Σημαντική προσαύξηση στη σύνταξή τους μπορούν να εξασφαλίσουν ασφαλισμένοι που έχουν καταβάλει διπλές εισφορές λόγω παράλληλης ή πολλαπλής ασφάλισης. Το πρόσθετο ποσό εξαρτάται από τον χρόνο ασφάλισης, το ύψος των εισφορών και κυρίως από το πότε συνταξιοδοτήθηκε ο ασφαλισμένος, ενώ σε ενδεικτικές περιπτώσεις η αύξηση μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 338 ευρώ τον μήνα.
Χιλιάδες ασφαλισμένοι που κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου είχαν δύο δουλειές ή ήταν ασφαλισμένοι ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά Ταμεία μπορούν να βγουν κερδισμένοι κατά τον υπολογισμό της σύνταξής τους.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές δεν χάνονται. Ανάλογα με την περίοδο κατά την οποία καταβλήθηκαν και το ασφαλιστικό καθεστώς του εργαζομένου, μπορούν να οδηγήσουν είτε σε ειδική προσαύξηση είτε σε υψηλότερη ανταποδοτική σύνταξη.
Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους ασφαλισμένους και γι’ αυτό καθοριστική ημερομηνία είναι η 13η Μαΐου 2016.
Οι δύο μεγάλες κατηγορίες
Στην παράλληλη ασφάλιση διακρίνονται ουσιαστικά δύο κατηγορίες.
Η πρώτη περιλαμβάνει όσους συνταξιοδοτούνται από τις 13 Μαΐου 2016 και μετά, καθώς και όσους πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν στο μέλλον και διαθέτουν παράλληλο χρόνο ασφάλισης μέχρι το 2016.
Για τον χρόνο αυτό δικαιούνται προσαύξηση της σύνταξης, η οποία διαμορφώνεται ανάλογα με τα χρόνια της παράλληλης ασφάλισης και τις εισφορές που είχαν καταβληθεί.
Σε ενδεικτικά παραδείγματα, το πρόσθετο ποσό μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 338 ευρώ τον μήνα.
Η δεύτερη κατηγορία αφορά όσους είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί πριν από τις 13 Μαΐου 2016 και είχαν καταβάλει ταυτόχρονα εισφορές σε δύο ασφαλιστικούς φορείς.
Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται διαφορετικές προϋποθέσεις. Σύμφωνα με τα δεδομένα του ασφαλιστικού καθεστώτος που παρουσιάζονται, οι συγκεκριμένοι συνταξιούχοι μπορούν να δικαιούνται πρόσθετη παροχή στο 67ο έτος, εφόσον έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 16 χρόνια παράλληλης ασφάλισης.
Το μεγάλο «κλειδί» είναι η ημερομηνία συνταξιοδότησης
Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες διαφορές του συστήματος.
Για όσους συνταξιοδοτούνται μετά τον Μάιο του 2016, ακόμη και μικρότερες περίοδοι παράλληλης ασφάλισης πριν από το 2017 μπορούν να συνυπολογιστούν για την προσαύξηση.
Αντίθετα, για όσους είχαν ήδη συνταξιοδοτηθεί πριν από την αλλαγή του ασφαλιστικού συστήματος, οι προϋποθέσεις είναι διαφορετικές και ιδιαίτερη σημασία αποκτά η συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών παράλληλης ασφάλισης.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο δύο εργαζόμενοι με παρόμοια ασφαλιστική ιστορία μπορεί τελικά να έχουν διαφορετική αντιμετώπιση, ανάλογα με το πότε θεμελίωσαν και άσκησαν το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα.
Πώς υπολογίζεται η προσαύξηση
Για την παράλληλη ασφάλιση πριν από το 2017, η προσαύξηση για όσους συνταξιοδοτούνται μετά τον Μάιο του 2016 υπολογίζεται με ειδικό συντελεστή.
Ο συντελεστής είναι 0,075% για κάθε έτος και για κάθε επιπλέον ποσοστιαία μονάδα εισφοράς, με αποτέλεσμα, στην τυπική περίπτωση διπλής εισφοράς 20%, να προκύπτει προσαύξηση που αντιστοιχεί σε 1,5% των αντίστοιχων συντάξιμων αποδοχών για κάθε έτος παράλληλης ασφάλισης.
Ένα απλό παράδειγμα δείχνει τη διαφορά.
Ασφαλισμένος του ΟΑΕΕ που μέχρι το 2016 εργαζόταν παράλληλα για δέκα χρόνια ως μισθωτός και ήταν ασφαλισμένος και στο ΙΚΑ, με συντάξιμες αποδοχές 1.000 ευρώ, μπορεί να δικαιούται προσαύξηση:
1.000 ευρώ × 1,5% × 10 έτη = 150 ευρώ τον μήνα.
Πρόκειται για ποσό που προστίθεται στη σύνταξη εξαιτίας των επιπλέον εισφορών που είχαν καταβληθεί.
Τι άλλαξε μετά το 2017
Από το 2017 και μετά το τοπίο διαφοροποιήθηκε λόγω της λειτουργίας του ΕΦΚΑ ως ενιαίου ασφαλιστικού φορέα.
Η πολλαπλή απασχόληση εξακολουθεί να μπορεί να αυξήσει τη μελλοντική σύνταξη, αλλά λειτουργεί διαφορετικά.
Όταν κάποιος, για παράδειγμα, εργάζεται ως μισθωτός και ταυτόχρονα ασκεί ελεύθερο επάγγελμα καταβάλλοντας τις αντίστοιχες πρόσθετες εισφορές, οι εισφορές αυτές λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης.
Έτσι αυξάνονται οι συντάξιμες αποδοχές και, τελικά, μπορεί να προκύψει μεγαλύτερη σύνταξη.
Αντίστοιχη επίδραση μπορεί να υπάρξει και για εργαζόμενο που απασχολείται ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικούς εργοδότες ως μισθωτός. Οι αποδοχές και οι ασφαλιστικές εισφορές από τις δύο απασχολήσεις συνυπολογίζονται σύμφωνα με τους κανόνες του συστήματος και μπορούν να αυξήσουν τον μέσο όρο των συντάξιμων αποδοχών.
Πότε δεν υπάρχουν πολλαπλές εισφορές
Διαφορετική είναι η περίπτωση ενός ελεύθερου επαγγελματία που έχει περισσότερες από μία επαγγελματικές δραστηριότητες αλλά με την ίδια ασφαλιστική ιδιότητα.
Σε αυτή την περίπτωση δεν σημαίνει ότι καταβάλλει ξεχωριστή ασφαλιστική εισφορά για καθεμία από τις δραστηριότητές του.
Καταβάλλεται μία εισφορά για την ασφαλιστική του ιδιότητα και επομένως δεν δημιουργείται αυτομάτως το ίδιο αποτέλεσμα που υπάρχει όταν κάποιος ασφαλίζεται ταυτόχρονα ως μισθωτός και ως αυτοαπασχολούμενος.
Τα παραδείγματα που δείχνουν το όφελος
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Πρώτο παράδειγμα: Συνταξιούχος μετά το 2016 έχει 35 χρόνια ασφάλισης στο ΙΚΑ και παράλληλα 15 χρόνια στο πρώην ΤΕΒΕ, όπου κατέβαλλε εισφορές 300 ευρώ τον μήνα. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα η προσαύξηση από την παράλληλη 15ετία φτάνει τα 338 ευρώ τον μήνα.
Δεύτερο παράδειγμα: Ασφαλισμένος έχει μισθωτή εργασία με συντάξιμες αποδοχές 1.200 ευρώ και παράλληλα, μετά το 2017, δραστηριοποιείται ως αυτοαπασχολούμενος, με μέσο όρο πρόσθετων εισφορών 160 ευρώ.
Οι συνολικές συντάξιμες αποδοχές του παραδείγματος διαμορφώνονται στα 1.480 ευρώ. Με 37 έτη ασφάλισης, η σύνταξη υπολογίζεται στα 1.074 ευρώ, ενώ χωρίς την πρόσθετη ασφάλιση θα ήταν 955 ευρώ.
Διαφορά: 119 ευρώ τον μήνα.
Τρίτο παράδειγμα: Μισθωτός με συντάξιμες αποδοχές 2.080 ευρώ έχει παράλληλα ελεύθερο επάγγελμα και καταβάλλει πρόσθετες εισφορές με μέσο όρο 320 ευρώ.
Οι συντάξιμες αποδοχές στο παράδειγμα φτάνουν τα 2.640 ευρώ. Με 40 χρόνια ασφάλισης η σύνταξη υπολογίζεται στα 1.767 ευρώ, έναντι 1.487 ευρώ εάν υπολογιζόταν μόνο η μισθωτή απασχόληση.
Το όφελος φτάνει έτσι τα 280 ευρώ τον μήνα.
Ποιοι πρέπει να ελέγξουν τον ασφαλιστικό τους φάκελο
Το θέμα αφορά ιδιαίτερα όσους στο παρελθόν είχαν ταυτόχρονα ασφάλιση σε ΙΚΑ και ΟΑΕΕ/ΤΕΒΕ, αλλά και εργαζομένους που μετά το 2017 συνέχισαν να έχουν περισσότερες από μία ασφαλιστέες δραστηριότητες.
Το ίδιο ισχύει για ασφαλισμένους με δύο μισθωτές εργασίες.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, τα ποσά των παραδειγμάτων δεν αποτελούν οριζόντια αύξηση για όλους.
Το τελικό όφελος εξαρτάται από το ατομικό ασφαλιστικό ιστορικό, τις αποδοχές, το ύψος των εισφορών, τα χρόνια παράλληλης ή πολλαπλής ασφάλισης και τον χρόνο συνταξιοδότησης.
Γι’ αυτό και όσοι έχουν πληρώσει επί σειρά ετών διπλές εισφορές έχουν έναν σοβαρό λόγο να ελέγξουν προσεκτικά τον ασφαλιστικό τους φάκελο.
Για ορισμένους ασφαλισμένους, οι εισφορές μιας δεύτερης δουλειάς ή ενός δεύτερου Ταμείου μπορούν να κάνουν αισθητή διαφορά στο τελικό ποσό της σύνταξης — σε ορισμένα παραδείγματα ακόμη και πάνω από 300 ευρώ κάθε μήνα.



