ΔΝΤ: «Καμπανάκι» για την ελληνική οικονομία – Χαμηλότερη ανάπτυξη, επίμονος πληθωρισμός και το μεγάλο στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Απόσταση ανάμεσα στις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και στους κυβερνητικούς στόχους για το 2026 και το 2027 αναδεικνύουν τα νέα στοιχεία. Η ανάπτυξη εμφανίζεται ασθενέστερη, οι τιμές εξακολουθούν να πιέζουν τα νοικοκυριά και το ερώτημα για την επόμενη ημέρα των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων γίνεται ολοένα πιο πιεστικό.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ωστόσο η διατήρηση αυτής της επίδοσης δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Οι νέες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σκιαγραφούν ένα περιβάλλον στο οποίο η ανάπτυξη παραμένει θετική, αλλά χαμηλότερη από τις προσδοκίες της κυβέρνησης, την ώρα που ο πληθωρισμός εξακολουθεί να απορροφά σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται σε μερικά δέκατα της ποσοστιαίας μονάδας. Αγγίζει την αντοχή της οικονομίας απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και, κυρίως, το κατά πόσο η χώρα θα μπορέσει να διατηρήσει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος των μεγάλων χρηματοδοτήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Η μεγάλη απόκλιση στις προβλέψεις για το 2027

Τα στοιχεία της νέας έκθεσης World Economic Outlook του ΔΝΤ, που δημοσιοποιήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026, δείχνουν ότι το Ταμείο διατηρεί πιο συγκρατημένη εκτίμηση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας από εκείνη του οικονομικού επιτελείου.

Συγκεκριμένα, το ΔΝΤ προβλέπει ανάπτυξη 1,8% τόσο για το 2026 όσο και για το 2027. Αντίθετα, στο προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού η κυβέρνηση τοποθετεί τον πήχη στο 2% για φέτος και στο 2,3% για την επόμενη χρονιά.

Η διαφορά είναι ιδιαίτερα σημαντική για το 2027, καθώς φτάνει τη μισή ποσοστιαία μονάδα. Πρόκειται για απόκλιση που μπορεί να επηρεάσει τα δημόσια έσοδα, τις επενδύσεις και τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Ωστόσο, ακόμη μεγαλύτερος προβληματισμός προκύπτει από τις εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό.

Το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα φτάσει το 4,2% το 2026, έναντι 2,9% το 2025, ενώ για το 2027 εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 3,6%.

Η κυβέρνηση εμφανίζεται αισθητά πιο αισιόδοξη, καθώς προβλέπει αύξηση του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή κατά 3,8% το 2026 και 2,6% το 2027.

Για τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή, οι αντίστοιχες κυβερνητικές προβλέψεις είναι 3,6% και 2,4%.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, ακόμη και αν επιβεβαιωθεί η αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων την επόμενη χρονιά, η ακρίβεια θα εξακολουθήσει να αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία.

Η ακρίβεια συνεχίζει να απορροφά το εισόδημα

Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά την επιμονή των ανατιμήσεων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος παραμένει υψηλό και επηρεάζει σχεδόν το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας.

Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου και των υπόλοιπων ενεργειακών προϊόντων δεν επιβαρύνει μόνο τους λογαριασμούς των νοικοκυριών.

Μεταφέρεται σταδιακά στο κόστος μεταφορών, στην παραγωγή, στη διανομή προϊόντων και τελικά στις τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.

Ακόμη και αν ο πληθωρισμός υποχωρήσει από το 4,2% στο 3,6%, οι τιμές δεν επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Απλώς συνεχίζουν να αυξάνονται με μικρότερο ρυθμό.

Για τα ελληνικά νοικοκυριά, επομένως, η σταδιακή αποκλιμάκωση δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποκατάσταση της αγοραστικής τους δύναμης.

Αυτό θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των μισθών, των συντάξεων και των υπόλοιπων εισοδημάτων σε σχέση με το πραγματικό κόστος ζωής.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της σημερινής οικονομικής πραγματικότητας: η χώρα μπορεί να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά σημαντικό μέρος της κοινωνίας να εξακολουθεί να δυσκολεύεται να καλύψει τις καθημερινές του ανάγκες.

Το Ταμείο Ανάκαμψης και το ερώτημα της επόμενης ημέρας

Πέρα από τις προβλέψεις για ανάπτυξη και πληθωρισμό, αναδεικνύεται ένα βαθύτερο ζήτημα: πόσο ανθεκτική είναι η ελληνική οικονομία χωρίς την ίδια ένταση ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων;

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτέλεσε σημαντική πηγή επενδυτικών πόρων, συμβάλλοντας στη χρηματοδότηση μεγάλων έργων, επιχειρηματικών σχεδίων και δημόσιων παρεμβάσεων.

Η ολοκλήρωση της βασικής περιόδου χρηματοδότησης δημιουργεί την ανάγκη να αναπτυχθούν περισσότερο οι εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες, οι εξαγωγές και οι ιδιωτικές επενδύσεις που δεν εξαρτώνται από προσωρινά χρηματοδοτικά προγράμματα.

Το ΔΝΤ είχε ήδη επισημάνει σε προηγούμενη έκθεσή του ότι, παρά τη λήξη της χρηματοδότησης του Ταμείου Ανάκαμψης, δεν αναμένει απότομη δημοσιονομική κατάρρευση το 2027.

Εκτιμούσε ότι οι επενδύσεις από άλλα ευρωπαϊκά κονδύλια και τα δάνεια του μηχανισμού θα εξακολουθούσαν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Σημαίνει, όμως, ότι η μετάβαση δεν μπορεί να περιγραφεί με βεβαιότητα ως ξαφνικό τέλος της ανάπτυξης.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν οι πόροι που διοχετεύθηκαν στην ελληνική οικονομία τα προηγούμενα χρόνια έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για διατηρήσιμη ανάπτυξη ή εάν η χώρα θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα περίοδο χαμηλότερων οικονομικών επιδόσεων.

Το παραγωγικό μοντέλο παραμένει το μεγάλο ζητούμενο

Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν οι χρηματοδοτήσεις των προηγούμενων ετών έχουν δημιουργήσει μόνιμες προϋποθέσεις υψηλότερης παραγωγικότητας.

Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης λόγω επενδύσεων και αυξημένης κατανάλωσης, χωρίς ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει όλες τις διαρθρωτικές αδυναμίες της.

Στην ελληνική περίπτωση, η περιορισμένη παραγωγικότητα, οι δημογραφικές πιέσεις, η εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές προκλήσεις.

Οι νέες εκτιμήσεις για διεύρυνση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών σε επίπεδα άνω του 6% του ΑΕΠ το 2026 υπογραμμίζουν την ευαισθησία της οικονομίας στις αυξήσεις των τιμών ενέργειας και στις εισαγωγές.

Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα απορροφήθηκαν, αλλά πόση παραγωγική αξία δημιουργήθηκε από αυτά.

Δημιουργήθηκαν νέες εξαγωγικές επιχειρήσεις; Ενισχύθηκε η ελληνική βιομηχανία; Αυξήθηκε η ανταγωνιστικότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων; Περιορίστηκε η εξάρτηση από τις εισαγωγές;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.

Η συζήτηση για τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους

Στον δημόσιο διάλογο έχει αναπτυχθεί επίσης έντονη κριτική σχετικά με τη συγκέντρωση επενδυτικών πόρων σε μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους και τον βαθμό πρόσβασης των μικρότερων επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση.

Το ερώτημα αυτό είναι απολύτως θεμιτό και χρειάζεται διαφάνεια ως προς τους τελικούς δικαιούχους, τα ποσά, τους όρους δανεισμού και τα πραγματικά αποτελέσματα των επενδύσεων.

Η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση το ύψος των χρηματοδοτήσεων ή τον αριθμό των μεγάλων επενδυτικών σχεδίων.

Σημασία έχει κατά πόσο οι πόροι διαχέονται στο σύνολο της παραγωγικής οικονομίας, δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε επενδυτικά κεφάλαια, καθώς αποτελούν σημαντικό τμήμα της ελληνικής επιχειρηματικότητας.

Χωρίς ουσιαστική διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, η χώρα κινδυνεύει να διατηρήσει μια οικονομία που εμφανίζει θετικά συνολικά μεγέθη, αλλά δεν εξασφαλίζει ανάλογη βελτίωση για το σύνολο των επιχειρήσεων και των εργαζομένων.

Η ανεργία υποχωρεί, αλλά δεν αρκεί

Στη θετική πλευρά των προβλέψεων βρίσκεται η αναμενόμενη περαιτέρω μείωση της ανεργίας.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το ποσοστό θα περιοριστεί στο 8% το 2026 και στο 7,6% το 2027, συνεχίζοντας την καθοδική του πορεία.

Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική, καθώς περισσότερες θέσεις εργασίας μπορούν να στηρίξουν την κατανάλωση, τα ασφαλιστικά έσοδα και την κοινωνική συνοχή.

Παράλληλα, όμως, η βελτίωση της απασχόλησης δεν απαντά από μόνη της στο πρόβλημα της ακρίβειας.

Η ποιότητα των θέσεων εργασίας, οι πραγματικές αποδοχές και η δυνατότητα των εργαζομένων να καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες αποτελούν εξίσου κρίσιμους δείκτες.

Μια οικονομία με χαμηλότερη ανεργία, αλλά με μισθούς που δυσκολεύονται να ακολουθήσουν την άνοδο των τιμών, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές κοινωνικές προκλήσεις.

Η πρόκληση για την κυβέρνηση

Οι νέες εκτιμήσεις του ΔΝΤ δεν προαναγγέλλουν ύφεση για την Ελλάδα.

Αντιθέτως, εξακολουθούν να προβλέπουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Αποτυπώνουν, όμως, μια λιγότερο ευνοϊκή οικονομική πραγματικότητα από εκείνη που περιγράφουν οι κυβερνητικοί στόχοι.

Η ανάπτυξη ενδέχεται να κινηθεί χαμηλότερα από τις προσδοκίες, ενώ ο πληθωρισμός μπορεί να παραμείνει σημαντικά υψηλότερος από τα επίπεδα που θα επέτρεπαν μια ουσιαστικότερη ανακούφιση των νοικοκυριών.

Ταυτόχρονα, η σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης αναδεικνύει την ανάγκη για ένα παραγωγικό μοντέλο που θα μπορεί να δημιουργεί πλούτο χωρίς να στηρίζεται υπέρμετρα σε έκτακτες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό και οικονομικό στοίχημα: να μετατραπεί η ανάπτυξη από ένα θετικό ποσοστό στις στατιστικές σε διαρκή βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.

Διότι μια οικονομία μπορεί να συνεχίζει να μεγαλώνει, χωρίς όλοι οι πολίτες της να αισθάνονται ότι ευημερούν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ