Νέες επιστημονικές έρευνες εξετάζουν αν το φυσικό χρώμα των μαλλιών μπορεί να κρύβει στοιχεία για τον κίνδυνο εμφάνισης ασθενειών, την αντοχή στον πόνο και το πόσο γρήγορα γκριζάρουμε.
Το χρώμα των μαλλιών είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα κάθε ανθρώπου. Αν και οι περισσότεροι το αντιμετωπίζουν ως καθαρά αισθητικό χαρακτηριστικό, η επιστημονική κοινότητα εξετάζει όλο και πιο προσεκτικά το ενδεχόμενο να συνδέεται με συγκεκριμένες βιολογικές λειτουργίες και προδιαθέσεις του οργανισμού.
Τα τελευταία χρόνια, μελέτες από πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα σε όλο τον κόσμο έχουν στρέψει το ενδιαφέρον τους στον ρόλο που παίζουν τα γονίδια που καθορίζουν το χρώμα των μαλλιών. Οι επιστήμονες προσπαθούν να κατανοήσουν αν ορισμένες αποχρώσεις συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης συγκεκριμένων παθήσεων, με διαφορετική αντίληψη του πόνου ή ακόμη και με τον ρυθμό γήρανσης.
Η μελανίνη πίσω από κάθε απόχρωση
Το φυσικό χρώμα των μαλλιών καθορίζεται κυρίως από δύο βασικούς τύπους μελανίνης. Η ευμελανίνη είναι υπεύθυνη για τις σκούρες αποχρώσεις, όπως το καστανό και το μαύρο, ενώ η φαιομελανίνη χαρίζει τις πιο ανοιχτές και κοκκινωπές αποχρώσεις.
Ο συνδυασμός και η αναλογία αυτών των δύο χρωστικών δημιουργούν τη μεγάλη ποικιλία χρωμάτων που παρατηρούμε στους ανθρώπους. Με την πάροδο των ετών, η παραγωγή μελανίνης μειώνεται σταδιακά, με αποτέλεσμα την εμφάνιση γκρίζων και αργότερα λευκών μαλλιών.
Παρότι το χρώμα των μαλλιών δεν αποτελεί από μόνο του δείκτη υγείας, οι ερευνητές έχουν εντοπίσει ορισμένες ενδιαφέρουσες συσχετίσεις που προκαλούν έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον.
Γιατί οι κοκκινομάλληδες βρίσκονται στο μικροσκόπιο των επιστημόνων
Οι πιο ισχυρές ενδείξεις αφορούν τα άτομα με φυσικά κόκκινα μαλλιά. Οι περισσότεροι διαθέτουν ανοιχτόχρωμο δέρμα, το οποίο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στην υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου.
Αυτό σημαίνει ότι καίγονται ευκολότερα και δυσκολεύονται περισσότερο να αποκτήσουν φυσικό μαύρισμα. Ως αποτέλεσμα, έχουν αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του δέρματος και ειδικότερα μελανώματος.
Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται το γονίδιο MC1R, το οποίο επηρεάζει την παραγωγή της φαιομελανίνης. Επιστημονικές αναλύσεις έχουν δείξει ότι συγκεκριμένες παραλλαγές του γονιδίου αυτού συνδέονται με μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης μελανώματος.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ο αυξημένος κίνδυνος φαίνεται να μην εξηγείται αποκλειστικά από την έκθεση στον ήλιο. Ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι ενδέχεται να εμπλέκονται και εσωτερικοί βιολογικοί μηχανισμοί που δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως.
Οι ειδικοί επισημαίνουν πάντως ότι το μελάνωμα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιονδήποτε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το χρώμα μαλλιών ή δέρματος, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την τακτική παρακολούθηση των σπίλων και την προστασία από την ηλιακή ακτινοβολία.
Το χρώμα των μαλλιών επηρεάζει την αίσθηση του πόνου;
Ένα ακόμη πεδίο που έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον των ερευνητών αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον πόνο.
Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι με κόκκινα ή ξανθά μαλλιά ενδέχεται να παρουσιάζουν διαφορετική αντίδραση σε επώδυνα ερεθίσματα σε σχέση με άτομα άλλων χρωματικών ομάδων.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι γενετικές μεταβολές που σχετίζονται με το γονίδιο MC1R φαίνεται να επηρεάζουν μηχανισμούς του οργανισμού που σχετίζονται με την αναστολή και τη διαχείριση του πόνου.
Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή σε συγκεκριμένες μορφές πόνου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις αντιδρούν πιο έντονα.
Παράλληλα, έχουν καταγραφεί διαφορές και στην ανταπόκριση στην αναισθησία. Έρευνες έχουν δείξει ότι ορισμένοι κοκκινομάλληδες ίσως χρειάζονται υψηλότερες δόσεις αναισθητικών ουσιών προκειμένου να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα.
Αντίστοιχα, υπάρχουν ενδείξεις ότι τα τοπικά αναισθητικά που χρησιμοποιούνται συχνά σε οδοντιατρικές πράξεις ενδέχεται να είναι λιγότερο αποτελεσματικά σε ορισμένα άτομα με κόκκινα μαλλιά.
Σκούρα μαλλιά και τριχόπτωση
Οι επιστήμονες εξετάζουν επίσης πιθανές σχέσεις μεταξύ του χρώματος των μαλλιών και ορισμένων αυτοάνοσων νοσημάτων.
Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι η γυροειδής αλωπεκία, μια πάθηση που προκαλεί απώλεια τριχών σε συγκεκριμένα σημεία του κεφαλιού ή του προσώπου.
Μεγάλη ανάλυση δεδομένων από περισσότερους από μισό εκατομμύριο ανθρώπους στο Ηνωμένο Βασίλειο έδειξε ότι τα άτομα με πολύ σκούρα ή μαύρα μαλλιά εμφάνιζαν υψηλότερα ποσοστά της συγκεκριμένης πάθησης σε σύγκριση με άτομα που είχαν πιο ανοιχτές αποχρώσεις.
Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι πρόκειται για στατιστική συσχέτιση και όχι για άμεση αιτιώδη σχέση, ωστόσο τα ευρήματα θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά για τη μελλοντική κατανόηση των αυτοάνοσων νοσημάτων.
Το στρες και τα γκρίζα μαλλιά
Το γκριζάρισμα αποτελεί φυσικό μέρος της ανθρώπινης γήρανσης. Ωστόσο, οι επιστήμονες έχουν πλέον επιβεβαιώσει ότι το χρόνιο στρες μπορεί να επιταχύνει σημαντικά αυτή τη διαδικασία.
Όταν ο οργανισμός βρίσκεται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κατάσταση ψυχολογικής πίεσης, ενεργοποιείται το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, το οποίο επηρεάζει τα βλαστοκύτταρα που παράγουν τη χρωστική ουσία στα μαλλιά.
Η συνεχής αυτή επιβάρυνση οδηγεί σε ταχύτερη εξάντληση των κυττάρων που παράγουν μελανίνη, με αποτέλεσμα την πρόωρη εμφάνιση γκρίζων τριχών.
Αν και δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσει οριστικά η φυσική διαδικασία γήρανσης των μαλλιών, οι ειδικοί τονίζουν ότι η ισορροπημένη διατροφή, ο ποιοτικός ύπνος, η σωματική άσκηση και η αποφυγή του καπνίσματος μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση της υγείας του τριχωτού και πιθανόν να καθυστερήσουν την εμφάνιση των πρώτων γκρίζων μαλλιών.
Οι επιστημονικές έρευνες συνεχίζονται και οι ειδικοί εκτιμούν ότι τα επόμενα χρόνια θα αποκαλυφθούν ακόμη περισσότερα στοιχεία για τη σχέση ανάμεσα στη γενετική, το χρώμα των μαλλιών και την ανθρώπινη υγεία.



