Το 2026 δεν θα είναι μια ακόμη χρονιά για εκατοντάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους. Αντιθέτως, προδιαγράφεται ως έτος σημαντικών οικονομικών επιβαρύνσεων, καθώς τόσο η φορολογία όσο και οι ασφαλιστικές εισφορές αυξάνονται ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις ατομικές επιχειρήσεις.
Την ώρα που μισθωτοί και συνταξιούχοι θα δουν άμεσα μειώσεις φόρων από τις αρχές του 2026, οι αυτοαπασχολούμενοι μένουν εκτός του «πακέτου ελαφρύνσεων» που ανακοινώθηκε από την κυβέρνηση. Για αυτούς, η όποια φορολογική ανακούφιση μετατίθεται χρονικά για το 2027, με αποτέλεσμα να καλούνται να αντέξουν ένα ακόμη έτος αυξημένων βαρών.
Πρώτο χτύπημα: αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές
Η αρχή γίνεται από τις ασφαλιστικές εισφορές. Από την 1η Ιανουαρίου 2026, οι εισφορές αυξάνονται κατά 2,5% αναδρομικά, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε επιπλέον κόστος από 6,5 έως και 20 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με την ασφαλιστική κατηγορία που έχει επιλέξει ο κάθε επαγγελματίας.
Μπορεί τα ποσά να φαίνονται σχετικά περιορισμένα σε μηνιαία βάση, ωστόσο σε ετήσιο επίπεδο και σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις, το συνολικό βάρος γίνεται αισθητό – ειδικά για μικρά και μεσαία εισοδήματα.
Φόροι με… καθυστέρηση για τις μειώσεις
Το δεύτερο και σημαντικότερο πλήγμα αφορά τη φορολογία εισοδήματος. Οι μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές που έχουν ανακοινωθεί δεν αφορούν τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν το 2025, αλλά εκείνα του 2026. Αυτό σημαίνει ότι οι αυτοαπασχολούμενοι θα φορολογηθούν το 2026 με την παλαιά, υψηλότερη κλίμακα και θα δουν τυχόν μείωση φόρου μόνο όταν εκκαθαριστούν οι δηλώσεις του 2027.
Αντίθετα, οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι θα επωφεληθούν νωρίτερα, καθώς η παρακράτηση φόρου στη μισθοδοσία και στις συντάξεις του Ιανουαρίου 2026 θα γίνει με τη νέα, ευνοϊκότερη κλίμακα. Η διαφορά αυτή δημιουργεί ένα σαφές χάσμα μεταχείρισης μεταξύ των δύο κατηγοριών φορολογουμένων.
Γιατί οι φόροι αυξάνονται έως και 33,8%
Η πιο δυσάρεστη έκπληξη, ωστόσο, έρχεται από τον μηχανισμό των τεκμαρτών εισοδημάτων. Η αύξηση του κατώτατου μισθού από 830 σε 880 ευρώ από την 1η Απριλίου 2025 – μια αύξηση περίπου 6% – οδηγεί σε δυσανάλογη αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των αυτοαπασχολούμενων.
Ο λόγος είναι απλός: ο κατώτατος μισθός αποτελεί τη βάση υπολογισμού του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος. Έτσι, μια σχετικά μικρή μισθολογική αύξηση μετατρέπεται σε φορολογική επιβάρυνση που, σε ορισμένες περιπτώσεις, φτάνει έως και το 33,8%.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί επαγγελματίας με έξι χρόνια δραστηριότητας, χωρίς υπαλλήλους. Το ελάχιστο εισόδημα που του καταλογίζεται ανεβαίνει στα 13.552 ευρώ από 11.620 ευρώ πέρυσι, με τον φόρο να αυξάνεται από 1.256 σε 1.681 ευρώ.
Πώς διαμορφώνονται τα τεκμαρτά εισοδήματα ανά έτος δραστηριότητας
Το αντικειμενικό σύστημα φορολόγησης διαφοροποιείται ανάλογα με τα έτη άσκησης επαγγέλματος:
-
Λιγότερα από 4 έτη: δεν εφαρμόζεται τεκμαρτό εισόδημα – η φορολόγηση γίνεται με βάση τα δηλωθέντα καθαρά κέρδη.
-
4ο έτος: το ελάχιστο εισόδημα μειώνεται κατά 67%.
-
5ο έτος: προβλέπεται μείωση 33% σε σχέση με το βασικό ποσό.
-
6 έτη: εφαρμόζεται το βασικό ελάχιστο εισόδημα, ίσο με τον ετήσιο μικτό κατώτατο μισθό.
-
7 έως 9 έτη: προσαύξηση 10%.
-
10 έως 12 έτη: προσαύξηση 20%.
-
Πάνω από 12 έτη: προσαύξηση 30%.
Οι αυξήσεις αυτές, σε συνδυασμό με την άνοδο του κατώτατου μισθού, ανεβάζουν σημαντικά τον φορολογικό λογαριασμό.
Τι αλλάζει αν υπάρχουν υπάλληλοι
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν ο επαγγελματίας απασχολεί προσωπικό. Στην περίπτωση αυτή, το τεκμαρτό εισόδημα προσαυξάνεται:
-
Κατά 10% του ετήσιου κόστους μισθοδοσίας, με ανώτατο πλαφόν τις 15.000 ευρώ.
-
Κατά 5% της διαφοράς τζίρου σε σχέση με τον μέσο όρο του ίδιου ΚΑΔ, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Τέλος, το ποσό αυτό συγκρίνεται με τον υψηλότερο μισθό εργαζομένου στην επιχείρηση και λαμβάνεται υπόψη το μεγαλύτερο από τα δύο ως τελικό φορολογητέο εισόδημα.
Το συμπέρασμα
Το 2026 διαμορφώνεται ως μια χρονιά αυξημένης πίεσης για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Με υψηλότερες εισφορές, αυξημένα τεκμαρτά εισοδήματα και καθυστέρηση στις φορολογικές ελαφρύνσεις, το κόστος παραμονής στην αγορά ανεβαίνει αισθητά – και η αντοχή πολλών μικρών επιχειρήσεων δοκιμάζεται σοβαρά.



