Χαμόγελα στο υπουργείο Ανάπτυξης επειδή ο πληθωρισμός στα τρόφιμα πέρασε οριακά σε αρνητικό έδαφος. Μόνο που το -0,2% δεν σημαίνει ότι οι τιμές επέστρεψαν εκεί όπου βρίσκονταν πριν από την πολυετή ακρίβεια. Και κυρίως, η Eurostat δεν λέει πουθενά ότι η εξέλιξη αυτή οφείλεται στους 1.740 κωδικούς της κυβερνητικής πρωτοβουλίας.
Τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat για τον Σεπτέμβριο έδωσαν στην κυβέρνηση έναν αριθμό που ασφαλώς δικαιούται να χαρακτηρίσει θετικό:
-0,2% στα τρόφιμα στην Ελλάδα.
Είναι μια καλή ένδειξη.
Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι να δημιουργείται η εντύπωση ότι νικήθηκε η ακρίβεια υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Και ακόμη μεγαλύτερη απόσταση υπάρχει μέχρι να αποδειχθεί ότι το συγκεκριμένο αποτέλεσμα προκλήθηκε από την κυβερνητική «Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών» στους 1.740 κωδικούς προϊόντων.
Γιατί άλλο τι δείχνουν τα στοιχεία και άλλο η πολιτική ερμηνεία που επιχειρεί να δοθεί στα στοιχεία.
Τι σημαίνει πραγματικά το -0,2%
Ας ξεκινήσουμε από το βασικότερο.
Τι ακριβώς σημαίνει ότι έχουμε πληθωρισμό τροφίμων -0,2%;
Η ίδια η Eurostat εξηγεί ότι ο ετήσιος πληθωρισμός μετρά τη μεταβολή του επιπέδου των τιμών μεταξύ του τρέχοντος μήνα και του ίδιου μήνα του προηγούμενου έτους.
Επομένως το -0,2% σημαίνει, πολύ απλά, ότι ο σχετικός δείκτης τιμών βρίσκεται οριακά χαμηλότερα από εκεί που βρισκόταν πριν από έναν χρόνο.
Δεν σημαίνει ότι ακυρώθηκαν οι προηγούμενες ανατιμήσεις.
Δεν σημαίνει ότι οι τιμές γύρισαν στο 2021.
Δεν σημαίνει ότι το καλάθι του νοικοκυριού επέστρεψε εκεί όπου βρισκόταν πριν ξεκινήσει η μεγάλη πληθωριστική κρίση.
Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι ξαφνικά τα τρόφιμα έγιναν φθηνά.
Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να ξεκαθαριστεί.
Γιατί όταν μια τιμή έχει προηγουμένως αυξηθεί σημαντικά και στη συνέχεια μειωθεί κατά 0,2%, ο καταναλωτής εξακολουθεί να πληρώνει πάνω στη νέα, υψηλότερη βάση.
Ένα απλό παράδειγμα που εξηγεί τα πάντα
Ας υποθέσουμε ότι ένα καλάθι προϊόντων κόστιζε κάποτε 100 ευρώ.
Ύστερα από διαδοχικές αυξήσεις φτάνει στα 120 ευρώ.
Εάν στη συνέχεια μειωθεί κατά 0,2%, θα κοστίζει περίπου 119,76 ευρώ.
Στατιστικά έχουμε πτώση τιμών.
Ο καταναλωτής όμως εξακολουθεί να πληρώνει σχεδόν 20 ευρώ περισσότερα σε σχέση με την αρχική κατάσταση.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που χάνεται όταν παρουσιάζεται ένας αρνητικός ετήσιος πληθωρισμός περίπου ως απόδειξη ότι αντιμετωπίστηκε η ακρίβεια.
Άλλο αποκλιμάκωση του ρυθμού μεταβολής των τιμών και άλλο ανατροπή της σωρευτικής αύξησης του επιπέδου των τιμών.
Και αυτή δεν είναι πολιτική άποψη.
Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο πληθωρισμός.
Η Eurostat δεν είπε ότι πέτυχαν οι 1.740 κωδικοί
Υπάρχει όμως και δεύτερο ζήτημα.
Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι κύκλοι του υπουργείου Ανάπτυξης συνδέουν την εξέλιξη με την Εθνική Πρωτοβουλία Μείωσης Τιμών, η οποία αφορά 1.740 κωδικούς.
Προσέξτε τη διατύπωση:
«Κύκλοι του υπουργείου συνδέουν».
Δεν το λέει η Eurostat.
Η Eurostat καταγράφει τι συνέβη στις τιμές.
Δεν πιστοποιεί ποια κυβερνητική πολιτική προκάλεσε τη μεταβολή.
Για να υποστηριχθεί επιστημονικά ότι το -0,2% αποτελεί αποτέλεσμα των 1.740 κωδικών, χρειάζεται πολύ περισσότερη δουλειά.
Θα έπρεπε, για παράδειγμα, να γνωρίζουμε ποια ήταν η μεταβολή των συγκεκριμένων προϊόντων, ποια ήταν η βαρύτητά τους στον συνολικό δείκτη, τι συνέβη στα υπόλοιπα τρόφιμα, ποια ήταν η επίδραση των διεθνών τιμών πρώτων υλών, της εποχικότητας και του κόστους παραγωγής.
Διαφορετικά έχουμε συσχέτιση.
Όχι απόδειξη αιτιότητας.
Και μάλιστα μιλάμε ακόμη για προσωρινή εκτίμηση
Υπάρχει και μία ακόμη λεπτομέρεια.
Τα στοιχεία της 2ας Οκτωβρίου αποτελούν flash estimate, δηλαδή προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat.
Η πλήρης δημοσίευση των στοιχείων για τον Σεπτέμβριο είναι προγραμματισμένη για τις 16 Οκτωβρίου 2026.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το -0,2% είναι λάθος.
Σημαίνει όμως ότι θα ήταν φρόνιμο να περιμένουμε τα αναλυτικά δεδομένα προτού αρχίσουμε να απονέμουμε πολιτικά εύσημα και να κατασκευάζουμε ολόκληρες θεωρίες επιτυχίας.
Την ίδια ώρα ο συνολικός πληθωρισμός της Ευρωζώνης ανεβαίνει
Υπάρχει μάλιστα μια πολύ ενδιαφέρουσα αντίφαση στη συνολική εικόνα.
Η Eurostat εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Σεπτέμβριο ανέβηκε στο 3,8%, από 3,2% τον Αύγουστο.
Η ενέργεια εμφανίζει ετήσια αύξηση 18,8%, από 14,3% τον προηγούμενο μήνα.
Στα τρόφιμα, αλκοόλ και καπνό η αντίστοιχη μεταβολή για την Ευρωζώνη υπολογίζεται στο 1,4%.
Άρα το διεθνές περιβάλλον παραμένει δύσκολο.
Και αυτό έχει τεράστια σημασία για την Ελλάδα.
Γιατί ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν αποτελείται μόνο από το ράφι του σούπερ μάρκετ.
Έχει ενέργεια.
Έχει καύσιμα.
Έχει στέγη.
Έχει μετακινήσεις.
Έχει υπηρεσίες.
Το γεγονός λοιπόν ότι ένας επιμέρους δείκτης εμφανίζει -0,2% είναι θετικό, αλλά δεν αποτελεί πιστοποιητικό ότι λύθηκε το πρόβλημα του κόστους ζωής.
Το πραγματικό ερώτημα βρίσκεται στο ταμείο
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ των στατιστικών και της καθημερινότητας.
Ο καταναλωτής δεν πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ με τον δείκτη HICP στο χέρι.
Πηγαίνει με τον μισθό του.
Και στο τέλος δεν τον ενδιαφέρει εάν ο ρυθμός αύξησης μιας κατηγορίας μηδενίστηκε ή έγινε -0,2%.
Τον ενδιαφέρει πόσο κόστιζε το καλάθι του πριν από μερικά χρόνια και πόσο κοστίζει σήμερα.
Τον ενδιαφέρει πόσα προϊόντα αγοράζει με 50 ευρώ.
Τον ενδιαφέρει τι του μένει αφού πληρώσει ενοίκιο, ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα και σούπερ μάρκετ.
Αυτό είναι τελικά το πραγματικό μέτρο της ακρίβειας.
Ας κρατήσουμε λοιπόν το θετικό – χωρίς τους πανηγυρισμούς
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μη θεωρήσουμε θετική εξέλιξη την εμφάνιση αρνητικού ετήσιου πληθωρισμού στα τρόφιμα.
Μακάρι να συνεχιστεί.
Μακάρι το -0,2% να γίνει μεγαλύτερη και διαρκέστερη αποκλιμάκωση.
Μακάρι οι τιμές να αρχίσουν πραγματικά να υποχωρούν σε περισσότερες κατηγορίες προϊόντων.
Αλλά αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί στη διάρκεια και στο επίπεδο των τιμών, όχι σε έναν μόνο ετήσιο ρυθμό μεταβολής.
Και κυρίως, η κυβέρνηση δεν μπορεί να ζητά να της πιστωθεί αυτομάτως κάθε θετική μεταβολή ενός οικονομικού δείκτη χωρίς να τεκμηριώνει την αιτιώδη σχέση με τις δικές της παρεμβάσεις.
Αν οι 1.740 κωδικοί έφεραν το -0,2%, ας παρουσιαστούν τα αναλυτικά στοιχεία.
Πόσο μειώθηκαν οι συγκεκριμένοι κωδικοί;
Πόσο συμμετείχαν στη διαμόρφωση του συνολικού δείκτη;
Τι συνέβη στα υπόλοιπα προϊόντα;
Πόσο από την πτώση προήλθε από κυβερνητική παρέμβαση και πόσο από την αγορά, την εποχικότητα ή άλλους παράγοντες;
Τότε θα μπορούμε να μιλήσουμε με δεδομένα.
Η ακρίβεια δεν εξαφανίζεται με ένα -0,2%
Η ουσία επομένως είναι απλή.
Ναι, το -0,2% είναι καλό νέο.
Αλλά δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η ακρίβεια.
Δεν σημαίνει ότι αντιστράφηκαν οι σωρευτικές ανατιμήσεις των προηγούμενων ετών.
Δεν σημαίνει ότι το πραγματικό κόστος διαβίωσης επέστρεψε σε φυσιολογικά επίπεδα.
Και κυρίως δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η κυβερνητική πρωτοβουλία των 1.740 κωδικών είναι εκείνη που προκάλεσε το αποτέλεσμα.
Υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος για να κριθεί πραγματικά η επιτυχία:
να συνεχίσουν να υποχωρούν οι τιμές και να το αισθανθεί ο πολίτης στην τσέπη του.
Γιατί τελικά η μάχη της ακρίβειας δεν κερδίζεται στα δελτία Τύπου ούτε στους πανηγυρισμούς για ένα δεκαδικό ψηφίο.
Κερδίζεται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Και εκεί είναι πολύ νωρίς ακόμη για πανηγυρισμούς.



