Παρά την ανάπτυξη, τις τουριστικές εισπράξεις και τις επενδύσεις, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ανισορροπίες στις συναλλαγές της με το εξωτερικό. Οι προβλέψεις που αποδίδονται στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για το 2026 και το 2027 επαναφέρουν τη συζήτηση για την παραγωγική βάση, την εξάρτηση από τις εισαγωγές και το πραγματικό αποτύπωμα του τουρισμού.
Υπάρχει ένας οικονομικός δείκτης που συχνά απουσιάζει από την καθημερινή πολιτική συζήτηση, παρότι αποτυπώνει μια ουσιαστική αδυναμία της ελληνικής οικονομίας: το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Πρόκειται για τον δείκτη που καταγράφει, μεταξύ άλλων, τις συναλλαγές μιας χώρας με το εξωτερικό σε αγαθά, υπηρεσίες και εισοδήματα. Όταν το ισοζύγιο είναι ελλειμματικό, η οικονομία καταγράφει συνολικά περισσότερες πληρωμές προς το εξωτερικό από τις αντίστοιχες εισπράξεις της.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται σε δημοσίευμα για τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η Ελλάδα αναμένεται να εμφανίσει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ίσο με 6,6% του ΑΕΠ το 2026, ενώ για το 2027 προβλέπεται περιορισμός του στο 5,9%.
Εφόσον επιβεβαιωθεί η συγκεκριμένη σύγκριση μεταξύ 190 οικονομιών, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 172η θέση το 2026, δηλαδή μεταξύ των 19 χωρών με τα μεγαλύτερα ελλείμματα ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Πρόκειται για έναν δείκτη που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η Ελλάδα βρίσκεται συνολικά ανάμεσα στις 19 χειρότερες οικονομίες του κόσμου. Η κατάταξη αφορά αποκλειστικά το συγκεκριμένο μέγεθος εξωτερικής ανισορροπίας και όχι τη συνολική οικονομική επίδοση ή το βιοτικό επίπεδο.
Έλλειμμα 9,32 δισ. ευρώ μέσα σε επτά μήνες
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το δημοσίευμα από την Τράπεζα της Ελλάδος, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 διαμορφώθηκε στα 9,32 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η επίδοση αυτή παρουσιάζεται ως η δεύτερη μεγαλύτερη για την αντίστοιχη περίοδο των τελευταίων 14 ετών, μετά το 2022, όταν είχε φτάσει τα 12,15 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η σύγκριση δείχνει το μέγεθος της ανισορροπίας, αλλά απαιτεί και προσεκτική ερμηνεία.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών δεν ταυτίζεται με το δημοσιονομικό έλλειμμα του κράτους. Δεν αποτελεί, δηλαδή, άμεση ένδειξη ότι ο κρατικός προϋπολογισμός παρουσιάζει αντίστοιχο άνοιγμα.
Αντίθετα, αφορά το σύνολο της οικονομίας και τις συναλλαγές της με τον υπόλοιπο κόσμο.
Επίσης, ένα υψηλό έλλειμμα μπορεί να συνδέεται με διαφορετικούς παράγοντες, όπως αυξημένες εισαγωγές ενέργειας, επενδυτικού εξοπλισμού, καταναλωτικών προϊόντων ή πληρωμές εισοδημάτων προς το εξωτερικό.
Για τον λόγο αυτό, η αξιολόγησή του δεν πρέπει να περιορίζεται σε μία μόνο εξήγηση.
Το παράδοξο της ελληνικής οικονομίας: Τουρισμός και ανάπτυξη, αλλά υψηλό εξωτερικό έλλειμμα
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντικούς εξαγωγικούς κλάδους υπηρεσιών, με κυριότερους τον τουρισμό και τη ναυτιλία.
Οι δύο αυτοί τομείς δημιουργούν εισροές συναλλάγματος και συνεισφέρουν στην οικονομική δραστηριότητα.
Παράλληλα, όμως, η χώρα εξακολουθεί να εισάγει μεγάλο εύρος αγαθών, από ενεργειακά προϊόντα και βιομηχανικό εξοπλισμό μέχρι καταναλωτικά είδη.
Αυτό σημαίνει ότι τα έσοδα από τον τουρισμό και άλλες υπηρεσίες δεν αρκούν πάντοτε για να αντισταθμίσουν τις συνολικές εξωτερικές πληρωμές.
Η διαρθρωτική αυτή ανισορροπία συνδέεται με την παραγωγική διάρθρωση της χώρας, την ανταγωνιστικότητα, την ενεργειακή εξάρτηση και την ικανότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να παράγουν προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η αντιμετώπισή της προϋποθέτει περισσότερα από μια καλή τουριστική χρονιά.
Η επιδείνωση των εισοδηματικών ισοζυγίων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η επισήμανση ότι η επιδείνωση του ισοζυγίου στο επτάμηνο του 2026 συνδέεται κυρίως με τα ισοζύγια πρωτογενών και δευτερογενών εισοδημάτων.
Τα πρωτογενή εισοδήματα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αμοιβές εργασίας και εισοδήματα από επενδύσεις, όπως τόκους και μερίσματα.
Τα δευτερογενή εισοδήματα αφορούν μεταβιβάσεις χρημάτων χωρίς άμεση ανταλλαγή αγαθών ή υπηρεσιών.
Η επιδείνωση αυτών των μεγεθών δείχνει ότι το πρόβλημα δεν εξηγείται αποκλειστικά από το εμπορικό έλλειμμα ή από τις εισαγωγές καταναλωτικών προϊόντων.
Αναδεικνύει επίσης τη σημασία των χρηματοοικονομικών ροών και των εισοδημάτων που καταβάλλονται ή εισπράττονται από το εξωτερικό.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και το ερώτημα των παραγωγικών επενδύσεων
Ένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα αφορά το αποτύπωμα των επενδύσεων που πραγματοποιούνται με τη στήριξη ευρωπαϊκών πόρων.
Η εισροή κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης μπορεί να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας, στην αναβάθμιση των υποδομών και στην αύξηση της παραγωγικότητας.
Ωστόσο, η χρηματοδότηση από μόνη της δεν εγγυάται ότι θα περιοριστεί άμεσα το εξωτερικό έλλειμμα.
Μια επένδυση μπορεί αρχικά να αυξήσει τις εισαγωγές μηχανημάτων και εξοπλισμού, επιβαρύνοντας προσωρινά το εμπορικό ισοζύγιο, ενώ τα παραγωγικά της οφέλη ενδέχεται να εμφανιστούν σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο επομένως είναι σε ποιους τομείς κατευθύνονται οι πόροι και κατά πόσο δημιουργούν διαρκή παραγωγική ικανότητα.
Στο δημοσίευμα αναφέρεται επίσης ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων προβλέπεται να μειωθεί από περίπου 17 δισ. ευρώ το 2026 σε 11 δισ. ευρώ το 2027.
Εφόσον τα ποσά αυτά είναι συγκρίσιμα ως προς το περιεχόμενο και τη λογιστική τους βάση, η αριθμητική μείωση είναι περίπου 35,3%.
Ωστόσο, για την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος χρειάζεται να εξεταστεί η σύνθεση του προγράμματος, καθώς και η επίδραση της ολοκλήρωσης χρηματοδοτικών δράσεων του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ο τουρισμός παράγει πλούτο, αλλά έχει και κόστος
Η άποψη ότι η Ελλάδα «δεν παράγει τίποτα» δεν ανταποκρίνεται στα οικονομικά δεδομένα.
Η χώρα διαθέτει παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, ενώ ο τουρισμός, οι μεταφορές και η ναυτιλία αποτελούν κανονικές παραγωγικές δραστηριότητες που δημιουργούν εισόδημα, απασχόληση και εξαγωγικά έσοδα.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι υπηρεσίες αποτελούν παραγωγή. Είναι αν η διάρθρωση της ελληνικής παραγωγής αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της οικονομίας χωρίς επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες.
Ο τουρισμός έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κεφαλονιά και την Ιθάκη, όπου αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας.
Ωστόσο, η αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας συνοδεύεται και από αυξημένες απαιτήσεις σε ύδρευση, αποχέτευση, ηλεκτρική ενέργεια, μεταφορές, διαχείριση απορριμμάτων και δημόσιες υποδομές.
Η μεγαλύτερη επισκεψιμότητα μπορεί να δημιουργεί πρόσθετα έσοδα, αλλά και μεγαλύτερες ανάγκες για επενδύσεις και συντήρηση.
Δεν τεκμηριώνεται ότι ο τουρισμός έχει ήδη εξαντλήσει πανελλαδικά τις δυνατότητες ανάπτυξής του. Ούτε μπορεί να αποδοθεί κάθε αύξηση στις τιμές του νερού ή του ηλεκτρικού ρεύματος αποκλειστικά στους επισκέπτες.
Η επιβάρυνση των υποδομών, πάντως, είναι πραγματικό ζήτημα σχεδιασμού, ιδιαίτερα για τις νησιωτικές περιοχές με έντονη εποχικότητα.
Τι δείχνουν τα επίσημα στοιχεία
Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 έφτασε περίπου τα 9,3 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά περίπου 1,5 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Παράλληλα, όμως, καταγράφει βελτίωση στο συνολικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών και αύξηση των εξαγωγών αγαθών κατά 16,1% σε τρέχουσες τιμές.
Το ΔΝΤ, στην έκθεση του Μαΐου 2026 για την Ελλάδα, είχε ήδη επισημάνει την ανάγκη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τον περιορισμό του επίμονου ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, αναγνωρίζοντας παράλληλα τη βελτίωση της δημοσιονομικής σταθερότητας.
Η βάση δεδομένων World Economic Outlook του Οκτωβρίου 2026 έχει δημοσιευθεί από το ΔΝΤ. Ωστόσο, η συγκεκριμένη κατάταξη 172ης θέσης μεταξύ 190 οικονομιών, όπως και τα ποσοστά -6,6% και -5,9%, χρειάζονται διασταύρωση με τις επιμέρους εγγραφές της βάσης πριν παρουσιαστούν ως αυτοτελώς επιβεβαιωμένα στοιχεία.
Το πραγματικό οικονομικό πρόβλημα
Η ελληνική οικονομία δεν στερείται παραγωγής ούτε εμφανίζει αποκλειστικά αρνητικές επιδόσεις.
Το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο: η ανάπτυξη συνυπάρχει με ένα επίμονο εξωτερικό έλλειμμα, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για την παραγωγική ανταγωνιστικότητα, την εισαγωγική εξάρτηση και τη σύνθεση των επενδύσεων.
Η αντιμετώπιση αυτής της ανισορροπίας απαιτεί ενίσχυση της παραγωγικότητας, επενδύσεις με μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία, ενεργειακή ανθεκτικότητα και καλύτερη αξιοποίηση των εξαγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.
Το ζητούμενο δεν είναι να περιοριστεί η σημασία του τουρισμού ή των υπηρεσιών, αλλά να αναπτυχθεί μια πιο διαφοροποιημένη και ανθεκτική παραγωγική βάση.
Γιατί η ουσιαστική οικονομική πρόοδος δεν μετριέται μόνο από το πόσο αυξάνεται το ΑΕΠ, αλλά και από το πόσο διατηρήσιμη είναι αυτή η ανάπτυξη.



