«Χρυσή» αποβίβαση σε Μύκονο και Σαντορίνη: Το νέο “χαράτσι” που αλλάζει την κρουαζιέρα στην Ελλάδα!

Ανατροπές φέρνει ο φετινός Ιούλιος για τον τουρισμό κρουαζιέρας στην Ελλάδα, καθώς μπαίνει σε ισχύ ένα νέο, αυξημένο τέλος επιβατών, που θα εφαρμοστεί για κάθε τουρίστα που αποβιβάζεται σε ελληνικά λιμάνια. Και αν νομίζετε πως αυτό αφορά μόνο τη γραφειοκρατία, κρατηθείτε: οι διακυμάνσεις στις τιμές ανάλογα με τον προορισμό και την εποχή υπόσχονται να αλλάξουν τον χάρτη της κρουαζιέρας – ειδικά για τους «πρωταγωνιστές» Μύκονο και Σαντορίνη.

Η απόφαση είναι πλέον οριστική και θα αρχίσει να εφαρμόζεται από την Κυριακή 21 Ιουλίου, έπειτα από κοινή υπογραφή των υπουργείων Οικονομικών, Ναυτιλίας και Τουρισμού. Πρόκειται για ένα τέλος που βαρύνει κάθε επιβάτη επαγγελματικού πλοίου αναψυχής που κατεβαίνει σε ελληνικό λιμάνι – δηλαδή ουσιαστικά κάθε τουρίστα που αποβιβάζεται κατά τη διάρκεια μιας κρουαζιέρας. Το μέτρο στοχεύει τόσο στην καλύτερη διαχείριση της τουριστικής πίεσης στα πιο δημοφιλή λιμάνια όσο και στην ενίσχυση της κίνησης σε περιόδους χαμηλότερης ζήτησης.

Οι τιμές… ανεβοκατεβαίνουν με το θερμόμετρο

Η καινοτομία του μέτρου είναι ότι το τέλος δεν είναι σταθερό, αλλά αλλάζει ανάλογα με τον μήνα και τον προορισμό. Έτσι, τα νησιά με τη μεγαλύτερη τουριστική κίνηση – όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη – θα έχουν τις υψηλότερες χρεώσεις τους θερινούς μήνες.

Από την 1η Ιουνίου έως και την 30ή Σεπτεμβρίου, κάθε τουρίστας που αποβιβάζεται σε ένα από αυτά τα δύο νησιά θα κοστίζει 20 ευρώ. Αντίθετα, για τους υπόλοιπους προορισμούς της χώρας, η τιμή περιορίζεται στα 5 ευρώ.

Η τιμή… πέφτει όταν πέφτει και η θερμοκρασία. Στο διάστημα Οκτωβρίου και Απριλίου-Μαΐου, το τέλος μειώνεται σε 12 ευρώ για Μύκονο και Σαντορίνη και σε 3 ευρώ για όλα τα άλλα λιμάνια. Και τον χειμώνα, δηλαδή από Νοέμβριο μέχρι Μάρτιο, η αποβίβαση γίνεται αισθητά πιο «φθηνή»: 4 ευρώ για τους πιο κοσμικούς προορισμούς και μόλις 1 ευρώ για τους υπόλοιπους.

Ποιος πληρώνει το… μάρμαρο;

Το νέο τέλος επιβάλλεται ανά επιβάτη και ανά λιμάνι αποβίβασης. Δεν το πληρώνει ο επιβάτης απευθείας, αλλά η εταιρεία που διαχειρίζεται την κρουαζιέρα – είτε πρόκειται για την ίδια την εταιρεία, είτε για τον ναυτικό πράκτορα ή τον εκπρόσωπό της στην Ελλάδα.

Όλα γίνονται πλέον ψηφιακά: δήλωση επιβατών μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας την ημέρα απόπλου του πλοίου και πληρωμή ανά τρίμηνο μέσω ηλεκτρονικού παραβόλου. Την επίβλεψη έχει το Υπουργείο Ναυτιλίας, το οποίο θα ελέγχει κατά διαστήματα αν οι δηλώσεις είναι ακριβείς και αν έχουν πληρωθεί τα ποσά που αντιστοιχούν.

Τι γίνεται αν κάποιος «ξεχαστεί»;

Οι έλεγχοι δεν θα είναι τυπικοί. Το υπουργείο διατηρεί το δικαίωμα να προχωρά σε ελέγχους μέσω των λιμενικών αρχών, και αν εντοπιστεί παραβίαση, οι συνέπειες θα είναι σοβαρές: αρχικά με προειδοποίηση, και στη συνέχεια με επιβολή του ποσού που δεν πληρώθηκε. Σε πιο ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να φτάσει ακόμη και σε απαγόρευση αποβίβασης επιβατών σε επόμενες προσεγγίσεις ελληνικών λιμανιών.

Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα και τον τουρισμό;

Η Ελλάδα προσπαθεί να πετύχει κάτι δύσκολο: να διαχειριστεί αποτελεσματικά την υπερβολική πίεση που δέχονται οι «πρωταγωνιστές» της τουριστικής περιόδου, όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη, χωρίς όμως να χάσει τον δυναμισμό της ως κορυφαίος προορισμός κρουαζιέρας. Το νέο τέλος λειτουργεί ως εργαλείο αποσυμφόρησης, ωθώντας τις εταιρείες να προγραμματίζουν ταξίδια και σε λιγότερο πολυσύχναστους προορισμούς ή εκτός αιχμής, με φθηνότερο κόστος.

Μένει να φανεί αν οι εταιρείες θα προσαρμόσουν ανάλογα τα δρομολόγιά τους ή αν θα μετακυλίσουν το κόστος στους επιβάτες. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα επιχειρεί μια νέα στρατηγική στον τουρισμό της κρουαζιέρας: πιο δίκαιη, πιο βιώσιμη και – ίσως – πιο προσοδοφόρα για τα δημόσια ταμεία.