Δύο αριθμοί που «καίνε» την κυβέρνηση: 2034 για να φτάσουμε στο 2007 – Και τα πραγματικά εισοδήματα ακόμη 22,3% κάτω από το 2010

Πίσω από τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και τη συζήτηση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας υπάρχουν δύο μεγέθη που αποτυπώνουν το βάθος της απόστασης που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα τόσο από το δικό της παρελθόν όσο και από την ευρωπαϊκή πορεία: το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει 13,6% κάτω από το υψηλό του 2007, ενώ το πραγματικό διάμεσο εισόδημα βρίσκεται 22,3% χαμηλότερα από το 2010.

Υπάρχουν φορές που μια ολόκληρη οικονομική συζήτηση μπορεί να συμπυκνωθεί σε δύο αριθμούς.

2034 και -22,3%.

Ο πρώτος αφορά το πότε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, θα επιστρέψει το πραγματικό ελληνικό ΑΕΠ στο υψηλό του 2007.

Ο δεύτερος δείχνει πόσο χαμηλότερο παραμένει το πραγματικό διάμεσο εισόδημα των Ελλήνων σε σύγκριση με το 2010.

Και οι δύο αριθμοί φωτίζουν μια διαφορετική πλευρά του ίδιου προβλήματος: η Ελλάδα έχει ανακάμψει σημαντικά από τα χαμηλά της οικονομικής κρίσης, αλλά η ανάκτηση των απωλειών παραμένει ατελής.

Eurobank: Το 2034 για να επιστρέψουμε στο 2007

Η πρώτη διαπίστωση προέρχεται από ανάλυση της Eurobank Research.

Μετά τα στοιχεία για το δεύτερο τρίμηνο του 2026, η τράπεζα επισημαίνει ότι το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας παραμένει 13,6% χαμηλότερο από το ιστορικό υψηλό του δεύτερου τριμήνου του 2007.

Ο υπολογισμός που προκαλεί εντύπωση είναι ο επόμενος:

Εάν ο σημερινός ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του 1,9% διατηρηθεί, η επιστροφή στο επίπεδο του 2007 υπολογίζεται για το πρώτο τρίμηνο του 2034.

Δεν πρόκειται επομένως για πρόβλεψη που θα πραγματοποιηθεί υποχρεωτικά το 2034. Είναι προβολή με συγκεκριμένη παραδοχή για τον ρυθμό ανάπτυξης.

Και αυτή η λεπτομέρεια είναι σημαντική.

Διότι οι μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις για την ελληνική οικονομία είναι χαμηλότερες, ενώ για το 2027 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη 1,6% και το ΔΝΤ 1,4%.

Εάν οι ρυθμοί υποχωρήσουν, η πλήρης κάλυψη της απόστασης από το 2007 μπορεί να απαιτήσει ακόμη περισσότερο χρόνο.

Μια ολόκληρη γενιά μέχρι την επιστροφή

Η σύγκριση 2007-2034 είναι εντυπωσιακή: 27 χρόνια.

Δεν σημαίνει ότι επί 27 χρόνια η οικονομία βρίσκεται συνεχώς σε ύφεση. Κάθε άλλο.

Μεσολάβησαν η πρωτοφανής κρίση χρέους, τα μνημόνια, η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, αλλά και περίοδοι ισχυρής ανάκαμψης.

Μάλιστα, η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη.

Αυτό είναι ένα θετικό στοιχείο που δεν πρέπει να παραβλέπεται.

Το πρόβλημα είναι το σημείο εκκίνησης.

Η κατάρρευση που προηγήθηκε ήταν τόσο βαθιά, ώστε ακόμη και αρκετά χρόνια ανάπτυξης δεν έχουν αρκέσει για να επιστρέψει το πραγματικό ΑΕΠ στο προηγούμενο ιστορικό υψηλό.

Και μετά έρχεται το -22,3%

Εάν όμως το ΑΕΠ δείχνει τη συνολική παραγωγή της οικονομίας, υπάρχει ένας δεύτερος δείκτης που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην καθημερινότητα των νοικοκυριών.

Το πραγματικό διάμεσο εισόδημα.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το 2025, το πραγματικό διάμεσο εισόδημα στην Ελλάδα βρίσκεται 22,3% χαμηλότερα από το επίπεδο του 2010.

Ο συγκεκριμένος δείκτης είναι ιδιαίτερα χρήσιμος επειδή λαμβάνει υπόψη την επίδραση των τιμών.

Με απλά λόγια, δεν εξετάζει μόνο πόσα ευρώ εισπράττει κάποιος ονομαστικά, αλλά τι μπορούν πραγματικά να αγοράσουν αυτά τα χρήματα.

Και εδώ η Ελλάδα εξακολουθεί να κουβαλά ένα τεράστιο βάρος από την προηγούμενη δεκαετία.

Η σύγκριση με την Ευρώπη είναι ακόμη πιο δύσκολη

Το δεύτερο στοιχείο γίνεται εντονότερο όταν η Ελλάδα συγκριθεί με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Την ίδια περίοδο, 2010-2025, κατά την οποία το πραγματικό διάμεσο εισόδημα στην Ελλάδα υποχώρησε κατά 22,3%, στο σύνολο της ΕΕ αυξήθηκε κατά 25,4%.

Δεν έχουμε επομένως μόνο ελληνική απώλεια εισοδήματος.

Έχουμε και διεύρυνση της απόστασης από την ευρωπαϊκή πορεία.

Εάν θεωρήσουμε το 2010 ως βάση 100, η Ελλάδα βρίσκεται το 2025 στις 77,7 μονάδες, ενώ η ΕΕ στις 125,4.

Αυτή είναι ίσως η πιο παραστατική εικόνα του προβλήματος.

Δύο οικονομίες που ξεκινούν συμβατικά από το ίδιο σημείο στον δείκτη και, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικές θέσεις.

Τι από όλα αυτά αφορά την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση.

Δεν μπορεί ολόκληρη η απόσταση από το 2007 ή το 2010 να αποδοθεί στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Η μεγάλη κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας σημειώθηκε κυρίως κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, πολλά χρόνια πριν από το 2019.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν κρίνεται για την ταχύτητα της σύγκλισης.

Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, το πολιτικό ερώτημα είναι διαφορετικό:

πόσο γρήγορα ανακτά η χώρα το χαμένο έδαφος και πόσο από την ανάπτυξη περνά τελικά στα πραγματικά εισοδήματα;

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της κριτικής.

Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλεστεί πραγματικά θετικά μεγέθη: ανάπτυξη υψηλότερη από την Ευρωζώνη, πτώση της ανεργίας, επενδυτική βαθμίδα και βελτίωση δημοσιονομικών δεικτών.

Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές της μπορούν να αντιπαραθέσουν ότι η πραγματική εισοδηματική σύγκλιση παραμένει πολύ αργή και ότι η ακρίβεια περιορίζει την επίδραση των ονομαστικών αυξήσεων στο διαθέσιμο εισόδημα.

Το ΑΕΠ δεν αρκεί όταν το νοικοκυριό πιέζεται

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό και οικονομικό συμπέρασμα.

Ένας θετικός ρυθμός ανάπτυξης δεν σημαίνει αυτομάτως αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου κάθε πολίτη.

Το ΑΕΠ μετρά την οικονομική δραστηριότητα.

Δεν μας λέει από μόνο του πώς κατανέμεται το εισόδημα, τι συμβαίνει στο κόστος στέγασης, πόσο επιβαρύνονται τα νοικοκυριά από τρόφιμα και ενέργεια ή πόση αγοραστική δύναμη μένει τελικά στην τσέπη.

Γι’ αυτό ο συνδυασμός των δύο στοιχείων έχει ιδιαίτερη σημασία.

Από τη μία, μια οικονομία που ακόμη δεν έχει ανακτήσει πλήρως το πραγματικό ΑΕΠ του 2007.

Από την άλλη, ένα πραγματικό διάμεσο εισόδημα που εξακολουθεί να βρίσκεται περισσότερο από 22% κάτω από το 2010, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά έχει κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Το πραγματικό στοίχημα: σύγκλιση

Η μεγάλη οικονομική συζήτηση των επόμενων ετών δεν μπορεί λοιπόν να περιοριστεί στο εάν η Ελλάδα αναπτύσσεται κατά 1,5%, 1,9% ή 2%.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν συγκλίνει.

Με το παρελθόν της.

Με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Και κυρίως με το επίπεδο ζωής που περιμένουν οι πολίτες από μια οικονομία η οποία έχει αφήσει πίσω της τα μνημόνια και έχει επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα.

Οι δύο αριθμοί δεν αποδεικνύουν από μόνοι τους ότι μία συγκεκριμένη οικονομική πολιτική «πέτυχε» ή «απέτυχε».

Αποτυπώνουν όμως το μέγεθος της πρόκλησης.

Το πραγματικό ΑΕΠ απέχει ακόμη 13,6% από το υψηλό του 2007 και, με τον σημερινό ρυθμό, η Eurobank τοποθετεί την κάλυψη της απόστασης στο 2034. Την ίδια στιγμή, το πραγματικό διάμεσο εισόδημα βρίσκεται 22,3% χαμηλότερα από το 2010, ενώ στην ΕΕ έχει αυξηθεί κατά 25,4%.

Και πίσω από τη συζήτηση των ποσοστών βρίσκεται τελικά το βασικό ζητούμενο για οποιαδήποτε οικονομική πολιτική:

να μετατρέψει την ανάπτυξη των μακροοικονομικών δεικτών σε πραγματική και διατηρήσιμη άνοδο του βιοτικού επιπέδου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ