Η νέα ρύθμιση ανοίγει για ληξιπρόθεσμες οφειλές έως το τέλος του 2024 – Ελάχιστη δόση 30 ευρώ και αιτήσεις έως 30 Ιουνίου 2027 – Τι δείχνουν τα στοιχεία για τα 74 δισ. ευρώ που παραμένουν εκτός ρυθμίσεων
Σημαντική αλλαγή για νοικοκυριά και επιχειρήσεις που έχουν συσσωρευμένα χρέη φέρνει η διεύρυνση της ρύθμισης παλαιών οφειλών από τις 72 στις 120 μηνιαίες δόσεις.
Το νέο σχήμα διευρύνει τόσο τον αριθμό των δόσεων όσο και την περίμετρο των χρεών που μπορούν να ενταχθούν, ενώ προβλέπει δυνατότητα μετάβασης στις 120 δόσεις ακόμη και για οφειλέτες που έχουν ήδη ενταχθεί στη ρύθμιση των 72 δόσεων.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι στη νέα ρύθμιση προβλέπεται να μπορούν να ενταχθούν οφειλές που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.
Η ελάχιστη μηνιαία δόση διαμορφώνεται στα 30 ευρώ, ενώ η δυνατότητα υποβολής αιτήσεων προβλέπεται να παραμείνει ανοικτή έως τις 30 Ιουνίου 2027.
Πίσω όμως από τη διεύρυνση της ρύθμισης υπάρχει ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα: δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ ληξιπρόθεσμων οφειλών παραμένουν σήμερα εκτός οποιασδήποτε ρύθμισης.
Ποιες είναι οι βασικές αλλαγές
Με βάση το νέο πλαίσιο, τα βασικά σημεία που ενδιαφέρουν τους οφειλέτες είναι:
- έως 120 μηνιαίες δόσεις,
- ελάχιστη μηνιαία καταβολή 30 ευρώ,
- δυνατότητα ένταξης οφειλών που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως 31 Δεκεμβρίου 2024,
- δυνατότητα υποβολής αιτήσεων έως 30 Ιουνίου 2027,
- δυνατότητα μετάβασης στο νέο καθεστώς για όσους έχουν ήδη ενταχθεί στις 72 δόσεις.
Η αύξηση από τις 72 στις 120 δόσεις μπορεί να μειώσει αισθητά τη μηνιαία επιβάρυνση, ιδιαίτερα για νοικοκυριά, ελεύθερους επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε υψηλότερες μηνιαίες καταβολές.
Δεν σημαίνει όμως ότι εξαφανίζεται το χρέος ούτε ότι η ρύθμιση γίνεται αυτομάτως βιώσιμη για κάθε οφειλέτη.
Μόλις το 6,7% των πραγματικών ληξιπρόθεσμων χρεών είναι ρυθμισμένο
Τα στοιχεία που συνοδεύουν τη συζήτηση για τις 120 δόσεις αποκαλύπτουν το μέγεθος του προβλήματος.
Σύμφωνα με την Τριμηνιαία Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο προς τη φορολογική διοίκηση ανέρχεται σε 79,27 δισ. ευρώ, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που χαρακτηρίζονται ανεπίδεκτα είσπραξης.
Από αυτά, σε κάποια μορφή ρύθμισης βρίσκονται μόλις 5,31 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για μόλις το 6,70% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Με απλά λόγια, περίπου 74 δισ. ευρώ ληξιπρόθεσμων χρεών βρίσκονται εκτός ρυθμίσεων.
Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο στοίχημα των 120 δόσεων: εάν δηλαδή η σημαντική μείωση της μηνιαίας επιβάρυνσης μπορεί να επαναφέρει περισσότερους οφειλέτες σε καθεστώς τακτικής εξυπηρέτησης.
Πού βρίσκεται συγκεντρωμένο το μεγάλο χρέος
Τα στοιχεία παρουσιάζουν ακόμη μία ενδιαφέρουσα εικόνα.
Το 96,43% του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου αφορά χρέη άνω των 10.000 ευρώ.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η συγκέντρωση στις πολύ μεγάλες οφειλές.
Το 74,36% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου βρίσκεται σε μόλις 0,26% των οφειλετών, οι οποίοι έχουν χρέος μεγαλύτερο από 1 εκατ. ευρώ ο καθένας.
Και ακριβώς σε αυτή την κατηγορία η αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων ρυθμίσεων είναι ιδιαίτερα περιορισμένη.
Για χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ, το ποσοστό του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου που βρίσκεται σε ρύθμιση περιορίζεται στο 2,06%.
Πόσο μειώνεται η δόση στις 120
Η επέκταση της διάρκειας στις 120 δόσεις μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά στη μηνιαία καταβολή, αλλά η πραγματική εικόνα εξαρτάται από το ύψος του χρέους και το επιτόκιο.
Για παράδειγμα, ένα χρέος 300.000 ευρώ, αν διαιρεθεί απλώς σε 120 μήνες, αντιστοιχεί σε 2.500 ευρώ κεφάλαιο τον μήνα, πριν υπολογιστούν οι τόκοι.
Για χρέος 1 εκατ. ευρώ, η αντίστοιχη καταβολή κεφαλαίου ξεπερνά τις 8.300 ευρώ τον μήνα.
Με αναφερόμενο επιτόκιο 5,84%, το τελικό ποσό που καλείται να καταβάλλει ο οφειλέτης είναι υψηλότερο.
Επομένως, η μετάβαση από τις 72 στις 120 δόσεις μπορεί να κάνει μια οφειλή περισσότερο διαχειρίσιμη, κυρίως στις μικρές και μεσαίες κατηγορίες χρεών, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της λύση για όλες τις περιπτώσεις.
Πού φαίνεται να λειτουργούν καλύτερα οι ρυθμίσεις
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η μεγαλύτερη συμμετοχή στις ρυθμίσεις δεν εμφανίζεται στις πολύ μεγάλες οφειλές αλλά στις ενδιάμεσες κατηγορίες.
Για χρέη μεταξύ 10.001 και 100.000 ευρώ, το συνολικό ποσοστό των ρυθμισμένων οφειλών φθάνει στο 18,44%.
Στην κατηγορία από 20.001 έως 50.000 ευρώ, το ποσοστό ανεβαίνει στο 19,82%.
Για τα φυσικά πρόσωπα, η υψηλότερη συμμετοχή στις ρυθμίσεις εμφανίζεται στις οφειλές από 500 έως 10.000 ευρώ, ενώ στα νομικά πρόσωπα στις οφειλές από 10.001 έως 100.000 ευρώ.
Τα δεδομένα αυτά δείχνουν και ποιο μπορεί να είναι το βασικό κοινό της νέας ρύθμισης: οφειλέτες που διαθέτουν κάποια δυνατότητα αποπληρωμής, αλλά δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε μια υψηλή μηνιαία δόση.
Τι γίνεται με όσους βρίσκονται ήδη στις 72 δόσεις
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρόβλεψη για τους οφειλέτες που έχουν ήδη ενταχθεί στη ρύθμιση των 72 δόσεων.
Το νέο σχήμα προβλέπει τη δυνατότητα μετάβασής τους στις 120 δόσεις.
Για έναν οφειλέτη που σήμερα εξυπηρετεί τη ρύθμισή του αλλά δυσκολεύεται λόγω του αυξημένου κόστους ζωής, η επιμήκυνση μπορεί να περιορίσει σημαντικά τη μηνιαία πίεση.
Θα πρέπει, πάντως, να εξετάζονται οι συγκεκριμένοι όροι της μετάβασης και η συνολική επιβάρυνση, καθώς περισσότερες δόσεις σημαίνουν μεγαλύτερη χρονική διάρκεια αποπληρωμής και, με επιτόκιο, διαφορετικό συνολικό κόστος.
Γιατί οι 120 δόσεις δεν λύνουν ολόκληρο το πρόβλημα
Το μεγάλο πρόβλημα της φορολογικής διοίκησης δεν είναι μόνο πόσα χρωστούν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις, αλλά και πόσο από αυτό το ποσό μπορεί πράγματι να εισπραχθεί.
Από τα 52,69 δισ. ευρώ φορολογικών οφειλών που περιλαμβάνονται στο πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, τα 8,12 δισ. ευρώ προέρχονται από αφερέγγυους οφειλέτες.
Άλλα 18,45 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές με λήξη δόσεων πέραν της τελευταίας δεκαετίας.
Έτσι απομένουν 26,12 δισ. ευρώ, από τα οποία προέρχεται το 91,99% των εισπράξεων.
Με άλλα λόγια, σχεδόν το σύνολο των πραγματικών εισπράξεων προέρχεται από περίπου το ένα τρίτο του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Το στοίχημα της νέας ρύθμισης
Οι 120 δόσεις προσφέρουν αναμφίβολα περισσότερο χρόνο και μικρότερη μηνιαία επιβάρυνση σε σχέση με τις 72.
Το πραγματικό τεστ, όμως, θα είναι πόσοι από εκείνους που σήμερα βρίσκονται εκτός ρύθμισης θα μπορέσουν πράγματι να επιστρέψουν σε αυτή και –κυρίως– να παραμείνουν συνεπείς μέχρι την ολοκλήρωσή της.
Για τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις που έχουν παλαιές ληξιπρόθεσμες οφειλές, οι ημερομηνίες που πρέπει να κρατήσουν είναι δύο:
31 Δεκεμβρίου 2024, ως το χρονικό όριο των ληξιπρόθεσμων οφειλών που προβλέπεται να καλύπτει το νέο σχήμα, και 30 Ιουνίου 2027, ως προθεσμία υποβολής των αιτήσεων.
Και για όσους βρίσκονται ήδη στις 72 δόσεις, το νέο πλαίσιο αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον, καθώς ανοίγει ο δρόμος για μετάβαση στις 120 και, κατά συνέπεια, για σημαντική μείωση της μηνιαίας δόσης.



