Στην Ελλάδα της… ασφαλιστικής παράνοιας, μπορεί να έχεις ιδρώσει από τα 18 σου, να έχεις φτάσει στα 62 και να βλέπεις τον διπλανό σου –που ξεκίνησε να εργάζεται στα 30– να παίρνει σύνταξη πρώτος! Όχι, δεν είναι ανέκδοτο. Είναι η πραγματικότητα που δημιουργούν οι κανονισμοί του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος.
Ο χρόνος… δεν μετράει όσο νομίζεις
Το πότε ξεκίνησες να εργάζεσαι δεν παίζει και τόσο ρόλο, όσο ο συνολικός χρόνος που έχεις… ασφαλιστεί. Με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία αν ξεκίνησες να δουλεύεις από μικρός. Αυτό που μετράει είναι πόσα χρόνια είσαι «καταγεγραμμένος» στα μητρώα του ΕΦΚΑ. Και κάπου εκεί ξεκινά το παράδοξο.
Ποιος βγαίνει και πότε;
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, υπάρχουν δύο βασικά «μονοπάτια» για την πλήρη σύνταξη:
-
Στα 62, εφόσον έχεις συμπληρώσει 40 χρόνια ασφάλισης.
-
Στα 67, αρκούν 15 χρόνια ασφάλισης (ή 14,5 + εξαγορά ενός εξαμήνου).
Αν δεν πιάσεις κανένα από τα δύο όρια; Τότε σου μένει μόνο η ελάχιστη λεγόμενη «σύνταξη ανασφάλιστου» – με μεικτό ποσό γύρω στα 413 ευρώ, και αυτό υπό αυστηρούς οικονομικούς περιορισμούς.
Ο παραλογισμός των πλασματικών ετών
Ο νόμος επιτρέπει σε κάποιες περιπτώσεις την εξαγορά έως και επτά πλασματικών ετών. Στρατός, σπουδές, παιδιά, ακόμη και ανεργία μπορεί να «μετρήσουν» υπέρ σου, φτάνει να έχεις την οικονομική δυνατότητα να τα πληρώσεις.
Παράδειγμα: Ένας πολίτης που μπήκε στην αγορά εργασίας στα 29 του, έχει μαζέψει 33 χρόνια κανονικής ασφάλισης. Αν εξαγοράσει 7 πλασματικά έτη, φτάνει τα απαιτούμενα 40 και παίρνει σύνταξη στα 62. Και αυτό, χωρίς να έχει δουλέψει πραγματικά πάνω από 33 χρόνια.
Και ποιος πληρώνει το μάρμαρο;
Απέναντί του στέκεται ο εργαζόμενος που μπήκε στα 18 του στην αγορά. Αυτός, ακόμη κι αν έχει 44 χρόνια πραγματικής δουλειάς και δεν χρειάζεται να εξαγοράσει τίποτα, βγαίνει… την ίδια ώρα ή και αργότερα στη σύνταξη. Η ειρωνεία; Ο πρώτος πληρώνει λιγότερα, δουλεύει λιγότερο και κουράζεται σαφώς λιγότερο, αλλά ανταμείβεται το ίδιο – ή και περισσότερο.
Η εξαγορά δεν είναι για όλους
Η «ευκολία» αυτή δεν είναι δωρεάν. Για κάθε χρόνο που εξαγοράζεις, πληρώνεις 20% του μισθού που δηλώνεις την περίοδο της αίτησης. Το ποσό παρακρατείται από τη σύνταξη σε δόσεις, αλλά μπορεί να εκπέσει φορολογικά. Ωστόσο, το ποσό αυτό δεν είναι μικρό για τον μέσο εργαζόμενο, και το να πληρώσεις για πλασματικά χρόνια δεν είναι πάντα εφικτό.
Μετά τη σύνταξη… εργασία ξανά;
Ακόμα ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι νέοι συνταξιούχοι δεν σταματούν απαραίτητα να δουλεύουν. Ο νόμος τους επιτρέπει να συνεχίσουν να εργάζονται, με μια μικρή παρακράτηση στη σύνταξή τους: 10% για μισθωτούς και περίπου 90 ευρώ το μήνα για ελεύθερους επαγγελματίες. Δηλαδή, όχι μόνο μπορείς να βγεις νωρίτερα στη σύνταξη με λιγότερη δουλειά, αλλά μπορείς και να συνεχίσεις να δουλεύεις με ένα ελάχιστο «πέναλτι».
Πίσω από τους αριθμούς, η ανθρώπινη φθορά
Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: το σύστημα δεν ανταμείβει αυτόν που μπήκε από νωρίς στον στίβο της ζωής. Δεν υπολογίζει τη σωματική κόπωση ή την ψυχολογική πίεση που συσσωρεύεται από δεκαετίες σκληρής εργασίας. Και φυσικά, δεν κάνει διάκριση στο είδος εργασίας: ένας ανειδίκευτος εργάτης στα 62 είναι σίγουρα πιο καταπονημένος από έναν υπάλληλο γραφείου που ξεκίνησε μια δεκαετία αργότερα.
Το μεγάλο ερώτημα
Είναι δίκαιο ένα τέτοιο σύστημα; Ή απλά μετατρέπει το δικαίωμα στη σύνταξη σε… παιχνίδι στρατηγικής, με όσους έχουν γνώση και χρήματα να παίρνουν το πάνω χέρι;
Η ουσία είναι μία: δεν αρκεί να δουλεύεις πολλά χρόνια – πρέπει να ξέρεις και πώς να “παίξεις” το σύστημα. Κι αυτό, σε μια χώρα όπου η πλειοψηφία των εργαζομένων αγωνίζεται για τα αυτονόητα, μοιάζει περισσότερο με εμπαιγμό παρά με κοινωνική πολιτική.


