Η επιλογή της μειωμένης σύνταξης στα 62 αντιμετωπίζεται συχνά ως μια λύση που συνεπάγεται μεγάλη οικονομική απώλεια για τον ασφαλισμένο. Οι υπολογισμοί, ωστόσο, δείχνουν ότι η πραγματική εικόνα μπορεί να είναι αρκετά διαφορετική, ανάλογα με τα χρόνια ασφάλισης, τις συντάξιμες αποδοχές και τη δυνατότητα του εργαζομένου να παραμείνει στην αγορά εργασίας.
Το βασικό σημείο που συχνά προκαλεί σύγχυση είναι η μείωση που συνοδεύει την πρόωρη συνταξιοδότηση.
Η προβλεπόμενη περικοπή στη μειωμένη σύνταξη εφαρμόζεται στην Εθνική Σύνταξη και όχι στην ανταποδοτική, με αποτέλεσμα η τελική ποσοστιαία διαφορά στο συνολικό ποσό να μπορεί να είναι αισθητά χαμηλότερη.
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη παράμετρος: όποιος συνταξιοδοτηθεί στα 62 αρχίζει να εισπράττει σύνταξη πέντε χρόνια νωρίτερα από κάποιον που θα περιμένει μέχρι τα 67.
Και εκεί οι αριθμοί αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το «30%» που προκαλεί σύγχυση
Η μειωμένη σύνταξη συνδέεται συχνά στη δημόσια συζήτηση με απώλεια 30%.
Αυτό μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι, για παράδειγμα, μια πλήρης σύνταξη 1.000 ευρώ μετατρέπεται αυτομάτως σε 700 ευρώ.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσιάζονται, αυτό δεν συμβαίνει έτσι, καθώς η μείωση δεν εφαρμόζεται στο σύνολο της σύνταξης.
Η ανταποδοτική σύνταξη, η οποία υπολογίζεται βάσει των ετών ασφάλισης και των συντάξιμων αποδοχών, δεν υπόκειται στη συγκεκριμένη μείωση.
Κατά συνέπεια, όσο μεγαλύτερο είναι το μερίδιο της ανταποδοτικής σύνταξης στο συνολικό ποσό, τόσο μικρότερη μπορεί να είναι αναλογικά η τελική διαφορά.
Παράδειγμα: 35 χρόνια και μισθός 1.500 ευρώ
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ασφαλισμένου με 35 χρόνια ασφάλισης και μέσο συντάξιμο μισθό 1.500 ευρώ.
Με πλήρη σύνταξη, το ποσό υπολογίζεται στα 1.006,52 ευρώ τον μήνα.
Με μειωμένη στα 62, διαμορφώνεται στα 872,46 ευρώ.
Η διαφορά είναι περίπου 134 ευρώ τον μήνα, δηλαδή περίπου 13,3% επί του συνολικού ποσού και όχι 30%.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του υπολογισμού.
Εάν ο ασφαλισμένος αρχίσει να λαμβάνει 872,46 ευρώ από τα 62, μέχρι να συμπληρώσει τα 67 θα έχει εισπράξει σε 60 μηνιαίες καταβολές περισσότερα από 52.000 ευρώ, πριν ληφθούν υπόψη άλλες παράμετροι.
Αυτό το ποσό πρέπει να συνυπολογιστεί όταν συγκρίνεται η οικονομική απόδοση των δύο επιλογών.
Τι συμβαίνει με 25 χρόνια ασφάλισης
Διαφορετική είναι η εικόνα για ασφαλισμένο με 25 χρόνια ασφάλισης και μέσο συντάξιμο μισθό 1.100 ευρώ.
Στο συγκεκριμένο παράδειγμα:
Πλήρης σύνταξη: 674,35 ευρώ
Μειωμένη σύνταξη: 540,29 ευρώ
Μηνιαία διαφορά: 134,06 ευρώ
Πραγματική μείωση: περίπου 19,8%
Εάν επιλεγεί η μειωμένη σύνταξη, μέχρι τα 67 ο ασφαλισμένος θα έχει εισπράξει περισσότερα από 32.000 ευρώ.
Επομένως, για να καλυφθεί στη συνέχεια αυτό το προβάδισμα αποκλειστικά μέσω της μεγαλύτερης πλήρους σύνταξης απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τα 38 χρόνια και ο μισθός των 2.500 ευρώ
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ασφαλισμένου με 38 χρόνια ασφάλισης και μέσο συντάξιμο μισθό 2.500 ευρώ.
Η πλήρης σύνταξη στο παράδειγμα υπολογίζεται στα 1.569,62 ευρώ, ενώ η μειωμένη στα 1.435,56 ευρώ.
Η διαφορά παραμένει περίπου 134 ευρώ, αλλά επειδή η συνολική σύνταξη είναι πολύ μεγαλύτερη, η πραγματική ποσοστιαία μείωση περιορίζεται περίπου στο 8,5%.
Εάν ο ασφαλισμένος αρχίσει να εισπράττει τη μειωμένη στα 62, οι καταβολές μέχρι τα 67 ξεπερνούν συνολικά τις 86.000 ευρώ.
Αυτό εξηγεί γιατί για έναν ασφαλισμένο με υψηλή ανταποδοτική σύνταξη η πραγματική ποσοστιαία επίπτωση της μειωμένης μπορεί να είναι αρκετά μικρότερη.
Και με 30 χρόνια και μισθό 1.400 ευρώ;
Στο τέταρτο παράδειγμα, ασφαλισμένος με 30 χρόνια ασφάλισης και μέσο συντάξιμο μισθό 1.400 ευρώ υπολογίζεται ότι θα λάβει:
816,05 ευρώ με πλήρη σύνταξη και 681,99 ευρώ με μειωμένη.
Η μηνιαία διαφορά είναι και πάλι περίπου 134 ευρώ και αντιστοιχεί σε πραγματική μείωση περίπου 16,4%.
Στην πενταετία από τα 62 έως τα 67, οι καταβολές της μειωμένης σύνταξης ξεπερνούν συνολικά τις 40.000 ευρώ.
Πότε «ισοφαρίζει» η πλήρης σύνταξη;
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον οικονομικό ερώτημα.
Εάν κάποιος πάρει τη μειωμένη πέντε χρόνια νωρίτερα, αποκτά ένα σημαντικό αρχικό προβάδισμα εισοδήματος.
Από τα 67 και μετά, η πλήρης σύνταξη είναι υψηλότερη και αρχίζει σταδιακά να καλύπτει αυτή τη διαφορά.
Το πότε ακριβώς συμβαίνει η «ισοφάριση» εξαρτάται από τα ποσά κάθε περίπτωσης.
Για παράδειγμα, στα 35 χρόνια και στα 1.500 ευρώ συντάξιμου μισθού, η πρόωρη σύνταξη δημιουργεί μέχρι τα 67 ένα προβάδισμα περίπου 52.000 ευρώ. Με μηνιαία διαφορά περίπου 134 ευρώ υπέρ της πλήρους σύνταξης μετά τα 67, απαιτούνται περισσότερα από 32 χρόνια για να καλυφθεί αριθμητικά το συγκεκριμένο ποσό, εφόσον κάνουμε μια απλουστευμένη σύγκριση και αγνοήσουμε μελλοντικές αυξήσεις, πληθωρισμό, φορολογία και άλλες μεταβολές.
Αυτό δείχνει γιατί η απόφαση δεν είναι τόσο απλή όσο «μειωμένη ή πλήρης».
Το μεγάλο «αλλά»: Αν συνεχίζετε να εργάζεστε
Υπάρχει, ωστόσο, μια πολύ σημαντική παράμετρος.
Η παραπάνω σύγκριση δεν σημαίνει ότι όποιος δικαιούται μειωμένη στα 62 πρέπει οικονομικά να φύγει αμέσως.
Εάν ο ασφαλισμένος μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται με ικανοποιητικό μισθό, η εξίσωση αλλάζει.
Στα επόμενα χρόνια μπορεί να συνεχίσει να εισπράττει μισθό, να αυξάνει τα έτη ασφάλισής του και να βελτιώνει την ανταποδοτική σύνταξη που θα λάβει όταν αποχωρήσει.
Ιδιαίτερη σημασία μπορεί να έχει η δυνατότητα συμπλήρωσης 40 ετών ασφάλισης, καθώς τότε διαφοροποιείται ουσιαστικά ο υπολογισμός της ανταποδοτικής σύνταξης.
Επομένως, δεν είναι σωστό να συγκρίνεται μόνο η μειωμένη σύνταξη των 62 με την πλήρη των 67 χωρίς να υπολογίζεται το εισόδημα που θα έχει ο εργαζόμενος εάν παραμείνει στην εργασία.
Ποιοι έχουν μεγαλύτερο λόγο να εξετάσουν τη μειωμένη
Η μειωμένη σύνταξη αποκτά διαφορετικό βάρος για κάποιον που στα 62 βρίσκεται χωρίς εργασία ή έχει πολύ χαμηλό εισόδημα.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η δυνατότητα να αρχίσει άμεσα να εισπράττει σύνταξη μπορεί να αποτελέσει σημαντική πηγή οικονομικής ασφάλειας.
Αντίθετα, ένας εργαζόμενος με υψηλές αποδοχές και δυνατότητα να συνεχίσει απρόσκοπτα την εργασία του έχει πολύ περισσότερους λόγους να εξετάσει το όφελος από την παραμονή στην ασφάλιση.
Δεν έχουν όλοι δικαίωμα μειωμένης στα 62
Υπάρχει και μια κρίσιμη διευκρίνιση.
Η ηλικία των 62 ετών δεν σημαίνει ότι κάθε ασφαλισμένος μπορεί αυτομάτως να ζητήσει μειωμένη σύνταξη.
Πρέπει να πληρούνται οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται για την κατηγορία στην οποία ανήκει ο ενδιαφερόμενος.
Επομένως, πριν γίνει οποιοσδήποτε οικονομικός υπολογισμός, το πρώτο βήμα είναι να εξακριβωθεί εάν πράγματι υπάρχει θεμελιωμένο δικαίωμα συνταξιοδότησης στα 62.
Η απόφαση των 62 ή 67 δεν είναι ίδια για όλους
Η μειωμένη σύνταξη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται εκ προοιμίου ως «κακή» οικονομική επιλογή.
Ούτε όμως μπορεί να θεωρηθεί ότι συμφέρει αυτομάτως όλους τους ασφαλισμένους.
Τα χρόνια ασφάλισης, οι συντάξιμες αποδοχές, η εργασιακή κατάσταση στα 62, το δικαίωμα μειωμένης σύνταξης και το ποσό που μπορεί να κερδίσει κάποιος παραμένοντας στην εργασία αποτελούν κρίσιμες μεταβλητές.
Γι’ αυτό, πριν ληφθεί μια μη αναστρέψιμη απόφαση συνταξιοδότησης, χρειάζεται εξατομικευμένος υπολογισμός και σύγκριση των διαφορετικών σεναρίων.
Για κάποιους ασφαλισμένους η αναμονή μέχρι την πλήρη σύνταξη μπορεί να είναι σαφώς καλύτερη επιλογή.
Για άλλους, όμως, τα πέντε επιπλέον χρόνια σύνταξης από τα 62 μπορεί να αλλάξουν εντελώς την οικονομική εξίσωση.



