Μια σύγκριση που ευνοεί σαφώς την κυβερνητική αφήγηση επέλεξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, παρουσιάζοντας ως σημείο αναφοράς για τη φετινή τιμή του πετρελαίου θέρμανσης τα επίπεδα του περασμένου Απριλίου. Για τα νοικοκυριά, όμως, η πραγματική σύγκριση είναι πολύ απλούστερη: πόσο κόστιζε να γεμίσουν τη δεξαμενή τους τον Οκτώβριο του 2025 και πόσο θα χρειαστούν τον Οκτώβριο του 2026.
Και αυτή η σύγκριση βγάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
Ο πρωθυπουργός προανήγγειλε παρέμβαση της κυβέρνησης και των διυλιστηρίων, ώστε το πετρέλαιο θέρμανσης να ξεκινήσει στις 15 Οκτωβρίου σε τιμή χαμηλότερη από τα 1,75 ευρώ ανά λίτρο, αντί να πλησιάσει, όπως υποστήριξε, τα 2 ευρώ χωρίς παρέμβαση.
Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται στο σημείο αναφοράς που επέλεξε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέκρινε τον στόχο των 1,75 ευρώ με την τιμή στην οποία βρισκόταν το πετρέλαιο θέρμανσης τον περασμένο Απρίλιο.
Ο πολίτης όμως δεν αγοράζει έτσι
Για ένα νοικοκυριό που γεμίζει τη δεξαμενή του στην έναρξη της χειμερινής περιόδου, η ουσιαστική σύγκριση δεν είναι Απρίλιος 2026 – Οκτώβριος 2026.
Είναι Οκτώβριος 2025 – Οκτώβριος 2026.
Δηλαδή πόσα χρήματα έβγαλε από την τσέπη του πέρυσι όταν ξεκινούσε η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης και πόσα θα κληθεί να βγάλει φέτος για την ίδια ακριβώς ποσότητα.
Και εδώ οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί.
Στις 15 Οκτωβρίου 2025, όταν ξεκίνησε η περσινή διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης, η μέση τιμή καταγραφόταν περίπου στα 1,128 ευρώ το λίτρο. Η ΕΡΤ καταγράφει επίσης τη μέση πανελλαδική τιμή του Οκτωβρίου 2025 περίπου στα 1,13 ευρώ το λίτρο.
Εάν λοιπόν η φετινή τιμή διαμορφωθεί στα 1,75 ευρώ, τότε μια οικογένεια που αγοράζει 1.000 λίτρα έχει μπροστά της την εξής σύγκριση:
- Οκτώβριος 2025: περίπου 1.130 ευρώ
- Οκτώβριος 2026 στα 1,75 ευρώ: 1.750 ευρώ
- Διαφορά: περίπου 620 ευρώ
- Ποσοστιαία αύξηση: περίπου 55%
Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο σύγκρισης για την τσέπη του καταναλωτή.
Και ακόμη και αν η τελική τιμή πέσει λίγο χαμηλότερα από το 1,75 ευρώ, όπως έχει προαναγγείλει η κυβέρνηση, η απόσταση από τα περίπου 1,13 ευρώ της περσινής εκκίνησης παραμένει πολύ μεγάλη.
Γιατί η σύγκριση με τον Απρίλιο αλλάζει την εικόνα
Εδώ βρίσκεται και το επικοινωνιακό ζήτημα.
Εάν συγκρίνεις τα 1,75 ευρώ με μια ήδη πολύ υψηλή τιμή του Απριλίου, η κυβερνητική παρέμβαση εμφανίζεται ως προσπάθεια επιστροφής σε ένα προηγούμενο επίπεδο τιμών.
Εάν όμως συγκρίνεις την αρχή της περσινής περιόδου θέρμανσης με την αρχή της φετινής, τότε φαίνεται το ποσό που πραγματικά θα χρειαστεί να πληρώσει επιπλέον το νοικοκυριό για το ίδιο γέμισμα.
Δεν σημαίνει ότι η σύγκριση με τον Απρίλιο είναι μαθηματικά λανθασμένη. Είναι όμως διαφορετική σύγκριση και απαντά σε διαφορετικό ερώτημα.
Το ερώτημα του καταναλωτή είναι πολύ συγκεκριμένο:
«Πόσα έδωσα πέρυσι για 1.000 λίτρα και πόσα θα δώσω φέτος;»
Και σε αυτό η απάντηση, με στόχο τιμής τα 1,75 ευρώ, είναι περίπου 620 ευρώ περισσότερα.
Και τι ακριβώς συμβαίνει με την «ειδική άδεια» της Ευρώπης;
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο σημείο των δηλώσεων του πρωθυπουργού που χρειάζεται προσεκτική ανάγνωση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ότι εάν υπήρχε «ειδική άδεια από την Ευρώπη» ώστε μια προσωρινή μείωση του ΕΦΚ να μη μετρήσει στις οροφές δαπανών, τότε η κυβέρνηση θα προχωρούσε σε αυτήν.
Ταυτόχρονα ξεκαθάρισε ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν μειώνει σήμερα τον ΕΦΚ είναι ότι, κατά την κυβέρνηση, δεν υπάρχει ο απαιτούμενος δημοσιονομικός χώρος.
Αυτή είναι μια κρίσιμη διάκριση.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία πράγματι προβλέπει ελάχιστα επίπεδα φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων. Για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που χρησιμοποιείται ως καύσιμο θέρμανσης, η Οδηγία 2003/96/ΕΚ προβλέπει ελάχιστο επίπεδο 21 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, δηλαδή 2,1 λεπτά ανά λίτρο.
Άρα το ζήτημα που έθεσε ο πρωθυπουργός δεν πρέπει να συγχέεται με το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει γενικώς στην Ελλάδα να έχει χαμηλότερο ΕΦΚ.
Από την ίδια τη διατύπωσή του προκύπτει ότι αυτό που ζητά είναι ουσιαστικά ευρωπαϊκή δημοσιονομική ευελιξία, ώστε το κόστος μιας προσωρινής μείωσης να μην επιβαρύνει τις προβλεπόμενες οροφές δαπανών.
Επομένως, η πολιτική συζήτηση είναι διαφορετική:
όχι εάν υπάρχει τεχνικά δυνατότητα μείωσης του φόρου, αλλά εάν η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη και δημοσιονομικά σε θέση να χρηματοδοτήσει μια τέτοια μείωση.
Η μεγάλη διαφορά είναι στην τσέπη
Η κυβέρνηση προαναγγέλλει επίσης αύξηση του επιδόματος θέρμανσης και παρέμβαση στην αντλία, ενώ ο πρωθυπουργός έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη συγκράτηση της τιμής κάτω από τα 1,75 ευρώ.
Όμως το επίδομα και η παρέμβαση πρέπει τελικά να μετρηθούν απέναντι στο πραγματικό κόστος.
Γιατί ο καταναλωτής δεν πληρώνει ποσοστά ούτε συγκρίνει επιλεγμένους μήνες.
Πληρώνει ευρώ.
Και εάν μια δεξαμενή 1.000 λίτρων κόστιζε στην αρχή της περσινής περιόδου περίπου 1.130 ευρώ και φέτος φτάσει κοντά στα 1.750 ευρώ, τότε η διαφορά των περίπου 620 ευρώ είναι αυτή που θα δει στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Γι’ αυτό και η πιο καθαρή σύγκριση για να κριθεί το πραγματικό βάρος του φετινού χειμώνα είναι μία:
Οκτώβριος με Οκτώβριο.
Και με αυτό το μέτρο σύγκρισης, ακόμη και η τιμή των 1,75 ευρώ που παρουσιάζεται σήμερα ως στόχος συγκράτησης παραμένει δραματικά υψηλότερη από την αφετηρία της περσινής περιόδου θέρμανσης.



