Έντονες αντιδράσεις προκαλεί διάταξη του υπό διαβούλευση Κώδικα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών του υπουργείου Δικαιοσύνης, καθώς, σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο και σημαντικό οικονομικό εμπόδιο για εργαζόμενους που προσφεύγουν για δεδουλευμένα, αποζημιώσεις και άλλες εργατικές αξιώσεις.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το άρθρο 19, το οποίο, όπως υποστηρίζει η Συνομοσπονδία, εντάσσει και τις εργατικές διαφορές στην υποχρεωτική προδικαστική διαδικασία διαμεσολάβησης.
Το σημείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη αντίδραση αφορά το κόστος. Κατά τη ΓΣΕΕ, το επισπεύδον μέρος —που στις εργατικές διαφορές είναι συχνά ο εργαζόμενος— θα καλείται να προκαταβάλει τη σχετική δαπάνη της διαδικασίας, στην οποία περιλαμβάνονται η αποζημίωση του διαμεσολαβητή και τα έξοδα παράστασης δικηγόρων.
Γιατί αντιδρούν οι εργαζόμενοι
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν η δικαστική διεκδίκηση αφορά έναν εργαζόμενο που ήδη βρίσκεται σε οικονομικά δυσχερή θέση.
Ένας εργαζόμενος, για παράδειγμα, που διεκδικεί απλήρωτους μισθούς ή αποζημίωση, μπορεί να χρειάζεται να διαθέσει επιπλέον χρήματα πριν ακόμη η υπόθεσή του φτάσει στην κανονική δικαστική διαδικασία.
Αυτό ακριβώς αποτελεί τον πυρήνα της αντίδρασης της ΓΣΕΕ, η οποία θεωρεί ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη την οικονομική ανισορροπία που συχνά υπάρχει μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη.
Η Συνομοσπονδία προειδοποιεί μάλιστα ότι το πρόσθετο οικονομικό βάρος μπορεί είτε να αποθαρρύνει εργαζόμενους από το να διεκδικήσουν τις απαιτήσεις τους είτε να τους οδηγήσει σε συμβιβασμούς προκειμένου να αποφύγουν μια δαπανηρή διαδικασία.
Η ΓΣΕΕ ζητά την απόσυρση του άρθρου
Η αντίδραση της ΓΣΕΕ είναι ξεκάθαρη: ζητά να αποσυρθεί η συγκεκριμένη ρύθμιση και να διατηρηθεί η εξαίρεση των εργατικών διαφορών από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης.
Σύμφωνα με τη Συνομοσπονδία, η πρόβλεψη παραγνωρίζει την ιδιαίτερη φύση των εργατικών διαφορών και την αρχή της προστασίας του εργαζομένου ως ασθενέστερου μέρους της εργασιακής σχέσης.
Παράλληλα, θέτει ζήτημα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, υποστηρίζοντας ότι όταν η διεκδίκηση ενός εργασιακού δικαιώματος προϋποθέτει πρόσθετη προκαταβολή χρημάτων, δημιουργείται στην πράξη ένα ακόμη εμπόδιο για όσους δεν διαθέτουν την απαραίτητη οικονομική δυνατότητα.
Τι σημαίνει πρακτικά
Εφόσον η διάταξη ψηφιστεί με το περιεχόμενο που καταγγέλλει η ΓΣΕΕ, το κρίσιμο ζήτημα δεν θα αφορά μόνο τη διαδικασία της διαμεσολάβησης.
Θα αφορά κυρίως το ποιος πληρώνει για να ξεκινήσει αυτή η διαδικασία.
Και εκεί βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης: ένας εργαζόμενος που θεωρεί ότι αδικήθηκε από τον εργοδότη του μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα πρόσθετο κόστος ακριβώς τη στιγμή που επιχειρεί να διεκδικήσει χρήματα τα οποία θεωρεί ότι ήδη του οφείλονται.
Η ΓΣΕΕ καλεί, τέλος, και το υπουργείο Εργασίας να τοποθετηθεί επί της διάταξης, ζητώντας ουσιαστικά να διατηρηθεί το σημερινό καθεστώς εξαίρεσης των εργατικών διαφορών.
Το άρθρο 19 βρίσκεται, συνεπώς, στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης που ξεπερνά το τεχνικό ζήτημα της διαμεσολάβησης. Αγγίζει ένα πολύ πιο ουσιαστικό ερώτημα: κατά πόσο το κόστος μιας υποχρεωτικής προδικαστικής διαδικασίας μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο στην άσκηση των δικαιωμάτων ενός εργαζομένου.



