Αφορολόγητα φιλοδωρήματα: Ποιοι τα δικαιούνται και ποιοι όχι – Η απόφαση της ΔΕΔ που βάζει «φρένο»

Τα όρια της φορολογικής απαλλαγής για τα φιλοδωρήματα αποσαφηνίζει απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), μετά την προσφυγή μισθωτού δικηγόρου που επιχείρησε να μειώσει το φορολογητέο εισόδημά του κατά 3.600 ευρώ επικαλούμενος τη σχετική διάταξη.

Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς καταδεικνύει ότι δεν αρκεί ένα εισόδημα να φορολογείται ως εισόδημα από μισθωτή εργασία για να εφαρμόζονται αυτομάτως σε αυτό όλες οι ειδικές φοροαπαλλαγές που προβλέπονται για μισθωτούς.

Το θέμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει της αύξησης του αφορολόγητου ορίου των φιλοδωρημάτων στα 6.000 ευρώ ετησίως από το φορολογικό έτος 2026.

Τι ζήτησε ο δικηγόρος από την Εφορία

Σύμφωνα με την υπόθεση που εξέτασε η ΔΕΔ, από την αρχική εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης του δικηγόρου είχε προκύψει φόρος προς πληρωμή 1.196,71 ευρώ.

Ο φορολογούμενος προσέφυγε κατά της πράξης διοικητικού προσδιορισμού φόρου και ζήτησε να μειωθεί το φορολογητέο εισόδημά του κατά 3.600 ευρώ.

Το ποσό αντιστοιχούσε σε 300 ευρώ τον μήνα, δηλαδή στο όριο της απαλλαγής που ίσχυε για τα φιλοδωρήματα.

Ο ίδιος αναγνώριζε ότι οι αποδοχές του δεν αποτελούσαν ρητά φιλοδωρήματα. Υποστήριξε, όμως, ότι εφόσον το εισόδημά του αντιμετωπιζόταν φορολογικά ως εισόδημα από μισθωτή εργασία, θα έπρεπε να έχει δικαίωμα στην ίδια απαλλαγή.

Γιατί η ΔΕΔ είπε «όχι»

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε αυτή την ερμηνεία.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι η πραγματική φύση του εισοδήματος.

Η επίμαχη φορολογική απαλλαγή αφορούσε φιλοδωρήματα έως 300 ευρώ τον μήνα, τα οποία δίνονται προαιρετικά από πελάτες προς εργαζομένους ως επιβράβευση για την εξυπηρέτηση που τους παρέχουν.

Τα χρήματα μπορούσαν να καταβάλλονται είτε απευθείας στον εργαζόμενο είτε μέσω της επιχείρησης.

Αντίθετα, δεν καλύπτονται ποσά που στην πραγματικότητα αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών του εργαζομένου.

Το εισόδημα των περίπου 30.000 ευρώ

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, στη φορολογική δήλωση του δικηγόρου είχε αναγραφεί στον κωδικό 301 εισόδημα σχεδόν 30.000 ευρώ, το οποίο προερχόταν από την εργασία του ως μισθωτού δικηγόρου.

Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο εισόδημα φορολογήθηκε με τις διατάξεις της μισθωτής εργασίας δεν ήταν αρκετό για να εφαρμοστεί η απαλλαγή των φιλοδωρημάτων.

Η ΔΕΔ έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν ανήκε στην κατηγορία των εργαζομένων που λαμβάνουν φιλοδωρήματα με την έννοια που δίνει ο νόμος στη συγκεκριμένη παροχή.

Κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να αφαιρέσει αυτομάτως 3.600 ευρώ από το φορολογητέο εισόδημά του.

Το κρίσιμο μήνυμα για τους φορολογούμενους

Η απόφαση ουσιαστικά ξεκαθαρίζει μια σημαντική λεπτομέρεια:

Το αφορολόγητο των φιλοδωρημάτων δεν αποτελεί μια γενική έκπτωση εισοδήματος που μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιοσδήποτε φορολογείται ως μισθωτός.

Για να εφαρμοστεί η απαλλαγή πρέπει να υπάρχει πραγματικό φιλοδώρημα, δηλαδή προαιρετική χρηματική παροχή πελάτη προς εργαζόμενο για την εξυπηρέτηση που του προσφέρθηκε.

Επομένως, δεν μπορεί ένας φορολογούμενος να αφαιρεί από τις κανονικές αποδοχές του ποσό ίσο με το προβλεπόμενο αφορολόγητο απλώς και μόνο επειδή το εισόδημά του φορολογείται με την κλίμακα των μισθωτών.

Τι απάντησε η ΔΕΔ για τη συνταγματικότητα

Ο δικηγόρος έθεσε επίσης ζήτημα διαφορετικής φορολογικής μεταχείρισης και συνταγματικότητας της σχετικής διάταξης.

Η ΔΕΔ δεν προχώρησε σε ουσιαστική κρίση επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού, επισημαίνοντας ότι η κρίση περί αντισυνταγματικότητας δεν ανήκει στην αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων.

Τελικά, η ενδικοφανής προσφυγή απορρίφθηκε και παρέμεινε σε ισχύ η αρχική πράξη διοικητικού προσδιορισμού του φόρου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ