντα!

ΠΙΤΣΑ: Γιατί, μωρή, τότε το μαγαζί είχε και πρόσωπο. Εδά πολλές φορές θυμάσαι την ταμπέλα, αλλά δεν ξέρεις ούτε ποιος είναι πίσω από τον πάγκο.

Ο Ρασινταλής, ο Κάμπας και οι άνθρωποι της δουλειάς

ΦΡΟΣΩ: Ωρή, ο Βασίλης Μαζαράκης, ο Ρασινταλής! Δημοτικός υπάλληλος στην καθαριότητα και δημοτικός σύμβουλος!

ΠΙΤΣΑ: Άνθρωπος του μόχθου. Είχε δουλέψει σκληρά στον Δήμο και είχε περάσει ακόμη και από την κεντρική σήραγγα των λυμάτων. Εφκειή ήτανε δουλειά δύσκολη, όχι για φωτογραφίες και χειροκροτήματα.

ΦΡΟΣΩ: Τότε, ωρή, εβλέπαμε τον άνθρωπο που έκανε τη δουλειά. Δεν ήτανε όλα μια ανακοίνωση στο διαδίκτυο.

ΠΙΤΣΑ: Έτσι είναι. Κι οι άνθρωποι που κρατάνε μια πόλη όρθια δεν είναι πάντα εκείνοι που φαίνονται περισσότερο.

ΦΡΟΣΩ: Να κι ο Γεράσιμος Μαζαράκης, ο Κάμπας, ο τσαγκάρης!

ΠΙΤΣΑ: Είχε το μαγαζί του κοντά στο μπακάλικο τση Κωνσταντίνας, τση Μπουργέτενας, στη Σουηδίας.

ΦΡΟΣΩ: Αχ, οι τσαγκάρηδες! Τότε επήγαινες ένα παπούτσι χαλασμένο και σου το εφτιάχνανε!

ΠΙΤΣΑ: Εδά, ωρή, άμα χαλάσει ένα παπούτσι, πολλοί αγοράζουνε άλλο. Κι εσύ αγοράζεις άλλο ακόμα κι άμα δεν χαλάσει!

ΦΡΟΣΩ: Γιατί μου αρέσει η μόδα!

ΠΙΤΣΑ: Ωρή, έχεις τόσα παπούτσια, που άμα τα βάλεις στη σειρά, θα φτάσουνε από τη Σουηδίας μέχρι την πλατεία!

Ο Βαγγέλης Βαλλιανάτος και ο Φραγκάτος με τα γλυκά

ΦΡΟΣΩ: Να κι ο Βαγγέλης Βαλλιανάτος, ο Καλόγερος. Αδελφός του Σωτήρη, του Γιαουρτά.

ΠΙΤΣΑ: Βλέπεις, ωρή, πώς εσυνδέονταν οι άνθρωποι στις αναμνήσεις; Ένα όνομα έφερνε άλλο, ένα παρατσούκλι άλλη οικογένεια, κι έτσι εσχηματιζότανε ολόκληρος χάρτης της παλιάς πόλης.

ΦΡΟΣΩ: Κι εδώ ο Παναγής Μαρκάτος, ο Φραγκάτος! Ζαχαροπλάστης!

ΠΙΤΣΑ: Από τους καλούς τεχνίτες των γλυκών. Εφτιάχνε γλυκά του κουταλιού που τα αγόραζε κι ο Κλονής.

ΦΡΟΣΩ: Αχ, γλυκό του κουταλιού! Να φάμε ένα, ωρή;

ΠΙΤΣΑ: Εδά; Μα μόλις εφάγαμε κουλούρι!

ΦΡΟΣΩ: Ε, ωρή, είναι ιστορική έρευνα! Πρέπει να δοκιμάσουμε τση γεύσεις του παλιού Αργοστολίου!

ΠΙΤΣΑ: Α, μάλιστα. Άμα είναι ιστορική έρευνα, τότε εσύ έχεις κάμει διδακτορικό στη ζαχαροπλαστική χωρίς να ανοίξεις βιβλίο!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ μελετάω με όλες μου τις αισθήσεις!

ΠΙΤΣΑ: Κυρίως με το στομάχι, ωρή!

Στην παραλία – Ο Ιωσήφ και οι άνθρωποι που δεν ξεχάστηκαν

Η βόλτα καταλήγει στην παραλία. Η Φρόσω ξεφυλλίζει τις τελευταίες φωτογραφίες του άλμπουμ και δείχνει στην Πίτσα τον Ιωσήφ.

ΦΡΟΣΩ: Κοίτα, ωρή, ο Ιωσήφ. Τον θυμούνται όλοι για τον ιδιαίτερο τρόπο που εξυπηρετούσε τον κόσμο, παρότι είχε χάσει τα χέρια του.

ΠΙΤΣΑ: Μια ακόμη μορφή που έμεινε στη μνήμη του Αργοστολίου. Στην παλιά φωτογραφία φαίνεται και η παραλία, όπως ήτανε τότε.

ΦΡΟΣΩ: Ωρή, κάθε φωτογραφία έχει κι έναν άνθρωπο, ένα καρότσι, ένα μαγαζί, μια βάρκα, μια γωνιά που μπορεί να έχει αλλάξει!

ΠΙΤΣΑ: Κι εφκειό είναι το σπουδαίο, μωρή. Να μη θυμόμαστε μόνο τα κτίρια. Να θυμόμαστε και τσου ανθρώπους που εζούσανε ανάμεσά τους.

ΦΡΟΣΩ: Τότε, Πίτσα μου, η πόλη είχε άλλον ρυθμό.

ΠΙΤΣΑ: Είχε, ωρή. Και πολλές από εφκειές τση μορφές ήτανε μέρος τση καθημερινότητας, χωρίς να χρειάζεται να είναι διάσημοι ή να βγαίνουνε στην τηλεόραση.

Η Φρόσω θέλει να ξαναφέρει το παλιό Αργοστόλι πίσω

Οι δύο φίλες κάθονται σε ένα παγκάκι με θέα τη θάλασσα. Η Φρόσω κρατά το άλμπουμ στην αγκαλιά της.

ΦΡΟΣΩ: Ωρή Πίτσα, να σου πω μια ιδέα;

ΠΙΤΣΑ: Άμα κοστίζει λεφτά, μη μου την πεις!

ΦΡΟΣΩ: Να κάμουμε μια μέρα στο Αργοστόλι όπως παλιά! Να βγούμε όλοι στο Λιθόστρωτο, να φέρουμε παλιές φωτογραφίες, να θυμηθούμε τα μαγαζιά, να πούμε ιστορίες!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό, ωρή, είναι ωραία ιδέα.

ΦΡΟΣΩ: Και να φορέσουμε τα ρούχα τση εποχής!

ΠΙΤΣΑ: Εσύ, μωρή, δεν χρειάζεται να αλλάξεις. Άμα ανοίξουμε την ντουλάπα σου, θα βρούμε μόδες από τέσσερις δεκαετίες!

ΦΡΟΣΩ: Να φέρουμε και παλιά γλυκά!

ΠΙΤΣΑ: Εδά εφάνηκε ο πραγματικός σκοπός τση εκδήλωσης!

ΦΡΟΣΩ: Και να βάλουμε μια μεγάλη φωτογραφία με όλες εφκειές τση μορφές!

ΠΙΤΣΑ: Ναι, ωρή. Για να τσου μάθουνε κι οι νεότεροι. Γιατί μια πόλη δεν είναι μόνο δρόμοι και μαγαζιά. Είναι κι οι άνθρωποι που την έκαμαν αυτό που είναι.

ΦΡΟΣΩ: Αχ, Πίτσα μου, με συγκίνησες!

ΠΙΤΣΑ: Μη συγκινείσαι πολύ, ωρή, γιατί μετά θα μου ζητήσεις χαρτομάντιλα, καφέ και γλυκό!

Το μεγάλο φινάλε – Το μοναδικό πράγμα που δεν άλλαξε ποτέ

Η Φρόσω σηκώνεται αποφασιστικά από το παγκάκι.

ΦΡΟΣΩ: Ωρή, θα ανοίξω ένα μαγαζί αφιερωμένο στο παλιό Αργοστόλι!

ΠΙΤΣΑ: Τι θα πουλάς, μωρή;

ΦΡΟΣΩ: Παλιά παιχνίδια σαν του Τσαμιναράκη, λαχεία σαν του Μπακαλάου, γλυκά σαν του Φραγκάτου, αναμνηστικά και φωτογραφίες!

ΠΙΤΣΑ: Ωραία. Και πώς θα το ονομάσεις;

ΦΡΟΣΩ: «Η Χρυσή Εποχή τση Φρόσως»!

ΠΙΤΣΑ: Ωρή, άμα βάλεις το όνομά σου σε κάθε μαγαζί, στο τέλος θα χρειαστεί να αλλάξουμε την ταμπέλα στην είσοδο της πόλης!

ΦΡΟΣΩ: Και θα έχει κι ένα μικρό καφενείο μέσα!

ΠΙΤΣΑ: Α, ωραία. Θα έρχομαι να πίνω τον καφέ μου.

ΦΡΟΣΩ: Φυσικά! Εσύ θα πληρώνεις μόνο τα μισά!

ΠΙΤΣΑ: Τα μισά; Στο δικό σου μαγαζί;

ΦΡΟΣΩ: Ε, ωρή, να βοηθήσεις την επιχείρηση!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΠΕΡΑΣΑΜΕ ΟΛΟ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΑΡΓΟΣΤΟΛΙ, ΕΘΥΜΗΘΗΚΑΜΕ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΕΑΛΛΑΞΑΝΕ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ, ΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ ΚΙ ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ, ΑΛΛΑ ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑ ΕΜΕΙΝΕ ΙΔΙΟ: ΕΣΥ ΘΕΛΕΙΣ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΩ ΕΓΩ!

ΦΡΟΣΩ: Αχ, Πίτσα μου! Η φιλία δεν μετριέται με λεφτά!

ΠΙΤΣΑ: ΣΩΣΤΑ, ΩΡΗ! ΑΛΛΑ ΑΜΑ Η ΦΙΛΙΑ ΜΑΣ ΕΙΧΕ ΒΙΒΛΙΑ ΕΣΟΔΩΝ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ, ΕΓΩ ΘΑ ΗΜΟΥΝΑ ΤΑ ΕΞΟΔΑ ΚΙ ΕΣΥ ΤΑ ΕΣΟΔΑ!

Η Φρόσω ξεσπά σε γέλια. Η Πίτσα χαμογελά, κλείνει προσεκτικά το παλιό φωτογραφικό άλμπουμ και οι δυο τους παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής.

Πίσω τους μένει η παραλία του σημερινού Αργοστολίου. Μπροστά τους απλώνεται το Λιθόστρωτο. Και κάπου ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, οι μορφές του Μπαμπάνου, του παπά Θεόφιλου, του Τσιρλή, του Μπακαλάου, του Τσαμιναράκη, της Φωφώς, του Σπετσιέρη, του Κανάρια, του Ρασινταλή, του Κάμπα, του Καλόγερου, του Φραγκάτου, του Τάκη της Βλαχοπούλας και του Ιωσήφ συνεχίζουν να ζουν στις αναμνήσεις της πόλης.

Σημείωση: Η Φρόσω Μπελαβίτα και η Πίτσα Κατινέλα είναι φανταστικοί σατιρικοί χαρακτήρες. Οι διάλογοι και οι προσωπικές αναμνήσεις τους αποτελούν μυθοπλασία. Τα στοιχεία για τις 14 ιστορικές μορφές βασίζονται στο φωτογραφικό αφιέρωμα του Kefalonia Magazine της 17ης Απριλίου 2022, που αξιοποίησε υλικό και πληροφορίες από τον Πάνο Βαλσαμή και το αρχείο του Χαράλαμπου Μακρή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ