Φορολογικό νομοσχέδιο: Η κυβέρνηση μοιράζει φοροελαφρύνσεις, αλλά ο λογαριασμός της ακρίβειας μένει στους πολίτες
Από το επίδομα των 500 ευρώ στους δημοσίους υπαλλήλους μέχρι τις φορολογικές απαλλαγές και τους επενδυτικούς λογαριασμούς για παιδιά, η κυβέρνηση παρουσιάζει μια μεγάλη επιχείρηση ενίσχυσης των εισοδημάτων. Όμως, πίσω από τις εξαγγελίες, το νέο νομοσχέδιο αποκαλύπτει τις αντιφάσεις μιας οικονομικής πολιτικής που προσφέρει επιμέρους ανάσες, χωρίς να αντιμετωπίζει τη μόνιμη οικονομική ασφυξία των νοικοκυριών.
Ένα νομοσχέδιο με εντυπωσιακό τίτλο και ένα πολύ απλό ερώτημα
«Ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, της αποταμίευσης και των επενδύσεων».
Αυτός είναι ο τίτλος του neo-forologiko-nomosxedio-2026-skliri-kritiki-kyvernisi που έθεσε σε δημόσια διαβούλευση η κυβέρνηση.
Ένας τίτλος τόσο φιλόδοξος, ώστε θα μπορούσε να περιγράφει μια πραγματική αλλαγή οικονομικής πολιτικής.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.
Το διαθέσιμο εισόδημα δεν αυξάνεται επειδή το γράφει ο τίτλος ενός νομοσχεδίου.
Αυξάνεται όταν ο εργαζόμενος πληρώνει το ενοίκιο, το σούπερ μάρκετ, το ηλεκτρικό ρεύμα, τη θέρμανση και τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του και εξακολουθούν να του απομένουν χρήματα.
Αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που αποφεύγει να αντιμετωπίσει συνολικά η κυβερνητική πολιτική.
Το σχέδιο νόμου περιλαμβάνει 48 άρθρα, φορολογικές παρεμβάσεις, κοινωνικές ενισχύσεις, μισθολογικές ρυθμίσεις και επενδυτικά κίνητρα.
Δεν είναι όλα αρνητικά. Υπάρχουν πραγματικές ελαφρύνσεις.
Όμως η ύπαρξη θετικών επιμέρους διατάξεων δεν σημαίνει ότι έχουμε μπροστά μας μια ολοκληρωμένη απάντηση στην κρίση του κόστους ζωής.
Και κυρίως δεν δικαιολογεί τους πανηγυρισμούς για μια υποτιθέμενη μεγάλη ανακούφιση της κοινωνίας.
Μειώνουν τους φόρους, αλλά πόσα χρήματα μένουν τελικά στην τσέπη;
Το άρθρο 4 περιλαμβάνει παρεμβάσεις στη φορολογική κλίμακα και ειδικές ελαφρύνσεις για οικογένειες, νέους και κατ’ επάγγελμα αγρότες.
Προβλέπεται, μεταξύ άλλων, μηδενικός συντελεστής στα δύο πρώτα φορολογικά κλιμάκια για φορολογούμενους με τρία ή περισσότερα εξαρτώμενα παιδιά, καθώς και ειδική μεταχείριση των νέων έως 30 ετών.
Πρόκειται για ουσιαστικές φορολογικές παρεμβάσεις για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις.
Αλλά εδώ ακριβώς αρχίζει η πολιτική συζήτηση.
Τι συμβαίνει με το νοικοκυριό που έχει χαμηλό εισόδημα και ήδη πληρώνει ελάχιστο ή μηδενικό φόρο εισοδήματος;
Τι κερδίζει από μια επιπλέον φορολογική ελάφρυνση όταν δεν έχει σημαντικό φόρο να μειώσει;
Και τι συμβαίνει με τον εργαζόμενο που μπορεί να δει κάποια φορολογική ωφέλεια, αλλά συνεχίζει να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος κατοικίας και καθημερινών αναγκών;
Οι φοροελαφρύνσεις δεν είναι άχρηστες.
Είναι όμως ανεπαρκές να παρουσιάζονται ως καθολική λύση, όταν το πραγματικό βάρος της ακρίβειας δεν κατανέμεται ανάλογα με τον φόρο εισοδήματος που πληρώνει κάθε πολίτης.
Ο πιο πιεσμένος οικονομικά δεν είναι απαραίτητα εκείνος που θα ωφεληθεί περισσότερο από τη μείωση των φορολογικών συντελεστών.
Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη αντίφαση του νομοσχεδίου.
Το τεκμαρτό εισόδημα παραμένει: Η κυβέρνηση διορθώνει τις γωνίες, όχι την ουσία
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα άρθρα 8 και 9 για τους ελεύθερους επαγγελματίες.
Το νομοσχέδιο προβλέπει εξαιρέσεις, περιορισμούς προσαυξήσεων και διεύρυνση ορισμένων ευνοϊκών ρυθμίσεων.
Αλλά δεν καταργεί τον βασικό μηχανισμό του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος.
Δηλαδή διατηρείται η δυνατότητα φορολόγησης ενός επαγγελματία με βάση ένα υπολογιζόμενο ελάχιστο εισόδημα, ακόμη και όταν τα πραγματικά δηλωθέντα κέρδη του είναι χαμηλότερα.
Η κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίζει ότι το σύστημα αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή.
Αυτό είναι ένα επιχείρημα που οφείλει να αξιολογηθεί.
Όμως δεν αναιρεί το βασικό ζήτημα φορολογικής δικαιοσύνης: πόσο δίκαιο είναι να αντιμετωπίζεται η μικρή επαγγελματική δραστηριότητα μέσα από ένα γενικευμένο τεκμήριο αντί να προκύπτει ο φόρος αποκλειστικά από εξατομικευμένα πραγματικά δεδομένα;
Το ίδιο το νομοσχέδιο επιβραβεύει συγκεκριμένες προϋποθέσεις φορολογικής συμμόρφωσης με απαλλαγή από ορισμένες προσαυξήσεις.
Γιατί, λοιπόν, δεν ανοίγει ευρύτερα η συζήτηση για έναν πιο ακριβή προσδιορισμό του πραγματικού εισοδήματος;
Η κυβέρνηση διορθώνει τμήματα του μηχανισμού, αλλά διατηρεί τον πυρήνα του.
Και ύστερα παρουσιάζει τις διορθώσεις ως μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση.
Η προκαταβολή φόρου: Από το 55% στο 50% και πολλοί πανηγυρισμοί
Το άρθρο 12 μειώνει την προκαταβολή φόρου για τα φυσικά πρόσωπα με επιχειρηματική δραστηριότητα από το 55% στο 50%.
Η μείωση είναι υπαρκτή.
Ας δούμε, όμως, τι σημαίνει πρακτικά.
Για έναν επαγγελματία στον οποίο αναλογεί φόρος επιχειρηματικής δραστηριότητας 4.000 ευρώ, η προκαταβολή, πριν από τυχόν συμψηφισμούς ή ειδικούς περιορισμούς, μειώνεται από 2.200 σε 2.000 ευρώ.
<text>Το όφελος στη βεβαίωση της προκαταβολής είναι 200 ευρώ.</text>
Αυτό μπορεί να βοηθήσει τη ρευστότητα.
Δεν σημαίνει όμως ότι μειώθηκε κατά 200 ευρώ ο ίδιος ο φόρος εισοδήματος της συγκεκριμένης χρονιάς. Η προκαταβολή αφορά φόρο επόμενης περιόδου και συμψηφίζεται σύμφωνα με τις φορολογικές διατάξεις.
Η διάκριση είναι ουσιαστική.
Γιατί διαφορετικά μια περιορισμένη ελάφρυνση ρευστότητας εμφανίζεται ως πολύ μεγαλύτερη φορολογική ανάσα.
Και η κυβέρνηση εξακολουθεί να ζητά από τον επαγγελματία να προκαταβάλει το μισό του αναλογούντος φόρου.
Αυτό δεν είναι κατάργηση του προβλήματος.
Είναι μια μικρή υποχώρηση από την προηγούμενη επιβάρυνση.
Χριστουγεννιάτικο επίδομα 500 ευρώ: Θετικό μέτρο, αλλά όχι αποκατάσταση του 13ου μισθού
Το άρθρο 25 θεσπίζει ετήσιο επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ για δικαιούχους του δημόσιου τομέα.
Η καταβολή προβλέπεται για τις 16 Δεκεμβρίου κάθε έτους, με αναλογική εφαρμογή για όσους δεν έχουν συμπληρώσει ολόκληρη την περίοδο αναφοράς ή εργάζονται μερικώς.
Πρόκειται για μια πραγματική οικονομική ενίσχυση.
Αλλά ας μην επιχειρηθεί να παρουσιαστεί ως πλήρης επιστροφή του 13ου μισθού.
Δεν είναι.
Ένας εργαζόμενος με μηνιαίες αποδοχές υψηλότερες των 500 ευρώ δεν λαμβάνει έναν επιπλέον πλήρη μηνιαίο μισθό.
Επιπλέον, το επίδομα υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές, όπως ρητά προβλέπει το νομοσχέδιο.
Άρα το ποσό των 500 ευρώ δεν πρέπει να συγχέεται αυτομάτως με το καθαρό ποσό που θα καταλήξει στον τραπεζικό λογαριασμό κάθε δικαιούχου.
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει με αυτή τη ρύθμιση ότι απαιτείται πρόσθετη ενίσχυση των δημοσίων υπαλλήλων.
Γιατί, όμως, περιορίζεται σε ένα σταθερό ετήσιο ποσό και δεν προχωρά σε μια ευρύτερη, διαρκή αποκατάσταση της αγοραστικής τους δύναμης;
Αυτό είναι το πολιτικό ερώτημα.
Όχι αν τα 500 ευρώ είναι χρήσιμα.
Αλλά αν αρκούν για να απαντήσουν σε μια χρόνια απώλεια εισοδήματος.
Τα 400 ευρώ στους ευάλωτους: Η φτώχεια δεν αντιμετωπίζεται μία φορά τον χρόνο
Με το άρθρο 19, η ετήσια οικονομική ενίσχυση συγκεκριμένων ευάλωτων κοινωνικών ομάδων αυξάνεται από 300 ευρώ το 2025 σε 400 ευρώ από το 2026.
Η αύξηση είναι 100 ευρώ τον χρόνο.
Αν την κατανείμουμε σε δώδεκα μήνες, αντιστοιχεί σε περίπου 8,33 ευρώ επιπλέον τον μήνα.
Το συνολικό ετήσιο βοήθημα των 400 ευρώ αντιστοιχεί, για λόγους σύγκρισης, σε περίπου 33,33 ευρώ τον μήνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι καταβάλλεται μηνιαία. Καταβάλλεται ετησίως.
Αλλά η αναγωγή δείχνει το πραγματικό μέγεθος της ενίσχυσης σε σχέση με τις ανάγκες ενός ολόκληρου έτους.
Μπορεί μια τέτοια παροχή να ανακουφίσει έναν χαμηλοσυνταξιούχο;
Ασφαλώς.
Μπορεί όμως να αποτελέσει ολοκληρωμένη απάντηση στο κόστος τροφίμων, θέρμανσης, φαρμάκων και κατοικίας;
Προφανώς όχι.
Η κυβέρνηση επιλέγει να προσφέρει μια πρόσθετη ετήσια ενίσχυση, αντί να αντιμετωπίσει το ζήτημα αποκλειστικά μέσα από μια μόνιμη και επαρκή ενίσχυση των χαμηλών εισοδημάτων.
Έτσι, το πρόβλημα της καθημερινής οικονομικής ανασφάλειας παραμένει.
Αποταμίευση για τα παιδιά: Ποια οικογένεια έχει χρήματα να αποταμιεύσει;
Ίσως η πιο χαρακτηριστική κοινωνική αντίφαση βρίσκεται στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου.
Θεσπίζεται ο Ατομικός Επενδυτικός Λογαριασμός Ανηλίκων.
Το Δημόσιο προβλέπεται να συνεισφέρει ποσό ίσο με τις επιλέξιμες ιδιωτικές εισφορές, μέχρι 1.200 ευρώ ετησίως, με ειδικούς κανόνες και όρια.
Στην πράξη, μια οικογένεια που μπορεί να καταθέτει 100 ευρώ τον μήνα μπορεί, εφόσον πληρούνται οι όροι, να εξασφαλίζει και αντίστοιχη κρατική συνεισφορά 100 ευρώ τον μήνα.
Αυτό είναι ένα σημαντικό κίνητρο αποταμίευσης.
Αλλά εδώ βρίσκεται και η μεγάλη κοινωνική αντίφαση.
Τι γίνεται με την οικογένεια που δεν της περισσεύουν 100 ευρώ;
Τι γίνεται με εκείνη που δεν μπορεί να αποταμιεύσει ούτε 20 ευρώ τον μήνα;
Εφόσον η κρατική συνεισφορά συνδέεται με το ποσό που καταβάλλεται ιδιωτικά, οι οικογένειες με μεγαλύτερη αποταμιευτική δυνατότητα μπορούν να αξιοποιήσουν πληρέστερα το μέτρο.
Δεν πρόκειται για απαγόρευση συμμετοχής των φτωχότερων.
Πρόκειται όμως για σχεδιασμό που δημιουργεί άνιση δυνατότητα απορρόφησης της κρατικής ενίσχυσης.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα σοβαρό όταν μιλάμε για πολιτική που υποτίθεται ότι υπηρετεί τις ίσες ευκαιρίες των παιδιών.
Το κράτος υπόσχεται να διπλασιάσει την αποταμίευση των παιδιών, αλλά δεν εξασφαλίζει ότι κάθε οικογένεια έχει τη δυνατότητα να ξεκινήσει να αποταμιεύει.
Επιπλέον, ο λογαριασμός συνδέεται με επενδυτικά προϊόντα. Το σχέδιο προβλέπει κανόνες προστασίας, διαθέσιμα εγγυημένα προϊόντα και περιορισμούς κινδύνου, αλλά η επιλογή εγγυημένου προϊόντος δεν είναι υποχρεωτική.
Συνεπώς, δεν πρέπει να παρουσιάζεται κάθε επενδυτική επιλογή ως άνευ κινδύνου.
Και τα χρήματα, κατά κανόνα, δεν μπορούν να αναληφθούν πριν από την ενηλικίωση του παιδιού.
Πρόκειται για εργαλείο μακροχρόνιας αποταμίευσης, όχι για βοήθεια στις σημερινές ανάγκες μιας οικογένειας.
Στεγαστική κρίση: Φορολογικά κίνητρα χωρίς εγγύηση φθηνότερης κατοικίας
Στα άρθρα 13 έως 18 περιλαμβάνονται φορολογικές παρεμβάσεις που αφορούν την ακίνητη περιουσία.
Μεταξύ άλλων, παρατείνεται η αναστολή του φόρου υπεραξίας στις μεταβιβάσεις ακινήτων και η αναστολή ΦΠΑ στις προβλεπόμενες περιπτώσεις νεόδμητων ακινήτων έως το τέλος του 2027.
Παράλληλα, προβλέπεται αυξημένος φόρος μεταβίβασης 15% για αγορές κατοικιών από φυσικά πρόσωπα που είναι φορολογικοί κάτοικοι χωρών εκτός ΕΕ και ΕΟΧ.
Οι παρεμβάσεις αυτές μπορεί να επηρεάσουν την αγορά.
Αλλά δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους χαμηλότερα ενοίκια.
Ούτε διασφαλίζουν ότι ένας νέος εργαζόμενος θα μπορεί να αποκτήσει πρώτη κατοικία.
Το πρόβλημα της στέγης δεν λύνεται μόνο με φορολογικές ρυθμίσεις στις συναλλαγές.
Απαιτεί επαρκή προσφορά προσιτών κατοικιών, αποτελεσματική στεγαστική πολιτική και παρεμβάσεις εκεί όπου η πίεση είναι μεγαλύτερη.
Στην Κεφαλονιά, για παράδειγμα, η στεγαστική δυσκολία συνδέεται και με την εποχικότητα της οικονομίας, τις τουριστικές χρήσεις και τις περιορισμένες επιλογές μακροχρόνιας μίσθωσης.
Το ερώτημα για έναν εργαζόμενο στο Αργοστόλι δεν είναι μόνο τι φόρο θα πληρώσει κάποιος όταν μεταβιβάσει ένα ακίνητο.
Είναι αν ο ίδιος θα μπορέσει να βρει κατοικία με ενοίκιο που να αντέχει ο μισθός του.
Οι θετικές ρυθμίσεις δεν ακυρώνουν τη μεγάλη πολιτική αντίφαση
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει και άλλες θετικές παρεμβάσεις.
Αυξάνει το επίδομα γέννησης για το τέταρτο και τα επόμενα παιδιά.
Προβλέπει ετήσια αναπροσαρμογή συγκεκριμένων αναπηρικών επιδομάτων.
Μειώνει από τον Απρίλιο του 2027 τις εισφορές των εργαζομένων υπέρ ανεργίας κατά μισή ποσοστιαία μονάδα.
Επεκτείνει απαλλαγές ΕΝΦΙΑ για κύριες κατοικίες σε μικρούς οικισμούς.
Αυτές οι ρυθμίσεις έχουν πραγματικό περιεχόμενο και δεν πρέπει να μηδενιστούν.
Το ερώτημα όμως είναι διαφορετικό.
Συγκροτούν όλες μαζί μια οικονομική πολιτική που αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της πίεσης στα νοικοκυριά;
Ή αποτελούν ένα σύνολο επιμέρους παρεμβάσεων που βελτιώνουν συγκεκριμένες πλευρές του συστήματος, αφήνοντας ανέγγιχτο το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής οικονομικής δυσκολίας;
Η δεύτερη ανάγνωση είναι εκείνη που αναδεικνύει τα σοβαρότερα όρια του σχεδίου νόμου.
Η κυβέρνηση μετρά τις ελαφρύνσεις, οι πολίτες μετρούν τι τους απομένει
Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει η κυβέρνηση την οικονομική πολιτική της και στον τρόπο με τον οποίο τη βιώνει ο πολίτης.
Η κυβέρνηση μετρά φορολογικούς συντελεστές.
Ο πολίτης μετρά το υπόλοιπο του λογαριασμού του.
Η κυβέρνηση ανακοινώνει επιδόματα.
Ο πολίτης υπολογίζει πόσες ημέρες θα καλύψουν.
Η κυβέρνηση θεσπίζει κίνητρα αποταμίευσης.
Ο πολίτης αναρωτιέται αν μπορεί να αποταμιεύσει έστω και ένα ευρώ.
Η κυβέρνηση μειώνει την προκαταβολή φόρου κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες.
Ο μικρός επαγγελματίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τεκμαρτό εισόδημα και υποχρέωση σημαντικής προκαταβολής.
Αυτή είναι η πραγματική σύγκρουση πίσω από το νομοσχέδιο.
Όχι ανάμεσα σε όσους θέλουν και όσους δεν θέλουν φοροελαφρύνσεις.
Αλλά ανάμεσα σε μια πολιτική που παρουσιάζει τις επιμέρους διορθώσεις ως συνολική επιτυχία και στην ανάγκη μιας βαθύτερης αλλαγής του οικονομικού μοντέλου.
Το συμπέρασμα: Δεν αρκεί να δίνεις λίγα πίσω όταν η καθημερινότητα παραμένει ακριβή
Η κυβέρνηση μπορεί δικαιολογημένα να επισημαίνει ότι αρκετές διατάξεις του νομοσχεδίου μειώνουν επιβαρύνσεις ή αυξάνουν παροχές.
Δεν μπορεί όμως να θεωρεί ότι αυτό αρκεί για να αποδείξει πως αποκαταστάθηκε η οικονομική ασφάλεια των πολιτών.
Η φορολογική ελάφρυνση δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αξιοπρεπή διαβίωση.
Το ετήσιο επίδομα δεν υποκαθιστά μια σταθερή αύξηση πραγματικού εισοδήματος.
Η κρατική επιδότηση της αποταμίευσης δεν εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες όταν εξαρτάται από το πόσα μπορεί ήδη να διαθέσει κάθε οικογένεια.
Και οι διορθώσεις στη φορολογία των επαγγελματιών δεν καταργούν τις αδικίες που μπορεί να δημιουργεί ο τεκμαρτός προσδιορισμός εισοδήματος.
Το πρόβλημα με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο δεν είναι ότι δεν δίνει τίποτα. Είναι ότι η κυβέρνηση θέλει να παρουσιάσει όσα δίνει ως απάντηση σε πολύ περισσότερα από όσα πραγματικά αντιμετωπίζει.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο φορολογικά κίνητρα, έκτακτες ή ετήσιες ενισχύσεις και αποσπασματικές διορθώσεις.
Χρειάζεται μια οικονομική πολιτική που θα επιτρέπει στον εργαζόμενο να ζει από τον μισθό του, στον επαγγελματία να φορολογείται δίκαια, στον συνταξιούχο να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες και στη νέα οικογένεια να σχεδιάζει το μέλλον της χωρίς διαρκή οικονομική ανασφάλεια.
Μέχρι τότε, οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί θα προσκρούουν στην ίδια αμείλικτη πραγματικότητα:
Το διαθέσιμο εισόδημα δεν μετριέται στις ανακοινώσεις του υπουργείου. Μετριέται σε όσα απομένουν στην τσέπη μετά την πληρωμή των λογαριασμών.



