Ανησυχία έχει προκαλέσει σε αρκετούς φορολογούμενους η συζήτηση για τους ελέγχους της ΑΑΔΕ στις μεταφορές χρημάτων μέσω IRIS. Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ότι χρησιμοποιήθηκε το IRIS, αλλά ο πραγματικός λόγος για τον οποίο μεταφέρθηκαν τα χρήματα.
Μια μεταφορά από γονέα προς παιδί, η επιστροφή χρημάτων σε έναν φίλο ή η πληρωμή ενός επαγγελματία αποτελούν εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις φορολογικά.
Αυτό σημαίνει ότι δεν χαρακτηρίζεται αυτομάτως κάθε ποσό που εμφανίζεται μέσω IRIS ως εισόδημα ή δωρεά.
Πότε τα χρήματα από γονέα σε παιδί δεν θεωρούνται αυτομάτως δωρεά
Ένα από τα συνηθέστερα παραδείγματα αφορά τις μεταφορές χρημάτων μεταξύ γονέων και παιδιών.
Ποσά που δίνονται για την κάλυψη καθημερινών αναγκών, φοιτητικών εξόδων ή άλλων συνηθισμένων δαπανών δεν αντιμετωπίζονται από μόνα τους ως δωρεά μόνο και μόνο επειδή μεταφέρθηκαν ηλεκτρονικά.
Δεν υπάρχει, μάλιστα, ένα συγκεκριμένο νομοθετημένο ποσό που να χαρακτηρίζεται ως «χαρτζιλίκι».
Το ύψος της μεταφοράς πρέπει να είναι εύλογο σε σχέση με τις περιστάσεις και, εφόσον υπάρξει φορολογικός έλεγχος, να μπορεί να δικαιολογηθεί η πραγματική αιτία της συναλλαγής.
Διαφορετική είναι η εικόνα όταν μεταφέρονται σημαντικά ποσά τα οποία οδηγούν σε ουσιαστική αύξηση της περιουσίας του αποδέκτη.
Χρήματα, για παράδειγμα, που δίνονται για την αγορά αυτοκινήτου, ακινήτου ή οικοπέδου μπορεί να αποτελούν χρηματική δωρεά ή γονική παροχή και να απαιτείται η προβλεπόμενη δήλωση.
Το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ
Ιδιαίτερη σημασία έχει το ισχύον καθεστώς για τις χρηματικές δωρεές και γονικές παροχές μεταξύ προσώπων της πρώτης κατηγορίας συγγένειας.
Υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις και όταν η μεταφορά πραγματοποιείται μέσω χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, προβλέπεται αφορολόγητο έως 800.000 ευρώ.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια μεγάλη μεταφορά μπορεί απλώς να πραγματοποιηθεί χωρίς να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη φορολογική διαδικασία.
Όταν πρόκειται πράγματι για δωρεά ή γονική παροχή, πρέπει να δηλώνεται με τον τρόπο που προβλέπεται, μεταξύ άλλων μέσω της σχετικής ηλεκτρονικής διαδικασίας στο myProperty.
Για άλλους βαθμούς συγγένειας ισχύουν διαφορετικοί κανόνες και φορολογικοί συντελεστές.
Τι γίνεται με τα χρήματα μεταξύ φίλων
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη διάκριση ανάμεσα σε πραγματική μεταφορά περιουσίας και σε απλή τακτοποίηση μιας κοινής δαπάνης.
Εάν, για παράδειγμα, ένας φίλος πληρώσει ολόκληρο τον λογαριασμό ενός εστιατορίου και οι υπόλοιποι του στείλουν μέσω IRIS το ποσό που τους αναλογεί, η συναλλαγή δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε φορολογητέο εισόδημα.
Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει με την επιστροφή χρημάτων που είχαν προηγουμένως καταβληθεί για λογαριασμό κάποιου άλλου.
Το σημαντικό σε ενδεχόμενο έλεγχο είναι να μπορεί να εξηγηθεί η προέλευση και η αιτία της μεταφοράς.
Μεγαλύτερη προσοχή για τους επαγγελματίες
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις επιχειρήσεις τα πράγματα είναι σαφέστερα.
Επαγγελματική αμοιβή που εισπράττεται μέσω IRIS παραμένει επαγγελματικό έσοδο.
Πρέπει επομένως να εκδίδεται το προβλεπόμενο παραστατικό, να γίνεται η απαραίτητη λογιστική και φορολογική καταχώριση και να αποδίδεται ΦΠΑ όπου αυτός προβλέπεται.
Η χρήση του IRIS δεν αλλάζει τη φύση της συναλλαγής.
Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι κάποιος είναι ελεύθερος επαγγελματίας δεν σημαίνει ότι κάθε ποσό που δέχεται στον λογαριασμό του αποτελεί επαγγελματική αμοιβή. Μπορεί να πρόκειται για επιστροφή χρημάτων, συμμετοχή σε κοινή προσωπική δαπάνη ή άλλη συναλλαγή που δεν σχετίζεται με την επαγγελματική του δραστηριότητα.
Τι πρέπει να προσέχουν οι φορολογούμενοι
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το IRIS αποτελεί μέσο μεταφοράς χρημάτων και όχι φορολογικό χαρακτηρισμό της συναλλαγής.
Αυτό που έχει σημασία είναι να μπορεί να απαντηθεί με σαφήνεια:
Ποιος έστειλε τα χρήματα, σε ποιον, πόσα χρήματα έστειλε και –κυρίως– για ποιον λόγο.
Άλλο είναι η οικονομική ενίσχυση ενός παιδιού για τις καθημερινές του ανάγκες, άλλο η χρηματική δωρεά για την αγορά ενός αυτοκινήτου, άλλο η επιστροφή χρημάτων μεταξύ φίλων και άλλο η πληρωμή μιας επαγγελματικής υπηρεσίας.
Και αυτή ακριβώς η πραγματική αιτία της συναλλαγής είναι που μπορεί να αποκτήσει καθοριστική σημασία σε έναν φορολογικό έλεγχο.



