Ψηφιακή κάρτα εργασίας: Έρχεται σε κομμωτήρια, καθαριστήρια και νέους κλάδους – Τι αλλάζει για εργαζόμενους και επιχειρήσεις
Νέα επέκταση της ψηφιακής κάρτας εργασίας ανακοίνωσε η υφυπουργός Εργασίας Άννα Ευθυμίου, με περισσότερους επαγγελματικούς κλάδους να εντάσσονται στο σύστημα καταγραφής του πραγματικού χρόνου απασχόλησης. Η εφαρμογή προχωρά σε δύο στάδια, με το δεύτερο να προγραμματίζεται για τις αρχές Νοεμβρίου, ενώ εντείνονται οι έλεγχοι για αδήλωτες υπερωρίες και παραβιάσεις του ωραρίου.
Ποιοι επαγγελματικοί κλάδοι μπαίνουν στην ψηφιακή κάρτα
Σε νέα φάση διεύρυνσης εισέρχεται η ψηφιακή κάρτα εργασίας, με το υπουργείο Εργασίας να προχωρά στη σταδιακή ένταξη περισσότερων επιχειρήσεων και εργαζομένων στο σύστημα ηλεκτρονικής καταγραφής του ωραρίου.
Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Άννα Ευθυμίου, περίπου 2,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα καλύπτονται ήδη από τον συγκεκριμένο μηχανισμό.
Η νέα επέκταση πραγματοποιείται σε δύο στάδια. Το πρώτο ολοκληρώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, ενώ το δεύτερο έχει προγραμματιστεί για τις αρχές Νοεμβρίου.
Στους επαγγελματικούς κλάδους που περιλαμβάνονται στη διεύρυνση συγκαταλέγονται:
- Κομμωτήρια και επιχειρήσεις κομμωτικών υπηρεσιών.
- Υπηρεσίες καθαρισμού και καθαριστήρια.
- Ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας.
- Επιχειρήσεις αποθήκευσης και logistics.
- Επιχειρήσεις συμβουλευτικών υπηρεσιών.
Η εφαρμογή δεν πραγματοποιείται ταυτόχρονα σε όλες τις επιχειρήσεις, καθώς προβλέπονται μεταβατικά και πιλοτικά στάδια, προκειμένου να αντιμετωπίζονται τεχνικά ή οργανωτικά προβλήματα.
Για τον λόγο αυτό, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να παρακολουθούν τις επιμέρους ημερομηνίες εφαρμογής που αφορούν τον δικό τους κλάδο.
Τι αλλάζει στην καθημερινότητα των εργαζομένων
Βασικός στόχος της ψηφιακής κάρτας είναι η καταγραφή του πραγματικού χρόνου εργασίας, ώστε να περιοριστούν φαινόμενα αδήλωτης απασχόλησης και μη καταβολής των νόμιμων αμοιβών για πρόσθετη εργασία.
Μέσω του συστήματος καταγράφεται η έναρξη και η λήξη της απασχόλησης, επιτρέποντας τη σύγκριση των πραγματικών ωρών εργασίας με τα δηλωμένα στοιχεία.
Η καταγραφή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για εργαζομένους που απασχολούνται πέρα από το προγραμματισμένο ωράριό τους, καθώς δημιουργεί ηλεκτρονικό αποτύπωμα της παρουσίας τους στον χώρο εργασίας.
Ωστόσο, η ψηφιακή κάρτα δεν καταργεί από μόνη της τις παραβάσεις. Η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται και από τους ελέγχους που πραγματοποιούνται στις επιχειρήσεις.
Έως 1.200% περισσότερες δηλωμένες υπερωρίες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία που ανέφερε η Άννα Ευθυμίου για την καταγραφή της υπερωριακής απασχόλησης.
Σύμφωνα με την υφυπουργό, σε ορισμένους κλάδους η αύξηση των δηλωμένων υπερωριών φτάνει ακόμη και το 1.200%.
Παράλληλα, το 2025 καταγράφηκαν 2,7 εκατομμύρια περισσότερες ώρες υπερωριακής απασχόλησης σε σχέση με το 2024.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και το 2026.
Κατά το πρώτο επτάμηνο του έτους, οι δηλωμένες υπερωρίες αυξήθηκαν κατά 1,54 εκατομμύρια ώρες, ποσοστό περίπου 36%, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Η υφυπουργός απέδωσε αυτή την εξέλιξη στην καταγραφή ωρών εργασίας που προηγουμένως δεν δηλώνονταν.
Πρόκειται, επομένως, για αύξηση των δηλωμένων υπερωριών, η οποία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι οι εργαζόμενοι άρχισαν να εργάζονται αντίστοιχα περισσότερες ώρες.
Τι γίνεται όταν ο εργαζόμενος χτυπά κάρτα αλλά συνεχίζει να δουλεύει;
Ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που εξακολουθούν να απασχολούν την αγορά εργασίας αφορά καταγγελίες για καταστρατήγηση του συστήματος.
Συγκεκριμένα, υπάρχουν αναφορές για περιπτώσεις στις οποίες εργαζόμενοι υποχρεώνονται να χτυπήσουν την ψηφιακή τους κάρτα στη λήξη του δηλωμένου ωραρίου και στη συνέχεια να συνεχίσουν να εργάζονται χωρίς να καταγράφεται η επιπλέον απασχόληση.
Η Άννα Ευθυμίου αναγνώρισε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν παραβατικές πρακτικές, επισημαίνοντας πως η ψηφιακή κάρτα αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού ελέγχου.
Καθοριστικός είναι ο ρόλος της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία πραγματοποιεί ελέγχους για την τήρηση της εργατικής νομοθεσίας.
Σύμφωνα με την υφυπουργό, περίπου το 50% των παραβάσεων που καταγράφει η Επιθεώρηση Εργασίας αφορά την ψηφιακή κάρτα εργασίας.
Όπως ανέφερε, η αξιοποίηση σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων έχει συμβάλει στην ενίσχυση των ελέγχων και στην αύξηση των προστίμων για παραβάσεις.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει ότι, παρά τη μεγαλύτερη συμμόρφωση που καταγράφει το υπουργείο, η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εξακολουθεί να απαιτεί ουσιαστική εποπτεία.
Τι σημαίνει η επέκταση για τις επιχειρήσεις
Η ένταξη νέων επαγγελματικών δραστηριοτήτων συνεπάγεται προσαρμογές στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων.
Οι εργοδότες που υπάγονται στο σύστημα οφείλουν να διασφαλίζουν ότι η καταγραφή του χρόνου εργασίας πραγματοποιείται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Αυτό απαιτεί σωστή οργάνωση του ωραρίου, ενημέρωση των εργαζομένων και συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται για κάθε κλάδο.
Σύμφωνα με την υφυπουργό, η ψηφιακή κάρτα λειτουργεί και προς όφελος των επιχειρήσεων που τηρούν τη νομοθεσία.
Η λογική είναι ότι περιορίζεται το αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα επιχειρήσεων οι οποίες μειώνουν το εργατικό κόστος αποκρύπτοντας ώρες απασχόλησης.
Παράλληλα, η καταγραφή περισσότερων υπερωριών μπορεί να οδηγεί σε αύξηση των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών, ενισχύοντας τα έσοδα του ΕΦΚΑ και του ΤΕΚΑ.
Η επέκταση θα συνεχιστεί και σε άλλους κλάδους
Το υπουργείο Εργασίας προγραμματίζει τη σταδιακή διεύρυνση της ψηφιακής κάρτας και σε επιπλέον επαγγελματικές δραστηριότητες.
Όπως εξήγησε η Άννα Ευθυμίου, κάθε νέα ένταξη θα συνοδεύεται από πιλοτική εφαρμογή, ώστε να εξετάζονται οι ιδιαιτερότητες του κάθε κλάδου και να γίνονται οι απαραίτητες προσαρμογές.
Στόχος είναι να καλύπτεται ολοένα μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.
Το κρίσιμο ζητούμενο, πάντως, παραμένει η ουσιαστική εφαρμογή του μέτρου στην καθημερινή εργασία.
Για τους εργαζομένους, η ψηφιακή κάρτα έχει πραγματική αξία όταν οι ώρες που καταγράφονται αντιστοιχούν στις ώρες που πράγματι εργάζονται και όταν η πρόσθετη απασχόληση αμείβεται σύμφωνα με τη νομοθεσία.
Για τις επιχειρήσεις, η πρόκληση είναι η έγκαιρη προσαρμογή στις νέες υποχρεώσεις, ενώ για τους ελεγκτικούς μηχανισμούς η αποτελεσματική αντιμετώπιση των πρακτικών που επιχειρούν να παρακάμψουν το σύστημα.



