Στο επίκεντρο η πρόβλεψη για τους δασικούς χάρτες – Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά απόσυρση και απαντήσεις για το εάν επηρεάζονται εκκρεμείς έλεγχοι και ανακτήσεις χρημάτων
Νέο μέτωπο ανοίγει γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αυτή τη φορά με επίκεντρο το άρθρο 74 νομοσχεδίου του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, το οποίο αφορά την εκκαθάριση των Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης των ετών 2018 έως και 2022.
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον επειδή, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, η συγκεκριμένη διάταξη δεν περιλαμβανόταν στο σχέδιο που τέθηκε αρχικά σε δημόσια διαβούλευση, αλλά προστέθηκε στη συνέχεια στο νομοσχέδιο που οδηγήθηκε στη Βουλή.
Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που κάνει την υπόθεση εξαιρετικά ευαίσθητη:
Η περίοδος την οποία αφορά η διάταξη συμπίπτει εν μέρει με χρόνια για τα οποία έχουν ήδη διερευνηθεί υποθέσεις παράνομης είσπραξης ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων.
Τι προβλέπει το επίμαχο άρθρο 74
Η διάταξη αφορά την εκκαθάριση των Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης για τα έτη 2018–2022 και εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, για σκοπούς χορήγησης, πληρωμής, εκκαθάρισης, ελέγχου ή ανάκτησης ενισχύσεων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Για να θεωρηθεί επιλέξιμο ένα αγροτεμάχιο πρέπει σωρευτικά να είχε δηλωθεί στην ΕΑΕ του αντίστοιχου έτους, να ήταν καλλιεργούμενο, σε αγρανάπαυση ή σε άλλη επιλέξιμη γεωργική δραστηριότητα και να πληρούσε το ενωσιακό και εθνικό πλαίσιο επιλεξιμότητας που ίσχυε τότε.
Το σημείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη συζήτηση βρίσκεται στην επόμενη πρόβλεψη:
Για τη διαπίστωση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων δεν θα λαμβάνονται υπόψη δεδομένα δασικών χαρτών, ανεξάρτητα από το πότε αυτοί κυρώθηκαν ή αναμορφώθηκαν.
Γιατί μπήκε αυτή η εξαίρεση;
Εδώ βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης.
Η αιτιολόγηση που συνοδεύει τη ρύθμιση είναι ότι κατά τα έτη 2018–2022 οι αιτήσεις και οι πληρωμές πραγματοποιούνταν μέσα σε συγκεκριμένο τότε νομικό και διοικητικό πλαίσιο και ότι η εκ των υστέρων χρησιμοποίηση νεότερων δεδομένων των δασικών χαρτών θα δημιουργούσε ζήτημα ασφάλειας δικαίου και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Με αυτή την ανάγνωση, η ρύθμιση δεν καθιστά αυτομάτως επιλέξιμη οποιαδήποτε έκταση. Εξακολουθούν να απαιτούνται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις επιλεξιμότητας.
Ακριβώς εδώ όμως παρεμβαίνει η αντιπολίτευση και θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα:
Ποιες συγκεκριμένες υποθέσεις επηρεάζονται στην πράξη από την αναδρομική αυτή ρύθμιση;
Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά εξηγήσεις
Ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζει τη διάταξη «νυχτερινή» και ζητά την απόσυρσή της, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να διευκρινιστεί γιατί ένα τόσο κρίσιμο άρθρο προστέθηκε μετά τη δημόσια διαβούλευση.
Κυρίως ζητά απαντήσεις για το ποιες εκκρεμείς υποθέσεις ελέγχου και ανάκτησης ενισχύσεων μπορεί να επηρεάζονται και εάν για τη συγκεκριμένη αλλαγή έχει ενημερωθεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Αυτό είναι και το ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο από την ανάγνωση του άρθρου.
Γιατί άλλο πράγμα είναι τι προβλέπει γενικά ένας νόμος και άλλο ποιους συγκεκριμένους διοικητικούς ελέγχους, καταλογισμούς ή ανακτήσεις χρημάτων μπορεί να επηρεάσει η εφαρμογή του.
Η χρονική συγκυρία και οι 57 καταδίκες
Η αντιπαράθεση γίνεται ακόμη εντονότερη λόγω των υποθέσεων που έχει ήδη χειριστεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Τον Ιούλιο η EPPO ανακοίνωσε την καταδίκη 57 προσώπων για απάτη σε βάρος ευρωπαϊκών αγροτικών ενισχύσεων του Εθνικού Αποθέματος.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση που μεταδόθηκε από την ΕΡΤ, οι καταδικασθέντες είχαν δηλώσει κατά την περίοδο 2019–2022 ότι πληρούσαν τις προϋποθέσεις για δικαιώματα ενίσχυσης.
Η έρευνα κατέληξε ότι στις επίμαχες εκτάσεις δεν είχε ασκηθεί γεωργική δραστηριότητα, ενώ το ποσό των ενισχύσεων που εισπράχθηκε αχρεωστήτως έφθασε έως τα 1.736.989,23 ευρώ.
Αυτό όμως χρειάζεται μία κρίσιμη διάκριση:
Δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα στοιχεία ότι το άρθρο 74 ακυρώνει αυτές τις καταδίκες ή νομιμοποιεί τις συγκεκριμένες ψευδείς δηλώσεις.
Αντίθετα, η ίδια η διάταξη απαιτεί να υπήρχε πραγματική επιλέξιμη γεωργική δραστηριότητα και να πληρούνταν οι υπόλοιποι όροι επιλεξιμότητας.
Επομένως το σοβαρό ερώτημα βρίσκεται αλλού: εάν και σε ποιες άλλες εκκρεμείς διοικητικές διαδικασίες ελέγχου ή ανάκτησης χρημάτων μπορεί να έχει συνέπειες η εξαίρεση των δεδομένων των δασικών χαρτών.
Το πολιτικό ζήτημα που δεν μπορεί να προσπεραστεί
Και εδώ η κυβέρνηση έχει πράγματι να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις.
Γιατί προστέθηκε το άρθρο μετά τη δημόσια διαβούλευση;
Πόσες υποθέσεις αφορά;
Ποια ποσά βρίσκονται σε διαδικασία ανάκτησης για τα έτη 2018–2022 και πόσα από αυτά επηρεάζονται από ζητήματα που συνδέονται με δασικούς χάρτες;
Υπάρχουν ήδη καταλογισμοί που με τη νέα διάταξη θα πρέπει να επανεξεταστούν;
Υπήρξε συνεννόηση με τις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές;
Και κυρίως: μπορεί η κυβέρνηση να εγγυηθεί ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν θα λειτουργήσει ως οδός αποφυγής επιστροφής χρημάτων σε περιπτώσεις όπου αυτά καταβλήθηκαν αχρεωστήτως;
Αυτές είναι ερωτήσεις που μπορούν να απαντηθούν με στοιχεία.
Δεν αρκεί ούτε το «σκάνδαλο» ούτε το «τεχνική διόρθωση»
Σε μια υπόθεση τόσο φορτισμένη όσο αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ χρειάζεται προσοχή και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι η διάταξη αποτελεί «νομιμοποίηση παράνομων επιδοτήσεων», όπως υποστηρίζεται πολιτικά και σε δημοσιεύματα, χωρίς να γνωρίζουμε ποιες συγκεκριμένες υποθέσεις επηρεάζονται.
Αλλά ούτε αρκεί να παρουσιαστεί ως μία απλή τεχνική διευθέτηση.
Γιατί το άρθρο αφορά ρητά όχι μόνο την πληρωμή και την εκκαθάριση, αλλά και τον έλεγχο και την ανάκτηση ενισχύσεων των ετών 2018–2022.
Και αυτό συμβαίνει ενώ οι υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ βρίσκονται στο επίκεντρο δικαστικών και ευρωπαϊκών ερευνών.
Γι’ αυτό και το βασικό ερώτημα πλέον είναι πολύ συγκεκριμένο:
Ποιοι ακριβώς επηρεάζονται από το άρθρο 74 και πόσα χρήματα αφορά;
Μέχρι να δοθεί συγκεκριμένη απάντηση με αριθμούς και εκκρεμείς υποθέσεις, η διάταξη θα εξακολουθεί αναπόφευκτα να προκαλεί πολιτικά και θεσμικά ερωτήματα.



