Απόφαση-βόμβα του ΣτΕ για την Εφορία: Ξεμπλοκάρουν λογαριασμοί και θυρίδες μετά από ΤΟΣΑ χρόνια – Χωρίς αίτηση του φορολογούμενου

Σημαντικό «φρένο» στη δυνατότητα της φορολογικής διοίκησης να διατηρεί επί χρόνια δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς, θυρίδες και άλλα περιουσιακά στοιχεία φορολογουμένων βάζει το Συμβούλιο της Επικρατείας.

Με την απόφαση 553/2026, το ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι τα διασφαλιστικά μέτρα που επιβάλλονται σε σοβαρές φορολογικές υποθέσεις έχουν προσωρινό χαρακτήρα και δεν επιτρέπεται να μετατρέπονται σε έναν ουσιαστικά μόνιμο αποκλεισμό του φορολογουμένου από την περιουσία του.

Το κρίσιμο χρονικό όριο είναι η πενταετία.

Μετά τη συμπλήρωσή της, σύμφωνα με την απόφαση, τα συγκεκριμένα μέτρα παύουν αυτοδικαίως, ακόμη και εάν η φορολογική υπόθεση δεν έχει τελεσιδικήσει.

Τι σημαίνει η απόφαση για τους φορολογούμενους

Η σημαντικότερη παράμετρος είναι ότι, μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης πενταετίας, δεν απαιτείται αίτηση του φορολογουμένου προκειμένου να αρθούν τα μέτρα.

Η φορολογική διοίκηση έχει την υποχρέωση να κινήσει η ίδια τη διαδικασία και να ενημερώσει τις αρμόδιες υπηρεσίες, τις τράπεζες, την Τράπεζα της Ελλάδος και τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους φορείς.

Με αυτόν τον τρόπο πρέπει να αποκαθίσταται πλήρως η δυνατότητα του πολίτη να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που είχαν δεσμευτεί.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ότι, σύμφωνα με το σκεπτικό που παρουσιάζεται για την απόφαση, ούτε το ύψος της φορολογικής παράβασης ούτε η σοβαρότητα της υπόθεσης δικαιολογούν παράταση των συγκεκριμένων μέτρων επ’ αόριστον.

Ποιους αφορά περισσότερο

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για παλαιές φορολογικές υποθέσεις, στις οποίες τραπεζικοί λογαριασμοί, θυρίδες ή άλλα περιουσιακά στοιχεία εξακολουθούν να βρίσκονται υπό περιορισμό, παρότι έχει παρέλθει το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα.

Το ΣτΕ ουσιαστικά επισημαίνει ότι η ευθύνη παρακολούθησης της διάρκειας των μέτρων ανήκει στη φορολογική διοίκηση.

Δεν μπορεί, δηλαδή, να μεταφέρεται στον πολίτη η υποχρέωση να εντοπίσει ότι έχει συμπληρωθεί η πενταετία και στη συνέχεια να ζητήσει την εφαρμογή της νομοθεσίας.

Γιατί επιβάλλονται τα διασφαλιστικά μέτρα

Η ΑΑΔΕ έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει ιδιαίτερα αυστηρά μέτρα σε περιπτώσεις σοβαρών φορολογικών παραβάσεων.

Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο που περιγράφεται στην υπόθεση, τέτοια μέτρα μπορούν να ενεργοποιούνται όταν διαπιστώνονται παραβάσεις που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ, παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών, όταν τα σχετικά ποσά φτάνουν ή ξεπερνούν τις 150.000 ευρώ.

Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορούν να δεσμευτούν:

  • το 50% των τραπεζικών καταθέσεων, λογαριασμών και παρακαταθηκών,
  • το 50% του χρηματικού περιεχομένου θυρίδων, μέχρι τα προβλεπόμενα ανώτατα όρια,
  • το σύνολο του μη χρηματικού περιεχομένου θυρίδων και μη χρηματικών παρακαταθηκών.

Παράλληλα, προβλέπονται περιορισμοί σε έγγραφα που απαιτούνται για μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων.

Οι δύο περιπτώσεις υποχρεωτικής άρσης

Τα διασφαλιστικά μέτρα προβλέπεται να αίρονται συνολικά όταν συντρέξει μία από δύο βασικές προϋποθέσεις.

Η πρώτη είναι όταν ο φορολογούμενος καταβάλει πάνω από το 70% του συνολικά προσδιορισθέντος ποσού, μαζί με τους φόρους, τα τέλη, τις εισφορές, τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τα πρόστιμα που προβλέπονται κατά περίπτωση.

Η δεύτερη –και αυτή που βρίσκεται στο επίκεντρο της απόφασης του ΣτΕ– είναι η παρέλευση πέντε ετών από την έκδοση των σχετικών πράξεων προσδιορισμού φόρων, τελών και εισφορών ή επιβολής προστίμων.

Και αυτό ισχύει ακόμη και εάν η υπόθεση δεν έχει τελεσιδικήσει.

Η υπόθεση που έφτασε στο ΣτΕ

Η συγκεκριμένη δικαστική υπόθεση αφορούσε εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρείας, σε βάρος της οποίας είχαν επιβληθεί το 2016 διασφαλιστικά μέτρα για φορολογικές επιβαρύνσεις άνω του 1 εκατ. ευρώ.

Οι επιβαρύνσεις συνδέονταν με μη καταβολή τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ ΟΓΑ για χρήσεις των ετών 2005 έως 2011.

Κατά την εξέταση της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι είχε ήδη παρέλθει η πενταετία.

Το ΣτΕ έκρινε, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ότι τα μέτρα είχαν ήδη αρθεί αυτοδικαίως, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η δικαστική διαδικασία παρέμενε σε εξέλιξη.

Η διοίκηση, επομένως, όφειλε να προχωρήσει και στις απαιτούμενες τυπικές ενέργειες ώστε η αποδέσμευση να γίνει πραγματικότητα.

Τι αλλάζει πλέον για την ΑΑΔΕ

Η απόφαση δημιουργεί ένα σαφές πλαίσιο για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζονται τέτοιες περιπτώσεις.

Τα διασφαλιστικά μέτρα δεν αποτελούν ποινή. Αποτελούν προληπτικό μηχανισμό που αποσκοπεί στην προστασία των συμφερόντων του Δημοσίου.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορούν να διατηρούνται χωρίς χρονικό όριο.

Για την ΑΑΔΕ αυτό σημαίνει ότι απαιτείται συστηματική παρακολούθηση των υποθέσεων ώστε, όταν συμπληρώνεται το νόμιμο χρονικό διάστημα, να πραγματοποιείται η αποδέσμευση χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να κινητοποιηθεί ο ίδιος ο φορολογούμενος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ