«Η αυστηρή Moody’s βλέπει όσα αρνείται να δει ο Τσίπρας».
Ωραίος τίτλος.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Η Moody’s και ο Έλληνας εργαζόμενος δεν κοιτάζουν το ίδιο πράγμα.
Η Moody’s εξετάζει αν το ελληνικό κράτος μπορεί να εξυπηρετεί αξιόπιστα το χρέος του, αν διατηρεί δημοσιονομική σταθερότητα, αν μειώνεται το δημόσιο χρέος, αν οι τράπεζες είναι ισχυρότερες, αν προχωρούν μεταρρυθμίσεις και αν η οικονομία γίνεται ανθεκτικότερη.
Ο εργαζόμενος κοιτάζει κάτι πολύ πιο πεζό:
τι μπαίνει στον λογαριασμό του και τι μένει στις 25 του μήνα.
Και αυτά τα δύο μπορούν κάλλιστα να κινούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Πρώτα απ’ όλα: η Moody’s δεν αναβάθμισε την Ελλάδα
Ας αρχίσουμε από το βασικό.
Η Moody’s στις 18 Σεπτεμβρίου διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στο Baa3 και αναβάθμισε τις προοπτικές της από «σταθερές» σε «θετικές».
Είναι θετική εξέλιξη;
Βεβαίως.
Σημαίνει ότι ο οίκος βλέπει αυξημένες πιθανότητες μελλοντικής αναβάθμισης εφόσον συνεχιστούν οι θετικές τάσεις.
Αλλά άλλο:
αναβάθμιση της πιστοληπτικής βαθμίδας
και άλλο:
αναβάθμιση των προοπτικών της βαθμίδας.
Δεν χρειάζεται ούτε να μηδενίσουμε την εξέλιξη ούτε να της δώσουμε διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που πραγματικά έχει.
Τι λέει πράγματι η Moody’s;
Η Moody’s βλέπει ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής ανθεκτικότητας της Ελλάδας.
Βλέπει διαρθρωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις, αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και θετικές δημοσιονομικές επιδόσεις.
Και πολύ καλά κάνει.
Αυτά είναι σημαντικά για τη χώρα.
Αλλά από πότε η πιστοληπτική ικανότητα ενός κράτους έγινε δείκτης του διαθέσιμου εισοδήματος του πολίτη;
Η Moody’s δεν πήγε στο σούπερ μάρκετ.
Δεν πλήρωσε ενοίκιο στην Αθήνα.
Δεν έβαλε βενζίνη.
Δεν πλήρωσε λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος.
Δεν μέτρησε πόσο γρήγορα εξαφανίζεται ο μισθός ενός εργαζομένου.
Δεν είναι αυτή η δουλειά της.
Επομένως, το επιχείρημα «η Moody’s είναι θετική για την ελληνική οικονομία, άρα όποιος μιλά για χαμηλούς μισθούς αρνείται την πραγματικότητα» συγκρίνει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Και τότε έρχεται η Eurostat
Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα.
Γιατί το ίδιο κείμενο επικαλείται τη Eurostat για να αποδείξει πόσο καλά πηγαίνουν τα ελληνικά εισοδήματα.
Ας πάρουμε λοιπόν τη Eurostat στα σοβαρά.
Όχι επιλεκτικά.
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης δείχνουν ότι το 2025 η Ελλάδα βρισκόταν στο:
68% του μέσου όρου της ΕΕ.
Και ποια άλλη χώρα βρισκόταν στο 68%;
Η Βουλγαρία.
Η ίδια η Eurostat γράφει ότι Ελλάδα και Βουλγαρία είχαν το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην ΕΕ σε PPS, 32% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ελληνικός μισθός είναι αριθμητικά ίσος με τον βουλγαρικό.
Δεν είναι.
Σημαίνει όμως ότι το κυβερνητικό επιχείρημα «είμαστε πάνω από τη Βουλγαρία, άρα τελείωσε η συζήτηση» είναι πολύ πιο αδύναμο απ’ όσο παρουσιάζεται.
Γιατί άλλο ο ονομαστικός μισθός και άλλο τι αγοράζει
Αυτό είναι το σημείο που εξαφανίζεται συστηματικά από τέτοιες συγκρίσεις.
Ας υποθέσουμε ότι ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα παίρνει περισσότερα ευρώ από έναν εργαζόμενο σε μια φθηνότερη ευρωπαϊκή οικονομία.
Ωραία.
Με αυτά τα ευρώ όμως πρέπει να πληρώσει ελληνικές τιμές.
Και οι τιμές διαφέρουν δραματικά από χώρα σε χώρα.
Η ίδια η Eurostat εξηγεί ότι οι ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης υπάρχουν ακριβώς για να αφαιρούν αυτή τη διαφορά επιπέδου τιμών από τις διεθνείς συγκρίσεις.
Και ξέρουμε κάτι ακόμη.
Το 2025 το συνολικό επίπεδο τιμών καταναλωτικών δαπανών στη Βουλγαρία ήταν μόλις 63% του μέσου όρου της ΕΕ.
Άρα το να συγκρίνουμε μόνο πόσα ευρώ μπαίνουν στον λογαριασμό χωρίς να εξετάζουμε πόσο κοστίζει η ζωή με αυτά τα ευρώ είναι μισή οικονομική ανάλυση.
Και μισή οικονομική ανάλυση μπορεί να οδηγήσει σε ολόκληρο πολιτικό αφήγημα.
«Μισθοί Βουλγαρίας»
Αν η φράση χρησιμοποιείται κυριολεκτικά, τότε πράγματι χρειάζεται ακρίβεια.
Οι ονομαστικές αποδοχές στην Ελλάδα δεν είναι ίδιες με της Βουλγαρίας.
Για παράδειγμα, η Eurostat κατέγραψε για το 2025 το χαμηλότερο ωριαίο κόστος εργασίας στην ΕΕ στη Βουλγαρία, στα 12 ευρώ.
Άρα δεν χρειάζεται να παραμορφώσουμε τα στοιχεία για να ασκήσουμε κριτική.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ισχυρότερο:
Πόσο μακριά βρίσκεται η Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο όταν συνυπολογίσουμε το επίπεδο τιμών και την πραγματική αγοραστική δύναμη;
Εκεί πρέπει να γίνει η σοβαρή συζήτηση.
Όχι στο αν μπορούμε να βρούμε έναν πίνακα όπου η Ελλάδα είναι 17η και να ανακηρύξουμε τη συζήτηση λήξασα.
Το ίδιο το επιχείρημα αυτοαναιρείται
Το κείμενο λέει:
«Η οικονομία τελικά είναι τα πραγματικά εισοδήματα».
Συμφωνούμε απολύτως.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για πραγματικά εισοδήματα.
Όχι μόνο ονομαστικά.
Ας βάλουμε μέσα:
τιμές,
ενοίκια,
ενέργεια,
τρόφιμα,
φόρους,
αγοραστική δύναμη.
Γιατί διαφορετικά συμβαίνει το εξής παράδοξο:
Όταν συμφέρει η σύγκριση, κοιτάμε καθαρές αποδοχές σε ευρώ.
Όταν δεν συμφέρει, αγνοούμε την αγοραστική δύναμη.
Και όταν έρχεται η Moody’s και μιλά για πιστοληπτική ικανότητα και δημοσιονομική ανθεκτικότητα, χρησιμοποιούμε ακόμη και αυτό ως απόδειξη ότι ο πολίτης βρίσκεται οικονομικά καλύτερα.
Δεν λειτουργεί έτσι.
Και υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που δεν είναι ακριβώς πανηγυρικό
Η Eurostat χρησιμοποιεί την Πραγματική Ατομική Κατανάλωση (AIC) ως έναν δείκτη που είναι καταλληλότερος από το ΑΕΠ για τη σύγκριση της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών.
Αυτός είναι ο τύπος των δεικτών που πρέπει να κοιτάζουμε όταν η συζήτηση μεταφέρεται από το κράτος στον πολίτη.
Γιατί εδώ βρίσκεται όλη η ουσία:
Άλλο η οικονομία του κράτους και άλλο η οικονομία του νοικοκυριού.
Μπορεί το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ να μειώνεται.
Μπορεί οι επενδύσεις να αυξάνονται.
Μπορεί οι οίκοι αξιολόγησης να βλέπουν θετικότερες προοπτικές.
Και την ίδια στιγμή ένα σημαντικό τμήμα των πολιτών να εξακολουθεί να πιέζεται από το κόστος ζωής.
Δεν υπάρχει οικονομική αντίφαση.
Και το «2015-2019»;
Εδώ εμφανίζεται η κλασική πολιτική απόδραση στο παρελθόν.
«Επί Τσίπρα χάναμε έδαφος».
Ακόμη και αν δεχθούμε ολόκληρο το επιχείρημα, υπάρχει ένα απλό ερώτημα:
Είμαστε στο 2026.
Η σημερινή κυβέρνηση κυβερνά από το 2019.
Επτά χρόνια.
Κάποια στιγμή η αξιολόγηση μιας κυβέρνησης πρέπει να αφορά το πού βρίσκεται η χώρα σήμερα και όχι μόνο αν βρίσκεται καλύτερα από το σημείο μιας προηγούμενης κυβέρνησης.
Και σήμερα η Eurostat εξακολουθεί να καταγράφει την Ελλάδα μαζί με τη Βουλγαρία στο χαμηλότερο επίπεδο της ΕΕ στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους PPS: 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου για το 2025.
Αυτό είναι επίσης «η πραγματικότητα».
Η Moody’s λοιπόν δεν διαψεύδει κανέναν για τους μισθούς
Εδώ βρίσκεται το βασικό λογικό σφάλμα όλης της επιχειρηματολογίας.
Η Moody’s απαντά ουσιαστικά στο ερώτημα:
«Πόσο αξιόπιστη και ανθεκτική είναι η Ελλάδα ως δανειολήπτης;»
Η συζήτηση για μισθούς και ακρίβεια απαντά στο ερώτημα:
«Πόσο καλά μπορεί να ζήσει ένα ελληνικό νοικοκυριό με το εισόδημά του;»
Δεν είναι αντίθετες απαντήσεις.
Είναι διαφορετικές ερωτήσεις.
Και ναι, η χθεσινή απόφαση της Moody’s είναι καλή είδηση.
Όπως καλή είδηση είναι κάθε βελτίωση της πιστοληπτικής θέσης της χώρας.
Αλλά η Moody’s δεν πιστοποίησε ότι λύθηκε το πρόβλημα των ελληνικών μισθών.
Δεν πιστοποίησε ότι αποκαταστάθηκε η αγοραστική δύναμη.
Δεν είπε ότι ο Έλληνας εργαζόμενος έφτασε τον Ευρωπαίο.
Αξιολόγησε το ελληνικό αξιόχρεο.
Και τελικά ας ακολουθήσουμε την ίδια την προτροπή του κειμένου
«Να μετράμε. Να συγκρίνουμε».
Συμφωνούμε.
Ας μετρήσουμε λοιπόν όλα τα στοιχεία.
Moody’s: θετικές προοπτικές.
Θετικό.
Επενδυτική βαθμίδα: Baa3.
Θετικό.
Δημόσιο χρέος: αποκλιμακώνεται.
Θετικό.
Αλλά και:
κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε αγοραστική δύναμη το 2025:
Ελλάδα 68% του μέσου όρου της ΕΕ.
Βουλγαρία:
68%.
Αυτή είναι η πλήρης εικόνα.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι να αναγνωρίζουμε τις καλές ειδήσεις.
Πρέπει να τις αναγνωρίζουμε.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν μια καλή είδηση για το ελληνικό αξιόχρεο χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι όποιος μιλά για το εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των πολιτών «αρνείται την πραγματικότητα».
Όχι.
Η πραγματικότητα απλώς έχει περισσότερους από έναν δείκτες.
Και ο λογαριασμός της Moody’s δεν είναι ο λογαριασμός του σούπερ μάρκετ.



