Η συζήτηση για τη στήριξη των νέων οικογενειών και την αντιμετώπιση του δημογραφικού αποκτά νέα διάσταση μετά την ακύρωση της απόφασης του Δήμου Ζίτσας να χορηγήσει επίδομα γέννησης. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα τοπικό διοικητικό επεισόδιο· αναδεικνύει ένα βαθύτερο ζήτημα: το όριο ανάμεσα στις πολιτικές εξαγγελίες και το αυστηρό πλαίσιο της νομιμότητας που δεσμεύει την τοπική αυτοδιοίκηση.
Η πρωτοβουλία του Δήμου και τα ποσά που προέβλεπε
Το Δημοτικό Συμβούλιο είχε εγκρίνει απόφαση για οικονομική ενίσχυση οικογενειών που απέκτησαν παιδί εντός του 2025, με κλιμακωτή χορήγηση:
500 ευρώ για το πρώτο παιδί
700 ευρώ για το δεύτερο
1.000 ευρώ για το τρίτο και κάθε επόμενο
Η ενίσχυση αφορούσε μόνιμους κατοίκους του δήμου, με εξαίρεση συγκεκριμένη δημοτική ενότητα. Στην αιτιολογία της απόφασης γινόταν εκτενής αναφορά στη δημογραφική συρρίκνωση της υπαίθρου, στις οικονομικές πιέσεις που άφησε η πανδημία, στο αυξημένο ενεργειακό κόστος και στη συνολική επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν τα νέα νοικοκυριά.
Με άλλα λόγια, η δημοτική αρχή επιχείρησε να υιοθετήσει ένα μέτρο δημογραφικής και κοινωνικής στήριξης, προσαρμοσμένο στις τοπικές συνθήκες.
Η ακύρωση και ο έλεγχος νομιμότητας
Η απόφαση όμως δεν έμεινε σε ισχύ. Με πράξη του Γραμματέα της Αποκεντρωμένη Διοίκηση Ηπείρου-Δυτικής Μακεδονίας, Δρ Ιωάννη Σάββα, ακυρώθηκε ως μη σύννομη.
Ο λόγος; Η ερμηνεία του άρθρου 202 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων). Η συγκεκριμένη διάταξη επιτρέπει τη χορήγηση χρηματικών βοηθημάτων από δήμους μόνο σε περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται «εξαιρετικές» και συνδέονται με «έκτακτη και σοβαρή ανάγκη».
Σύμφωνα με το νομικό σκεπτικό της ακυρωτικής πράξης, μια γενική επίκληση δυσμενών οικονομικών συνθηκών ή της υπογεννητικότητας δεν επαρκεί για να θεμελιώσει τέτοια ανάγκη. Το πλαίσιο απαιτεί εξατομικευμένη κρίση: πρέπει να αποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη οικογένεια αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες διαβίωσης ή περίθαλψης του νεογέννητου.
Η οριζόντια χορήγηση ποσού, αποκλειστικά με βάση τον αριθμό τέκνων, κρίθηκε ότι υπερβαίνει τα όρια της κοινωνικής πρόνοιας και εισέρχεται στη σφαίρα της δημογραφικής πολιτικής.
Κοινωνική πολιτική ή δημογραφική στρατηγική;
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η κοινωνική προστασία, όπως την αντιλαμβάνεται ο νομοθέτης στο συγκεκριμένο άρθρο, αφορά την άμεση αντιμετώπιση ατομικής ανάγκης. Αντίθετα, η ενίσχυση της τεκνογονίας ως γενικό μέτρο αποτελεί στοιχείο εθνικής δημογραφικής στρατηγικής — αρμοδιότητα που ανήκει στο κεντρικό κράτος.
Με άλλα λόγια, ένας δήμος μπορεί να συνδράμει μια οικογένεια που βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία, αλλά δεν μπορεί να σχεδιάσει και να εφαρμόσει αυτόνομα πολιτική επιδότησης γεννήσεων χωρίς ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση.
Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, ασκώντας έλεγχο νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας, έκρινε ότι το μέτρο μετατοπίζει τον σκοπό από την αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης σε μια γενικευμένη πληθυσμιακή παρέμβαση.
Το πολιτικό μήνυμα και οι κυβερνητικές εξαγγελίες
Η ακύρωση αποκτά ιδιαίτερο βάρος σε μια συγκυρία όπου, σε επίπεδο δημόσιου διαλόγου, έχει διατυπωθεί η πρόθεση να δοθεί μεγαλύτερη ευχέρεια στους δήμους να υιοθετούν μέτρα στήριξης της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων γέννησης.
Ωστόσο, μέχρι να τροποποιηθεί ρητά το θεσμικό πλαίσιο, οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις είναι υποχρεωμένες να εφαρμόζουν τον ισχύοντα νόμο. Η διοικητική πρακτική δεν μπορεί να στηριχθεί σε πολιτικές δεσμεύσεις που δεν έχουν μετατραπεί σε κανονιστικές διατάξεις.
Έτσι, η υπόθεση του Δήμου Ζίτσας λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα στη ρητορική περί ενίσχυσης της αυτοδιοίκησης και στις πραγματικές θεσμικές δυνατότητες των ΟΤΑ.
Τι ακολουθεί – Υπάρχει δυνατότητα προσφυγής;
Η ακυρωτική απόφαση δεν είναι κατ’ ανάγκη το τέλος της διαδικασίας. Παρέχεται η δυνατότητα άσκησης προσφυγής ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, εντός προθεσμίας 30 ημερών από την έκδοση ή κοινοποίησή της πράξης.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, το ουσιαστικό ζήτημα παραμένει θεσμικό: εάν επιθυμεί ο νομοθέτης να επιτρέψει στους δήμους να εφαρμόζουν πολιτικές ενίσχυσης της τεκνογονίας, απαιτείται σαφής και ρητή ρύθμιση που να επεκτείνει τις αρμοδιότητές τους.
Ένα προηγούμενο με ευρύτερες συνέπειες
Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν αφορά μόνο έναν δήμο της Ηπείρου. Δημιουργεί ένα ερμηνευτικό προηγούμενο για κάθε ΟΤΑ που εξετάζει παρόμοια μέτρα. Χωρίς εξατομικευμένη κοινωνική αξιολόγηση και χωρίς τεκμηρίωση έκτακτης ανάγκης, οι σχετικές αποφάσεις κινδυνεύουν να κριθούν μη νόμιμες.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι δήμοι θέλουν να στηρίξουν τις νέες οικογένειες. Το ερώτημα είναι αν διαθέτουν τη θεσμική εξουσία να το πράξουν. Και μέχρι να δοθεί ξεκάθαρη απάντηση μέσω νομοθετικής παρέμβασης, η νομιμότητα θα εξακολουθεί να θέτει αυστηρά όρια στις τοπικές πρωτοβουλίες.


