Πούλησε 50 χρυσές λίρες για 31.248 ευρώ και η Εφορία του έβγαλε φόρο 8.987 ευρώ – Το λάθος που μπορεί να κοστίσει ακριβά!

Μια φορολογική υπόθεση με πρωταγωνιστή έναν ιδιοκτήτη χρυσών λιρών αποκαλύπτει μια σημαντική παγίδα για όσους σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν χρήματα από την πώληση πολύτιμων νομισμάτων προκειμένου να καλύψουν τα τεκμήρια αγοράς ακινήτου.

Ο φορολογούμενος πούλησε 50 χρυσές λίρες στην Τράπεζα της Ελλάδος, εισπράττοντας 31.248,08 ευρώ. Ωστόσο, όταν επιχείρησε να επικαλεστεί την πώληση για να δικαιολογήσει δαπάνη αγοράς ακινήτου, βρέθηκε αντιμέτωπος με την απόρριψη των ισχυρισμών του από τη φορολογική διοίκηση.

Η υπόθεση κρίθηκε με την απόφαση 3757/28-09-2026 της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, η οποία επικύρωσε την πράξη της Εφορίας, με χρεωστικό φόρο 8.986,98 ευρώ για το φορολογικό έτος 2025.

Το πρόβλημα δεν ήταν ότι αμφισβητήθηκε η πώληση των λιρών, αλλά ότι ο φορολογούμενος δεν μπόρεσε να αποδείξει πότε, πώς και με ποιο κόστος τις είχε αποκτήσει.

Αγόρασε ακίνητο αξίας 54.726 ευρώ – Τι δήλωσε στην Εφορία

Η υπόθεση ξεκίνησε όταν ο φορολογούμενος υπέβαλε στις 15 Μαΐου 2026 τη φορολογική δήλωση για τα εισοδήματα του 2025.

Στη δήλωσή του συμπεριέλαβε δαπάνη αγοράς ακινήτου ύψους 54.726,78 ευρώ, στον κωδικό 735 του εντύπου Ε1.

Παράλληλα, δήλωσε στον κωδικό 787 ποσό 50.000 ευρώ ως ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, δηλαδή χρήματα που είχαν ήδη φορολογηθεί ή απαλλάσσονταν νόμιμα από τη φορολογία.

Για να υποστηρίξει τη δήλωσή του, προσκόμισε έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος, με ημερομηνία 11 Απριλίου 2025, από το οποίο προέκυπτε ότι είχε πουλήσει συνολικά 50 χρυσές λίρες.

Συγκεκριμένα, επρόκειτο για επτά λίρες Αγγλίας παλαιάς κοπής, 39 λίρες με ελαττώματα στην όψη και τέσσερις λιποβαρείς λίρες.

Το συνολικό τίμημα ανήλθε σε 31.248,08 ευρώ.

Από τα στοιχεία της απόφασης δεν διευκρινίζεται πώς προέκυπτε το υπόλοιπο ποσό μέχρι τις 50.000 ευρώ που είχε δηλώσει ως ανάλωση κεφαλαίου.

«Τις είχα από μικρό παιδί» – Τι υποστήριξε ο φορολογούμενος

Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών στις 24 Ιουνίου 2026, υποστηρίζοντας ότι η Εφορία δεν είχε αξιολογήσει επαρκώς το αποδεικτικό της Τράπεζας της Ελλάδος.

Όπως εξήγησε, οι χρυσές λίρες είχαν συγκεντρωθεί σταδιακά στη διάρκεια πολλών δεκαετιών, ακόμη και από τη βρεφική του ηλικία.

Ορισμένες είχαν αποκτηθεί μέσω μικρών αγορών, ενώ άλλες προέρχονταν, όπως ισχυρίστηκε, από άτυπες δωρεές συγγενικών προσώπων.

Για τον λόγο αυτό, υποστήριξε ότι ήταν αντικειμενικά αδύνατο να διαθέτει σήμερα όλα τα παλιά παραστατικά απόκτησης.

Η συγκεκριμένη εξήγηση, όμως, δεν έγινε δεκτή από τη ΔΕΔ, καθώς δεν συνοδευόταν από πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία.

Γιατί δεν αρκούσε η απόδειξη της Τράπεζας της Ελλάδος

Το καθοριστικό σημείο της υπόθεσης ήταν η διάκριση ανάμεσα στην απόδειξη πώλησης ενός περιουσιακού στοιχείου και στην απόδειξη της προέλευσης και του κόστους απόκτησής του.

Το έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαίωνε ότι οι 50 χρυσές λίρες είχαν πωληθεί και ότι ο φορολογούμενος είχε εισπράξει το αντίστοιχο τίμημα.

Δεν αποδείκνυε, όμως, πότε αποκτήθηκαν οι λίρες, με ποιον τρόπο περιήλθαν στην κατοχή του και πόσο είχε κοστίσει η απόκτησή τους.

Αυτά τα στοιχεία κρίθηκαν απαραίτητα για τον φορολογικό χειρισμό του ποσού.

Η ΔΕΔ έκρινε ότι ο φορολογούμενος δεν είχε προσκομίσει τα αναγκαία δικαιολογητικά ούτε στην αρμόδια ΔΟΥ ούτε κατά την εξέταση της προσφυγής του.

Έτσι, απέρριψε τους ισχυρισμούς του.

Η παγίδα με τα τεκμήρια και την αγορά ακινήτου

Η αγορά ακινήτου αποτελεί δαπάνη απόκτησης περιουσιακού στοιχείου και λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος.

Εάν ο φορολογούμενος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη συγκεκριμένη δαπάνη με τα εισοδήματα και τα υπόλοιπα ποσά που αναγνωρίζει η φορολογική νομοθεσία, μπορεί να προκύψει πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση.

Σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και τις σχετικές οδηγίες, για ποσά από διάθεση περιουσιακών στοιχείων εξετάζεται και το κόστος απόκτησής τους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ο χρόνος απόκτησης, καθώς οι φορολογικές οδηγίες προβλέπουν ειδική αντιμετώπιση για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1988.

Επομένως, δεν αρκεί σε κάθε περίπτωση να αποδεικνύεται ότι εισπράχθηκαν χρήματα από μια πώληση. Πρέπει να τεκμηριώνεται και το ποσό που μπορεί νόμιμα να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη των τεκμηρίων.

Τι πρέπει να προσέχουν όσοι έχουν χρυσές λίρες

Η συγκεκριμένη απόφαση αναδεικνύει τη σημασία της διατήρησης των σχετικών δικαιολογητικών.

Όσοι έχουν αγοράσει χρυσές λίρες είναι χρήσιμο να φυλάσσουν τις αποδείξεις αγοράς, καθώς και τυχόν τραπεζικά παραστατικά που συνδέονται με τη συναλλαγή.

Εάν οι λίρες έχουν αποκτηθεί μέσω δωρεάς ή κληρονομιάς, ιδιαίτερη σημασία μπορεί να έχουν τα αντίστοιχα έγγραφα μεταβίβασης και τα φορολογικά δικαιολογητικά.

Απαραίτητο είναι επίσης να διατηρούνται τα έγγραφα της πώλησης, στα οποία αναγράφονται ο αριθμός των νομισμάτων και το τίμημα.

Η απόφαση δεν σημαίνει ότι κάθε πώληση χρυσών λιρών αποκλείεται από την κάλυψη τεκμηρίων. Δείχνει, όμως, ότι η απλή προσκόμιση μιας απόδειξης πώλησης μπορεί να μην επαρκεί.

Το τελικό αποτέλεσμα: Φόρος 8.986,98 ευρώ

Με την απόφαση 3757/28-09-2026, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε την προσφυγή του φορολογουμένου και διατήρησε σε ισχύ την πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου για το φορολογικό έτος 2025.

Το χρεωστικό ποσό ανήλθε σε 8.986,98 ευρώ.

Πρόκειται για τον φόρο που προέκυψε από την εκκαθάριση της δήλωσης και όχι για αυτοτελές πρόστιμο λόγω πώλησης χρυσών λιρών.

Η υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο σημαντική είναι η φορολογική τεκμηρίωση όταν χρησιμοποιούνται χρήματα από πώληση περιουσιακών στοιχείων για την αγορά ακινήτου.

Το βασικό μήνυμα για τους ιδιοκτήτες χρυσών λιρών είναι σαφές: η απόδειξη ότι πούλησαν τα νομίσματα δεν εξασφαλίζει από μόνη της ότι το ποσό θα αναγνωριστεί για την κάλυψη των τεκμηρίων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ