Μείωση ΦΠΑ: Τι πραγματικά λέει η μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος και το «20%» που επικαλέστηκε ο Μητσοτάκης

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέρριψε για ακόμη μία φορά από τη ΔΕΘ τη μείωση του ΦΠΑ ως μέτρο αντιμετώπισης της ακρίβειας, επικαλούμενος μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος και υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι μόνο περίπου το 20% της φορολογικής μείωσης περνά στις τελικές τιμές.

Με απλά λόγια, σύμφωνα με το κυβερνητικό επιχείρημα, εάν μια μείωση του ΦΠΑ αντιστοιχεί σε 10 ευρώ, ο καταναλωτής θα κερδίσει περίπου 2 ευρώ, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ελάφρυνσης δεν θα εμφανιστεί στην τιμή που πληρώνει.

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια: η ίδια η μελέτη δεν υποστηρίζει ότι το 20% αποτελεί καθολικό κανόνα για κάθε μείωση ΦΠΑ.

Τι εξέτασε πραγματικά η μελέτη

Η έρευνα στην οποία παραπέμπει ο πρωθυπουργός εξέτασε κυρίως τη βραχυχρόνια επίδραση προσωρινών μειώσεων του ΦΠΑ και εκτίμησε τη μετακύλιση στις τιμές στην περιοχή του 19%-25%.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να υποστηρίζει κανείς ότι:

«Κάθε φορά που μειώνεται ο ΦΠΑ, μόνο το 20% της μείωσης φτάνει στον καταναλωτή».

Το συγκεκριμένο εύρημα αφορά ορισμένες συνθήκες, συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα και συγκεκριμένο τύπο φορολογικής παρέμβασης.

Άλλο προσωρινή και άλλο μόνιμη μείωση

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο «ψιλά γράμμα» της μελέτης.

Σύμφωνα με το κείμενο, η ίδια η έρευνα επισημαίνει ότι μια μόνιμη μείωση του ΦΠΑ μπορεί να έχει αισθητά μεγαλύτερη μετακύλιση στις τιμές, η οποία βραχυπρόθεσμα μπορεί να προσεγγίζει ακόμη και το διπλάσιο αποτέλεσμα σε σχέση με μια προσωρινή μείωση.

Η εξήγηση έχει οικονομική λογική.

Όταν μια επιχείρηση γνωρίζει ότι ο χαμηλότερος ΦΠΑ θα ισχύσει μόνιμα, μπορεί να ενσωματώσει διαφορετικά τη φορολογική μεταβολή στην τιμολογιακή πολιτική της. Αντίθετα, όταν η μείωση είναι προσωρινή και υπάρχει η προσδοκία ότι σύντομα ο συντελεστής θα αυξηθεί ξανά, η συμπεριφορά της μπορεί να είναι διαφορετική.

Επομένως, το 19%-25% δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αυτόματος συντελεστής για οποιοδήποτε σενάριο μείωσης του ΦΠΑ.

Τι γίνεται εάν η μείωση αφορά συγκεκριμένα τρόφιμα;

Υπάρχει και μία δεύτερη σημαντική παράμετρος.

Η μελέτη εξετάζει την επίδραση στο συνολικό επίπεδο των τιμών στην οικονομία και όχι αποκλειστικά την εξέλιξη της τιμής συγκεκριμένων βασικών προϊόντων.

Αυτό σημαίνει ότι μια στοχευμένη μείωση του ΦΠΑ σε βασικά τρόφιμα θα μπορούσε να έχει διαφορετικό αποτέλεσμα στις συγκεκριμένες τιμές από εκείνο που καταγράφεται στο γενικό επίπεδο του πληθωρισμού.

Για παράδειγμα, άλλο είναι να εξετάζεται πόσο επηρεάζεται συνολικά ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή και άλλο πόσο θα μπορούσε να μειωθεί η τιμή σε συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων μετά από μια στοχευμένη φορολογική παρέμβαση.

Ο ανταγωνισμός κάνει τη διαφορά

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά, η οποία δεν πρέπει να αγνοείται.

Η μείωση του ΦΠΑ δεν εγγυάται από μόνη της ότι ολόκληρη η φορολογική ελάφρυνση θα περάσει στο ράφι.

Καθοριστικό ρόλο παίζει ο ανταγωνισμός.

Σε μια αγορά όπου πολλές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται έντονα για τον ίδιο καταναλωτή, υπάρχει ισχυρότερο κίνητρο να μεταφερθεί μεγαλύτερο μέρος της μείωσης του φόρου στην τελική τιμή.

Σε αγορές με περιορισμένο ανταγωνισμό, αντίθετα, υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα μέρος της φορολογικής ελάφρυνσης να ενσωματωθεί στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.

Άρα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι απλώς «μείωση ΦΠΑ, ναι ή όχι;».

Είναι επίσης με ποιον τρόπο θα εφαρμοστεί, σε ποια προϊόντα, για πόσο χρονικό διάστημα και με ποιους μηχανισμούς ελέγχου της αγοράς.

Γιατί η κυβέρνηση λέει «όχι»

Υπάρχει και ένα δεύτερο επιχείρημα από την κυβερνητική πλευρά.

Μια οριζόντια μείωση του ΦΠΑ δεν κάνει εισοδηματικές διακρίσεις. Θα ωφελούσε τόσο ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα όσο και έναν πολίτη με πολύ υψηλότερο εισόδημα, αλλά και τους τουρίστες που καταναλώνουν στην Ελλάδα.

Για τον λόγο αυτό η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι προτιμά να διαθέτει τους δημοσιονομικούς πόρους σε στοχευμένες παρεμβάσεις, ώστε μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων να κατευθύνεται σε όσους έχουν πραγματικά μεγαλύτερη ανάγκη.

Πρόκειται για υπαρκτό οικονομικό επιχείρημα.

Δεν απαντά όμως από μόνο του στο διαφορετικό ερώτημα εάν μια μόνιμη και στοχευμένη μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιμετώπιση της ακρίβειας.

Το «20%» δεν λέει όλη την ιστορία

Αυτό είναι τελικά το σημαντικότερο συμπέρασμα.

Η μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος πράγματι καταγράφει περιπτώσεις στις οποίες η μετακύλιση μιας μείωσης του ΦΠΑ στις τιμές ήταν περιορισμένη και κινήθηκε περίπου στο 19%-25%.

Δεν προκύπτει όμως ότι αυτό αποτελεί έναν αμετάβλητο οικονομικό νόμο που ισχύει για κάθε μείωση ΦΠΑ.

Αντίθετα, από τα ίδια τα στοιχεία προκύπτει ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη διάρκεια της παρέμβασης, το εάν είναι προσωρινή ή μόνιμη, τις κατηγορίες προϊόντων στις οποίες εφαρμόζεται και τον βαθμό ανταγωνισμού στην αγορά.

Επομένως, η πολιτική συζήτηση για τον ΦΠΑ και την ακρίβεια δεν μπορεί να τελειώνει με μία φράση:

«Μόνο το 20% περνά στον καταναλωτή».

Η πραγματική εικόνα είναι αρκετά πιο σύνθετη — και, όπως προκύπτει από τη μελέτη που χρησιμοποιείται ως επιχείρημα, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς ακριβώς σχεδιάζεται μια μείωση του ΦΠΑ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ