Ηλεκτρονικές αποδείξεις 2027: Παγίδα έξτρα φόρου 22% για όσους δεν καλύψουν το 30% – Πώς μπορείτε να γλιτώσετε έως 2.200 ευρώ
Παρατείνεται και για το 2027 η υποχρέωση πραγματοποίησης ηλεκτρονικών πληρωμών για την κάλυψη του 30% του ετήσιου εισοδήματος, ενώ διατηρείται και το φορολογικό κίνητρο για πληρωμές σε συγκεκριμένες κατηγορίες επαγγελματιών. Οι φορολογούμενοι που δεν θα συγκεντρώσουν τις απαιτούμενες ηλεκτρονικές αποδείξεις κινδυνεύουν με πρόσθετο φόρο 22% στη διαφορά, ενώ όσοι αξιοποιήσουν τις προβλεπόμενες εκπτώσεις μπορούν να μειώσουν σημαντικά τη φορολογική τους επιβάρυνση.
Δύο σημαντικές ρυθμίσεις παρατείνονται για το 2027
Δύο φορολογικές διατάξεις που επηρεάζουν εκατομμύρια πολίτες προβλέπεται να παραμείνουν σε ισχύ και το 2027, σύμφωνα με το νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Η πρώτη αφορά την υποχρέωση κάλυψης συγκεκριμένου ποσοστού του ετήσιου εισοδήματος με δαπάνες που εξοφλούνται ηλεκτρονικά.
Η δεύτερη δίνει τη δυνατότητα μείωσης του φορολογητέου εισοδήματος μέσω πληρωμών με κάρτα ή e-banking σε συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες.
Οι σχετικές παρατάσεις περιλαμβάνονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 του νομοσχεδίου που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση.
Οι αλλαγές αφορούν το φορολογικό έτος 2027 και, συνεπώς, θα αποτυπωθούν στις φορολογικές δηλώσεις που θα υποβληθούν το 2028, εφόσον οι διατάξεις ψηφιστούν όπως προτείνονται.
Ποιοι πρέπει να καλύψουν το 30% του εισοδήματος
Περίπου 4,5 εκατομμύρια φορολογούμενοι εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να υπάγονται στην υποχρέωση συγκέντρωσης ηλεκτρονικών αποδείξεων.
Η υποχρέωση αφορά φυσικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από μισθούς, συντάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα, αγροτικές εκμεταλλεύσεις και ακίνητα, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.
Ο γενικός κανόνας προβλέπει ότι οι επιλέξιμες δαπάνες που πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής πρέπει να αντιστοιχούν στο 30% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος.
Στις ηλεκτρονικές πληρωμές περιλαμβάνονται οι συναλλαγές με χρεωστικές, πιστωτικές και προπληρωμένες κάρτες, καθώς και οι πληρωμές μέσω e-banking.
Το ανώτατο απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών δαπανών παραμένει στις 20.000 ευρώ ετησίως.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν το 30% του εισοδήματος υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ, η σχετική υποχρέωση δεν αυξάνεται πέρα από το συγκεκριμένο όριο.
Πόσες αποδείξεις χρειάζονται ανάλογα με το εισόδημα
Για έναν φορολογούμενο που υπάγεται στον γενικό κανόνα του 30%, τα απαιτούμενα ποσά διαμορφώνονται ως εξής:
| Ετήσιο εισόδημα | Απαιτούμενες ηλεκτρονικές δαπάνες |
|---|---|
| 10.000 ευρώ | 3.000 ευρώ |
| 12.000 ευρώ | 3.600 ευρώ |
| 15.000 ευρώ | 4.500 ευρώ |
| 20.000 ευρώ | 6.000 ευρώ |
| 25.000 ευρώ | 7.500 ευρώ |
| 30.000 ευρώ | 9.000 ευρώ |
| 40.000 ευρώ | 12.000 ευρώ |
| 50.000 ευρώ | 15.000 ευρώ |
| 70.000 ευρώ | 20.000 ευρώ |
Τα ποσά αυτά ισχύουν εφόσον δεν συντρέχει κάποια από τις ειδικές προϋποθέσεις για μειωμένο ποσοστό ή απαλλαγή.
Πρόσθετος φόρος 22% για τις αποδείξεις που λείπουν
Η σημαντικότερη επιβάρυνση αφορά όσους δεν καταφέρουν να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ποσό ηλεκτρονικών δαπανών.
Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται πρόσθετος φόρος 22% επί της διαφοράς ανάμεσα στο ποσό που έπρεπε να καλυφθεί και στις επιλέξιμες ηλεκτρονικές πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν.
Για παράδειγμα, φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 15.000 ευρώ πρέπει, βάσει του γενικού κανόνα, να συγκεντρώσει ηλεκτρονικές αποδείξεις 4.500 ευρώ.
Εάν πραγματοποιήσει επιλέξιμες πληρωμές μόνο 2.500 ευρώ, θα εμφανίσει έλλειμμα 2.000 ευρώ.
Ο πρόσθετος φόρος θα ανέλθει σε:
2.000 ευρώ × 22% = 440 ευρώ.
Αντίστοιχα, εάν το έλλειμμα φτάσει τα 3.000 ευρώ, η επιβάρυνση θα διαμορφωθεί στα 660 ευρώ.
Για τον λόγο αυτό, οι φορολογούμενοι χρειάζεται να παρακολουθούν τις ηλεκτρονικές τους συναλλαγές κατά τη διάρκεια του έτους και όχι μόνο λίγο πριν από την υποβολή της φορολογικής δήλωσης.
Ποιοι μπορούν να καλύπτουν μόνο το 20%
Η νομοθεσία προβλέπει ευνοϊκότερη αντιμετώπιση για φορολογουμένους που έχουν ιδιαίτερα αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις.
Ειδικότερα, όταν οι ηλεκτρονικά εξοφλημένες δαπάνες για φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, ενοίκια και τοκοχρεολυτικές δόσεις δανείων υπερβαίνουν αθροιστικά το 60% του πραγματικού ετήσιου εισοδήματος, το απαιτούμενο ποσοστό ηλεκτρονικών αποδείξεων περιορίζεται στο 20%.
Για παράδειγμα, φορολογούμενος με εισόδημα 20.000 ευρώ που πληροί τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις θα χρειάζεται επιλέξιμες ηλεκτρονικές δαπάνες 4.000 ευρώ αντί για 6.000 ευρώ.
Βασική προϋπόθεση είναι οι συγκεκριμένες πληρωμές για φόρους, δάνεια και ενοίκια να έχουν πραγματοποιηθεί ηλεκτρονικά.
Παράλληλα, για φορολογουμένους των οποίων έχει κατασχεθεί τραπεζικός λογαριασμός, το απαιτούμενο ποσό δαπανών περιορίζεται κατ’ ανώτατο όριο στις 5.000 ευρώ.
Ποιοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση
Προβλέπονται επίσης εξαιρέσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών.
Σε αυτές περιλαμβάνονται, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, ηλικιωμένοι, άτομα με αναπηρία, μακροχρόνια νοσηλευόμενοι και άλλες ειδικές κατηγορίες φορολογουμένων.
Η απαλλαγή δεν αφορά αυτομάτως όλους όσοι ανήκουν γενικά σε μια ευπαθή κοινωνική ομάδα, αλλά εξαρτάται από τα ειδικότερα κριτήρια που ορίζει η φορολογική νομοθεσία.
Ποιες δαπάνες μετρούν στις ηλεκτρονικές αποδείξεις
Στην κάλυψη του απαιτούμενου ποσοστού περιλαμβάνεται μεγάλο μέρος των καθημερινών εξόδων ενός νοικοκυριού.
Ενδεικτικά, λαμβάνονται υπόψη αγορές από σούπερ μάρκετ, τρόφιμα, ποτά, είδη ένδυσης και υπόδησης, είδη καθαριότητας και προσωπικής υγιεινής, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές, έπιπλα, καθώς και πολλές υπηρεσίες.
Στις επιλέξιμες κατηγορίες εντάσσονται επίσης, με βάση τους προβλεπόμενους κανόνες, δαπάνες για λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, κοινόχρηστα, δίδακτρα, ασφάλιστρα και υπηρεσίες υγείας.
Αντίθετα, δεν προσμετρώνται στον γενικό κανόνα δαπάνες όπως τα ενοίκια, οι δόσεις δανείων, οι φόροι, η αγορά ακινήτων και αυτοκινήτων, καθώς και η αγορά μετοχών, ομολόγων και άλλων επενδυτικών προϊόντων.
Ιατρικές επισκέψεις που μετρούν διπλά
Μια σημαντική πρόβλεψη που διατηρείται και το 2027 αφορά συγκεκριμένες ιατρικές δαπάνες.
Οι ηλεκτρονικές πληρωμές για αμοιβές ορισμένων επαγγελματιών υγείας θα υπολογίζονται στο διπλάσιο της πραγματικής τους αξίας για την κάλυψη του απαιτούμενου ποσοστού.
Στις κατηγορίες που αναφέρονται περιλαμβάνονται γιατροί, οδοντίατροι, ορθοδοντικοί, οφθαλμίατροι και άλλοι συγκεκριμένοι επαγγελματίες υγείας.
Για παράδειγμα, εάν ένας φορολογούμενος πληρώσει ηλεκτρονικά 500 ευρώ για επιλέξιμες ιατρικές υπηρεσίες, το ποσό που θα προσμετρηθεί για την κάλυψη του ορίου θα είναι 1.000 ευρώ.
Η διπλή προσμέτρηση δεν σημαίνει ότι επιστρέφονται χρήματα στον φορολογούμενο. Αφορά αποκλειστικά τον υπολογισμό των απαιτούμενων ηλεκτρονικών δαπανών.
Έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα έως 5.000 ευρώ
Η δεύτερη σημαντική ρύθμιση που παρατείνεται αφορά τη δυνατότητα έκπτωσης από το φορολογητέο εισόδημα για συγκεκριμένες υπηρεσίες.
Οι φορολογούμενοι θα μπορούν να αφαιρούν από το εισόδημά τους ποσό ίσο με το 30% των επιλέξιμων δαπανών που εξοφλούν ηλεκτρονικά.
Το συνολικό ποσό της έκπτωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 5.000 ευρώ ετησίως.
Πρόκειται για έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα και όχι για άμεση επιστροφή χρημάτων ή ισόποση μείωση του φόρου.
Το τελικό φορολογικό όφελος εξαρτάται από τον φορολογικό συντελεστή που εφαρμόζεται στο εισόδημα του κάθε φορολογουμένου.
Οι 20 κατηγορίες υπηρεσιών που δίνουν έκπτωση
Στις επαγγελματικές κατηγορίες που αναφέρονται στο μέτρο περιλαμβάνονται:
- Κτηνιατρικές υπηρεσίες.
- Υδραυλικοί, ψυκτικοί και συντηρητές θέρμανσης.
- Ηλεκτρολόγοι.
- Εργασίες μόνωσης, τοιχοποιίας, σοβατίσματος και τοποθέτησης πλακιδίων.
- Ξυλουργικές εργασίες.
- Εργασίες στέγης και τοποθέτησης παραθύρων.
- Εργασίες σκυροδέματος.
- Υπηρεσίες ταξί.
- Κομμωτήρια, κουρεία και υπηρεσίες ομορφιάς.
- Υπηρεσίες κηδειών.
- Υπηρεσίες μασάζ.
- Υπηρεσίες φυσικής ευεξίας.
- Υπηρεσίες καθαρισμού και οικιακές εργασίες.
- Υπηρεσίες εμφάνισης και επεξεργασίας φωτογραφιών.
- Σχολές χορού.
- Γυμναστήρια και συνδρομητικές δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου.
- Άλλες συγκεκριμένες υπηρεσίες αναψυχής.
- Προσωπική φροντίδα και νοσηλεία, εκτός νοσοκομειακών δραστηριοτήτων.
- Νομικές υπηρεσίες.
- Υπηρεσίες φροντίδας παιδιών.
Η εφαρμογή της έκπτωσης εξαρτάται από την ακριβή φορολογική ταξινόμηση της υπηρεσίας και την ηλεκτρονική εξόφλησή της.
Πόσο φόρο μπορεί να γλιτώσει ένας φορολογούμενος
Ας υποθέσουμε ότι ένας φορολογούμενος πληρώνει ηλεκτρονικά 3.000 ευρώ μέσα στο έτος για επιλέξιμες εργασίες και υπηρεσίες.
Το 30% αυτής της δαπάνης είναι 900 ευρώ.
Επομένως, το φορολογητέο εισόδημά του μπορεί να μειωθεί κατά 900 ευρώ.
Εάν το ποσό αυτό αφαιρεθεί από εισόδημα που φορολογείται με συντελεστή 20%, το φορολογικό όφελος θα είναι 180 ευρώ.
Αντίστοιχα, για επιλέξιμες δαπάνες 10.000 ευρώ, η έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα θα ανέρχεται σε 3.000 ευρώ.
Με συντελεστή 30%, το αντίστοιχο όφελος θα μπορούσε να φτάσει τα 900 ευρώ.
Το ανώτατο θεωρητικό όφελος των 2.200 ευρώ προκύπτει από έκπτωση εισοδήματος 5.000 ευρώ με οριακό φορολογικό συντελεστή 44%.
Δεν πρόκειται, επομένως, για ποσό που θα λάβουν όλοι οι φορολογούμενοι.
Τι πρέπει να προσέξουν τα νοικοκυριά
Η παράταση των δύο μέτρων σημαίνει ότι οι ηλεκτρονικές πληρωμές θα συνεχίσουν να επηρεάζουν άμεσα την τελική φορολογική επιβάρυνση.
Οι πολίτες χρειάζεται να διακρίνουν δύο διαφορετικές διαδικασίες.
Η πρώτη αφορά τη συγκέντρωση των απαιτούμενων ηλεκτρονικών αποδείξεων, ώστε να αποφεύγεται ο πρόσθετος φόρος 22%.
Η δεύτερη αφορά την αξιοποίηση συγκεκριμένων ηλεκτρονικών πληρωμών για τη μείωση του φορολογητέου εισοδήματος.
Η ουσία είναι ότι μια πληρωμή με κάρτα ή e-banking μπορεί να έχει φορολογική σημασία, αλλά δεν παρέχει κάθε ηλεκτρονική συναλλαγή το ίδιο όφελος.
Οι τελικές προϋποθέσεις για το 2027 θα οριστικοποιηθούν με την ολοκλήρωση της νομοθετικής διαδικασίας.



