Εφορία: Η «παγίδα» με τα μετρητά και τις αγορές ακινήτων – Πότε οι καταθέσεις φορολογούνται ως εισόδημα

Απόφαση της ΔΕΔ δείχνει πώς ελέγχονται οι αδικαιολόγητες τραπεζικές πιστώσεις και η επίκληση παλαιών αποταμιεύσεων. Γιατί τα ίδια χρήματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν δύο φορές για την κάλυψη τεκμηρίων.

Μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι μεγάλες τραπεζικές πιστώσεις άγνωστης προέλευσης και οι αγορές ακινήτων που είχαν χρηματοδοτηθεί με μετρητά.

Η υπόθεση αφορούσε φορολογούμενη η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, όταν ο έλεγχος εντόπισε σημαντικά ποσά στους τραπεζικούς της λογαριασμούς που δεν μπορούσαν να συνδεθούν άμεσα με δηλωμένα εισοδήματα.

Παράλληλα, κατά τις ελεγχόμενες χρήσεις είχε προχωρήσει σε αγορές ακινήτων, επικαλούμενη μετρητά και αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών για την κάλυψη του τιμήματος.

Πώς ξεκίνησε ο φορολογικός έλεγχος

Οι ελεγκτές επεξεργάστηκαν τις κινήσεις των λογαριασμών μέσω του Συστήματος Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών.

Από τον έλεγχο προέκυψαν:

  • Σημαντικές τραπεζικές πιστώσεις χωρίς εμφανή αιτία.
  • Αγορές ακινήτων με χρηματικά ποσά που δεν διακινήθηκαν μέσω τραπεζικού συστήματος.
  • Διαφορά μεταξύ των δηλωμένων εισοδημάτων και της αύξησης της περιουσίας.
  • Ανεπαρκής κάλυψη των δαπανών από το διαθέσιμο κεφάλαιο προηγούμενων ετών.

Η φορολογούμενη κλήθηκε να προσκομίσει στοιχεία τόσο για την προέλευση των καταθέσεων όσο και για τη χρηματοδότηση των αγορών.

Κατά τη διάρκεια του ελέγχου κατάφερε να δικαιολογήσει ένα μέρος των πιστώσεων, όχι όμως το σύνολο των ποσών.

Τι υποστήριξε η φορολογούμενη

Για τις αγορές των ακινήτων επικαλέστηκε ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, υποστηρίζοντας ότι διέθετε αποταμιεύσεις οι οποίες είχαν σχηματιστεί από ήδη φορολογημένα ή νόμιμα απαλλασσόμενα εισοδήματα.

Στην ενδικοφανή προσφυγή της ισχυρίστηκε επίσης ότι:

  • Ο έλεγχος είχε υπολογίσει λανθασμένα τις δαπάνες που αφαιρούνταν από το διαθέσιμο κεφάλαιο.
  • Δεν είχε συνυπολογιστεί σωστά το εισόδημα του συζύγου της.
  • Το διαθέσιμο οικογενειακό κεφάλαιο ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που αναγνώρισε η φορολογική αρχή.
  • Ποσό που αφορούσε απόδοση μισθωμάτων χαρακτηρίστηκε εσφαλμένα ως άτυπη δωρεά από τον πατέρα της.

Η μερική δικαίωση από τη ΔΕΔ

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν απέρριψε συνολικά την προσφυγή, αλλά προχώρησε σε νέα αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων.

Δέχθηκε ότι ορισμένα στοιχεία και ποσά έπρεπε να ληφθούν υπόψη, με αποτέλεσμα να τροποποιηθούν οι αρχικοί καταλογισμοί του φορολογικού ελέγχου.

Η φορολογούμενη δικαιώθηκε, επομένως, ως προς ένα μέρος των ισχυρισμών της. Παρέμεινε, όμως, σημαντική διαφορά η οποία δεν καλυπτόταν ούτε από τα δηλωμένα εισοδήματα ούτε από την ανάλωση κεφαλαίου.

Το ποσό αυτό εξακολούθησε να αντιμετωπίζεται ως προσαύξηση περιουσίας άγνωστης προέλευσης.

Πώς λειτουργεί η ανάλωση κεφαλαίου

Η ανάλωση κεφαλαίου δίνει τη δυνατότητα στον φορολογούμενο να επικαλεστεί εισοδήματα και χρηματικά ποσά προηγούμενων ετών για την κάλυψη σημαντικών δαπανών ή τεκμηρίων.

Δεν αρκεί, όμως, να προκύπτει ότι στο παρελθόν είχαν δηλωθεί υψηλά εισοδήματα. Από αυτά αφαιρούνται:

  • Οι αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης.
  • Οι αγορές περιουσιακών στοιχείων.
  • Η απόκτηση ακινήτων και οχημάτων.
  • Η αποπληρωμή δανείων.
  • Άλλες σημαντικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στα ίδια έτη.

Μόνο το ποσό που απομένει μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαθέσιμο κεφάλαιο για την κάλυψη μεταγενέστερων αγορών ή τραπεζικών καταθέσεων.

Τα ίδια χρήματα δεν υπολογίζονται δύο φορές

Κρίσιμο σημείο της απόφασης είναι η αντιμετώπιση των αναλήψεων και των επανακαταθέσεων χρημάτων.

Μία ανάληψη από τραπεζικό λογαριασμό και η μεταγενέστερη κατάθεση του ίδιου ποσού δεν αποτελούν από μόνες τους νέο φορολογητέο εισόδημα.

Ο φορολογούμενος πρέπει, όμως, να αποδείξει ότι τα χρήματα παρέμειναν διαθέσιμα και δεν είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί.

Εάν, για παράδειγμα, ένα ποσό αναλήφθηκε και στη συνέχεια δαπανήθηκε για την αγορά ακινήτου, δεν μπορεί να εμφανιστεί ξανά ως πηγή χρηματοδότησης μιας μεταγενέστερης κατάθεσης ή άλλης αγοράς.

Οι ελεγκτικές αρχές εξετάζουν τη χρονική σειρά των κινήσεων και τις δαπάνες που μεσολάβησαν, ώστε να διαπιστώσουν εάν πρόκειται πράγματι για επανακατάθεση των ίδιων χρημάτων.

Πότε μία πίστωση θεωρείται αδικαιολόγητη

Μεγάλα ποσά μπορεί να αντιμετωπιστούν ως προσαύξηση περιουσίας άγνωστης πηγής όταν ο φορολογούμενος δεν αποδεικνύει ότι προέρχονται από:

  • Δηλωμένα και φορολογημένα εισοδήματα.
  • Εισοδήματα που απαλλάσσονται νόμιμα από τον φόρο.
  • Πώληση περιουσιακού στοιχείου.
  • Δάνειο με αποδεικτικά στοιχεία.
  • Δηλωμένη δωρεά ή γονική παροχή.
  • Ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών.
  • Ανάληψη και πραγματική επανακατάθεση ήδη υπαρχόντων χρημάτων.

Όταν δεν προκύπτει νόμιμη και αποδεδειγμένη πηγή, η διαφορά μπορεί να φορολογηθεί ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα.

Η έλλειψη αποδείξεων δεν σημαίνει αυτόματα φοροδιαφυγή

Η αδυναμία του φορολογουμένου να αιτιολογήσει πλήρως μία τραπεζική πίστωση δεν αποτελεί από μόνη της αυτόματη απόδειξη φοροδιαφυγής.

Αποτελεί, όμως, ισχυρή ένδειξη που επιτρέπει στη φορολογική διοίκηση να προχωρήσει σε καταλογισμό, εφόσον ο έλεγχος έχει τεκμηριώσει την ύπαρξη προσαύξησης περιουσίας και δεν προκύπτει γνωστή πηγή.

Η σχετική νομολογία στηρίζεται στην αρχή ότι ο ίδιος ο φορολογούμενος γνωρίζει καλύτερα την πραγματική αιτία εισροής ενός μεγάλου χρηματικού ποσού και οφείλει να συνεργαστεί με τις αρχές, προσκομίζοντας τα αναγκαία αποδεικτικά.

Το βάρος της αρχικής τεκμηρίωσης του καταλογισμού παραμένει στη φορολογική διοίκηση, αλλά ο φορολογούμενος καλείται να εξηγήσει συγκεκριμένες κινήσεις που βρίσκονται στη δική του σφαίρα γνώσης.

Τι ισχύει σήμερα για τις αγορές ακινήτων

Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά παλαιότερες ελεγχόμενες χρήσεις. Υπενθυμίζεται ότι από τις 11 Δεκεμβρίου 2023 η καταβολή του τιμήματος στις αγοραπωλησίες ακινήτων πρέπει να γίνεται αποκλειστικά με τραπεζικά μέσα πληρωμής.

Η χρήση μετρητών στα νέα συμβόλαια δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση ειδικές μεταβατικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία.

Ακόμη και για παλαιότερες συναλλαγές, πάντως, η καταβολή του τιμήματος με μετρητά δεν εμπόδιζε τον φορολογικό έλεγχο να ζητήσει αποδείξεις για την προέλευση των χρημάτων.

Οι φορολογούμενοι πρέπει να διατηρούν τραπεζικά παραστατικά, συμβόλαια, δηλώσεις δωρεών, συμφωνητικά δανείων και κάθε στοιχείο που μπορεί να αποδείξει την πραγματική διαδρομή των κεφαλαίων.

Οι αποφάσεις της ΔΕΔ δημοσιεύονται στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη της ΑΑΔΕ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ