Καύσιμα: Σφίγγει ο κλοιός για το Μαξίμου – Η Ευρώπη μειώνει φόρους, τι θα κάνει η κυβέρνηση;

Η νέα εκτίναξη του ενεργειακού κόστους επαναφέρει με ένταση στο πολιτικό τραπέζι ένα ερώτημα που η κυβέρνηση μέχρι σήμερα αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφύλαξη: μπορεί να υπάρξει ουσιαστική μείωση της φορολογίας στα καύσιμα;

Η αντιπολίτευση πιέζει για παρεμβάσεις στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και στον ΦΠΑ, ενώ η κυβέρνηση αντιτείνει κυρίως το δημοσιονομικό κόστος μιας οριζόντιας φορολογικής μείωσης.

Όμως η συγκυρία έχει αλλάξει.

Η ενεργειακή κρίση που προκαλεί η διεθνής γεωπολιτική ένταση έχει οδηγήσει ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε έκτακτα μέτρα, ενώ η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ανοίξει τη συζήτηση για μεγαλύτερη ευελιξία.

Το μεγάλο βάρος των φόρων στην αντλία

Στην Ελλάδα η φορολογική επιβάρυνση των καυσίμων είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Στην αμόλυβδη βενζίνη ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης βρίσκεται στα 0,70 ευρώ ανά λίτρο, ενώ στη συνέχεια επιβάλλεται ΦΠΑ 24%.

Και εδώ υπάρχει μια λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση: ο ΦΠΑ δεν υπολογίζεται μόνο στην καθαρή αξία του προϊόντος αλλά και πάνω στον ΕΦΚ.

Με άλλα λόγια, υπάρχει ΦΠΑ και πάνω στον ειδικό φόρο.

Το ευρωπαϊκό ελάχιστο επίπεδο φορολόγησης για την αμόλυβδη είναι 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή 0,359 ευρώ ανά λίτρο. Για το πετρέλαιο κίνησης είναι 330 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.

Επομένως υπάρχει απόσταση μεταξύ του ευρωπαϊκού ελάχιστου και του ελληνικού ΕΦΚ στη βενζίνη.

Γιατί η κυβέρνηση αντιστέκεται

Η απάντηση βρίσκεται κυρίως στα δημόσια έσοδα.

Οι φόροι στα καύσιμα αποτελούν σταθερή και ιδιαίτερα αποδοτική πηγή εσόδων για τον κρατικό προϋπολογισμό. Μια μεγάλη οριζόντια μείωση του ΕΦΚ συνεπάγεται δημοσιονομικό κόστος και δημιουργεί το ερώτημα από πού θα καλυφθεί.

Αυτό είναι το ισχυρότερο επιχείρημα της κυβερνητικής πλευράς.

Υπάρχει όμως και το αντίστροφο επιχείρημα: όταν η διεθνής τιμή του πετρελαίου αυξάνεται απότομα και η τιμή στην αντλία πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η διατήρηση της ίδιας φορολογικής επιβάρυνσης μεταφέρει μεγάλο μέρος της διεθνούς κρίσης απευθείας στον καταναλωτή.

Και όσο παρατείνεται η κρίση, τόσο δυσκολότερη γίνεται πολιτικά η υπεράσπιση της σημερινής κατάστασης.

Η Ευρώπη ήδη κινείται

Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι η Ελλάδα δεν συζητά το θέμα μέσα σε ευρωπαϊκό κενό.

Η Ολλανδία έχει ήδη διατηρήσει μειωμένους συντελεστές ειδικών φόρων στα καύσιμα, ενώ στον προϋπολογισμό του 2027 προβλέπεται πρόσθετη ελάφρυνση της φορολογικής επιβάρυνσης στην αντλία.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ισπανίας.

Μέσα στην ενεργειακή κρίση του 2026 ζητήθηκε ευρωπαϊκή εξουσιοδότηση για προσωρινή μείωση της φορολόγησης ακόμη και κάτω από τα κατώτατα επίπεδα που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική συζήτηση.

Δείχνει ότι, σε εξαιρετικές συνθήκες, υπάρχουν ευρωπαϊκά εργαλεία για πολύ μεγαλύτερες παρεμβάσεις από εκείνες που κανονικά επιτρέπει το υφιστάμενο πλαίσιο.

Η πίεση του χειμώνα

Για την Ελλάδα το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς πλησιάζει ο χειμώνας.

Η κυβέρνηση έχει ήδη προαναγγείλει νέο πακέτο στήριξης για το πετρέλαιο θέρμανσης, με αύξηση των επιδομάτων και άλλες παρεμβάσεις. Ο πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι στόχος είναι να συγκρατηθεί το κόστος του πετρελαίου θέρμανσης κάτω από τα επίπεδα με τα οποία έκλεισε η προηγούμενη περίοδος.

Το ερώτημα όμως είναι εάν οι επιδοτήσεις αρκούν.

Διότι η πολιτική των επιδομάτων αντιμετωπίζει το αποτέλεσμα της υψηλής τιμής. Η μείωση της φορολογίας επεμβαίνει απευθείας στη διαμόρφωσή της.

Το δίλημμα του Μαξίμου

Εδώ βρίσκεται πλέον και το πραγματικό πολιτικό δίλημμα.

Η κυβέρνηση πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθερότητα και στην ανάγκη προστασίας της αγοραστικής δύναμης.

Μια μεγάλη και μόνιμη μείωση του ΕΦΚ θα είχε σημαντικό δημοσιονομικό κόστος. Μια προσωρινή όμως και στοχευμένη παρέμβαση για όσο διαρκεί η έκτακτη ενεργειακή κρίση αποτελεί διαφορετική συζήτηση.

Και πλέον υπάρχουν παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών χωρών που χρησιμοποιούν ακριβώς τέτοιες λύσεις.

Η Ολλανδία ανακοίνωσε για το 2027 ελάφρυνση της φορολογίας στην αντλία ύψους περίπου 1,4 δισ. ευρώ, ενώ η Ιταλία έχει επίσης παρατείνει προσωρινές μειώσεις φόρων στα καύσιμα.

Άρα το επιχείρημα ότι «δεν γίνεται» χρειάζεται μεγαλύτερη εξειδίκευση.

Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο μπορεί να κοστίσει, για πόσο χρονικό διάστημα μπορεί να εφαρμοστεί και ποιο μέρος της επιβάρυνσης μπορεί να αναλάβει ο προϋπολογισμός.

Η ώρα των αποφάσεων

Η κυβέρνηση προετοιμάζει νέα μέτρα στήριξης και οι επόμενες ανακοινώσεις θα δείξουν ποια κατεύθυνση επιλέγει.

Η πολιτική αντιπαράθεση για τα καύσιμα, πάντως, δύσκολα θα τελειώσει με ένα ακόμη επίδομα.

Όσο οι τιμές παραμένουν υψηλές, το ερώτημα θα επιστρέφει:

Γιατί να παραμένει αμετάβλητη η φορολογία σε μια περίοδο έκτακτης ενεργειακής κρίσης;

Δεν υπάρχει δημοσιονομικά ανέξοδη απάντηση.

Υπάρχει όμως πλέον ένα νέο ευρωπαϊκό δεδομένο: άλλες κυβερνήσεις έχουν επιλέξει να χρησιμοποιήσουν και τη φορολογία ως εργαλείο αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης.

Και αυτό αυξάνει την πίεση προς την Αθήνα να εξηγήσει όχι μόνο τι δεν μπορεί να κάνει, αλλά και τι μπορεί να κάνει — και με ποιο κόστος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ