Σε σοβαρό πολιτικό πονοκέφαλο εξελίσσεται για την κυβέρνηση η νέα ενεργειακή κρίση, καθώς η συζήτηση για τη μείωση των φόρων στα καύσιμα φέρνει πλέον στο προσκήνιο όχι μόνο τις διεθνείς τιμές αλλά και τις επιλογές του ίδιου του οικονομικού επιτελείου. Η κυβερνητική επιχειρηματολογία για την Ευρώπη έχει ήδη χρειαστεί διευκρινίσεις, ενώ οι πολίτες περιμένουν να δουν τι τελικά θα πληρώσουν στην αντλία και για τη θέρμανσή τους.
Το αφήγημα της «μάχης στην Ευρώπη» για τα καύσιμα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετο από όσο παρουσιάστηκε αρχικά.
Και όσο περνούν οι ημέρες, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι εάν η ελληνική κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να μειώσει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, αλλά εάν θέλει και μπορεί να αναλάβει το δημοσιονομικό κόστος αυτής της επιλογής.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης το ξεκαθάρισε ήδη από τις 19 Σεπτεμβρίου:
«Ο πρωθυπουργός δεν είπε ότι χρειάζεται άδεια ή ειδική απόφαση […] από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να μειώσουμε τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης».
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό που ζητείται από την Ευρώπη είναι διαφορετικό: να εξαιρεθεί το κόστος μιας έκτακτης παρέμβασης από τις ευρωπαϊκές οροφές δαπανών.
Και αυτή η διευκρίνιση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.
Το θέμα δεν είναι πια «αν μας αφήνουν»
Η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται.
Δεν τίθεται πλέον με τον ίδιο τρόπο το ερώτημα «θα επιτρέψει η Ευρώπη στην Ελλάδα να μειώσει τον ΕΦΚ;».
Το πραγματικό ερώτημα γίνεται:
είναι διατεθειμένη η κυβέρνηση να διαθέσει δημοσιονομικούς πόρους ώστε να μειώσει τη φορολογική επιβάρυνση των καυσίμων;
Η κυβέρνηση απαντά ότι τα περιθώρια είναι περιορισμένα.
Ο Παύλος Μαρινάκης επανήλθε στις 24 Σεπτεμβρίου λέγοντας ότι «μειώνεις όσους φόρους παραπάνω σου επιτρέπουν τα δημόσια οικονομικά» και υπογράμμισε ότι ο ΕΦΚ αποφέρει περίπου 4 δισ. ευρώ τον χρόνο στα κρατικά ταμεία.
Παράλληλα, εξήγησε ότι η Αθήνα ζητά από την Ευρώπη εξαίρεση του κόστους ενός έκτακτου μέτρου από τις οροφές δαπανών.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από την εικόνα μιας κυβέρνησης που περιμένει απλώς το «πράσινο φως» των Βρυξελλών για να κατεβάσει τους φόρους.
Η συζήτηση επιστρέφει στην Αθήνα
Κάπως έτσι, η πολιτική πίεση επιστρέφει εκεί από όπου ξεκίνησε: στο Μέγαρο Μαξίμου και στο υπουργείο Οικονομικών.
Γιατί η κυβέρνηση καλείται πλέον να εξηγήσει στους πολίτες όχι μόνο τι ζητά από την Ευρώπη, αλλά ποια φορολογική πολιτική επιλέγει η ίδια σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος απειλεί να επιβαρύνει ξανά σημαντικά τα νοικοκυριά.
Η θέση της είναι σαφής: χωρίς πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο δεν μπορεί να προχωρήσει σε μεγάλη μείωση του ΕΦΚ χωρίς να αναζητήσει πόρους από αλλού.
Αλλά ακριβώς εδώ βρίσκεται και το πολιτικό πρόβλημα.
Για τον πολίτη που γεμίζει το ρεζερβουάρ, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο ανεξάρτητα από το εάν η αιτία ονομάζεται «οροφή δαπανών», «δημοσιονομικός χώρος» ή «ευρωπαϊκή εξαίρεση».
Η τιμή βρίσκεται μπροστά του στην αντλία.
Και τώρα τα μέτρα έρχονται… με το δεκαπενθήμερο
Ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα δημιουργεί το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν παρουσιάζει προς το παρόν ένα μακροπρόθεσμο πλαίσιο για τα καύσιμα.
Ο Παύλος Μαρινάκης ανακοίνωσε ότι τα νέα μέτρα για τα καύσιμα κίνησης θα παρουσιαστούν στις 30 Σεπτεμβρίου, αλλά αυτή τη φορά θα αφορούν μόνο το επόμενο 15ήμερο, λόγω της μεγάλης μεταβλητότητας των διεθνών τιμών του πετρελαίου.
Στις 14 Οκτωβρίου θα ακολουθήσει νέο πακέτο ανακοινώσεων, στο οποίο θα συμπεριληφθεί και το πετρέλαιο θέρμανσης, καθώς η διάθεσή του ξεκινά στις 15 Οκτωβρίου.
Με άλλα λόγια, τα νοικοκυριά μπαίνουν στον Οκτώβριο χωρίς να γνωρίζουν ακόμη ποια ακριβώς θα είναι η συνολική προστασία τους απέναντι στις αυξήσεις.
Ο δύσκολος χειμώνας γίνεται πολιτικό πρόβλημα
Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη βενζίνη.
Ρεύμα, καύσιμα κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης και γενικότερα το αυξημένο ενεργειακό κόστος συνθέτουν ένα ιδιαίτερα δύσκολο σκηνικό για τους επόμενους μήνες.
Για έναν εργαζόμενο που χρειάζεται καθημερινά το αυτοκίνητο για να μετακινηθεί, η αύξηση των καυσίμων δεν αποτελεί θεωρητική συζήτηση.
Για έναν επαγγελματία, περνά απευθείας στο λειτουργικό κόστος.
Και για μια οικογένεια που θα χρειαστεί σε λίγες εβδομάδες να γεμίσει τη δεξαμενή πετρελαίου, το ερώτημα είναι πολύ απλούστερο από τη συζήτηση που γίνεται στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες:
πόσα χρήματα θα χρειαστούν φέτος;
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η κυβέρνηση κινδυνεύει να πληρώσει πραγματικό πολιτικό κόστος.
Από την επικοινωνία στον λογαριασμό
Μέχρι σήμερα το Μαξίμου επιχειρεί να παρουσιάσει την ενεργειακή κρίση κυρίως ως αποτέλεσμα διεθνών εξελίξεων και να τονίσει τα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.
Όμως όσο αυξάνεται η πίεση στα νοικοκυριά, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παραμένει η συζήτηση αποκλειστικά εκεί.
Γιατί πλέον έχει ανοίξει δημόσια και το ζήτημα της φορολογίας.
Και όταν η ίδια η κυβέρνηση διευκρινίζει ότι δεν χρειάζεται ευρωπαϊκή «άδεια» για να μειώσει τον ΕΦΚ, αλλά ζητά ευρωπαϊκή εξαίρεση ώστε να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό κόστος, τότε η συζήτηση αποκτά διαφορετικό περιεχόμενο.
Δεν είναι μόνο τι μπορεί να γίνει.
Είναι και τι επιλέγεται να γίνει.
Η 30ή Σεπτεμβρίου θα δείξει πολλά
Η κυβέρνηση έχει πλέον μπροστά της μια ημερομηνία που αποκτά ιδιαίτερο βάρος.
Στις 30 Σεπτεμβρίου θα φανεί εάν οι παρεμβάσεις στα καύσιμα θα είναι αρκετές ώστε να δημιουργήσουν πραγματική διαφορά στην αντλία ή εάν θα πρόκειται για περιορισμένη προσωρινή παρέμβαση.
Και δύο εβδομάδες αργότερα θα έρθει το δεύτερο τεστ με το πετρέλαιο θέρμανσης.
Η συζήτηση, επομένως, δεν τελείωσε με τη διευκρίνιση Μαρινάκη.
Μάλλον τώρα αρχίζει.
Γιατί πίσω από τη συζήτηση περί Ευρώπης, δημοσιονομικών κανόνων και οροφών δαπανών υπάρχει ένα πολύ πιο απλό πολιτικό ερώτημα:
πόσο από το βάρος της ενεργειακής κρίσης θα αναλάβει το κράτος και πόσο θα παραμείνει στις πλάτες του καταναλωτή;
Και σε έναν χειμώνα που ήδη προμηνύεται ακριβός, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να κοστίσει στην κυβέρνηση πολύ περισσότερο από όσο υπολόγιζε.



