Υποχρεωτική ασφάλιση για όλα τα σπίτια; Το σχέδιο που ανοίγει νέα συζήτηση – Ποιος θα πληρώνει τον λογαριασμό των φυσικών καταστροφών
Στο τραπέζι των συζητήσεων μπαίνει η επέκταση της ιδιωτικής ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών, με το ενδεχόμενο να καταστεί υποχρεωτική για περισσότερες κατοικίες και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιοποιούνται, το υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας εξετάζει την ενίσχυση της ασφαλιστικής κάλυψης, ανοίγοντας παράλληλα μια ευρύτερη συζήτηση για τις ευθύνες του κράτους, το κόστος που θα επωμιστούν οι ιδιοκτήτες και την ανάγκη πραγματικών έργων αντιπλημμυρικής και αντισεισμικής προστασίας.
Ένα ζήτημα που αφορά εκατομμύρια ιδιοκτήτες ακινήτων και χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις φαίνεται να επιστρέφει δυναμικά στην κυβερνητική ατζέντα: η επέκταση της υποχρεωτικής ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια χώρα που δοκιμάζεται συχνά από σεισμούς, πλημμύρες και πυρκαγιές, με τις οικονομικές συνέπειες να επιβαρύνουν τόσο τα νοικοκυριά όσο και τον κρατικό προϋπολογισμό.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου αναμένεται να ξεκινήσουν σχετικές συζητήσεις στο Συμβούλιο Ιδιωτικής Ασφάλισης έναντι Φυσικών Καταστροφών του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας.
Το ενδεχόμενο καθολικής υποχρεωτικής ασφάλισης κατοικιών και επιχειρήσεων αποτελεί ένα από τα ζητήματα που τίθενται στον δημόσιο διάλογο.
Ωστόσο, δεν έχει παρουσιαστεί οριστική κυβερνητική απόφαση που να επιβάλλει την ασφάλιση σε όλους τους ιδιοκτήτες ακινήτων. Η ύπαρξη συζητήσεων δεν ισοδυναμεί με ψήφιση ή άμεση εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου.
Από τις μεγάλες επιχειρήσεις στις μικρότερες
Το θέμα της υποχρεωτικής ασφαλιστικής κάλυψης δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά.
Η συζήτηση έχει ήδη απασχολήσει την ασφαλιστική αγορά, ιδιαίτερα σε σχέση με τις επιχειρήσεις και την ανάγκη περιορισμού των οικονομικών επιπτώσεων από φυσικές καταστροφές.
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον και προς τις μικρότερες επιχειρήσεις, με ετήσιο κύκλο εργασιών κάτω από 500.000 ευρώ.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται, η επέκταση της υποχρεωτικής ασφάλισης σε αυτή την κατηγορία έχει συζητηθεί σε συναντήσεις εκπροσώπων της ασφαλιστικής αγοράς, μεταξύ άλλων και σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Ύδρα τον περασμένο Μάιο.
Μια τέτοια αλλαγή, εφόσον προχωρούσε, θα αφορούσε μεγάλο αριθμό μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Ανάμεσά τους θα μπορούσαν να βρίσκονται εμπορικά καταστήματα, επιχειρήσεις εστίασης, τουριστικά καταλύματα και επαγγελματικές εγκαταστάσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο θα ήταν το κόστος της ασφαλιστικής κάλυψης και ποιες ακριβώς ζημιές θα αποζημιώνονταν.
Θα γίνει υποχρεωτική η ασφάλιση κατοικιών;
Η μεγαλύτερη αλλαγή θα προέκυπτε εάν η υποχρεωτικότητα επεκτεινόταν στο σύνολο των κατοικιών.
Σήμερα, η ιδιωτική ασφάλιση κατοικίας αποτελεί για πολλούς ιδιοκτήτες επιλογή, ενώ υπάρχουν και ειδικές περιπτώσεις στις οποίες η ασφαλιστική κάλυψη συνδέεται με συμβατικές ή άλλες υποχρεώσεις.
Η καθολική εφαρμογή ενός νέου συστήματος θα άλλαζε ουσιαστικά αυτή την εικόνα.
Εκατομμύρια ιδιοκτήτες θα έπρεπε να καταβάλλουν ετήσιο ασφάλιστρο, προκειμένου να διαθέτουν κάλυψη για συγκεκριμένους φυσικούς κινδύνους.
Αυτό δημιουργεί μια σειρά από πρακτικά ζητήματα.
Πώς θα καθορίζεται το ασφάλιστρο; Θα λαμβάνεται υπόψη η παλαιότητα του κτιρίου; Θα υπάρχει διαφορετική τιμολόγηση για περιοχές υψηλού σεισμικού κινδύνου; Τι θα ισχύει για παλαιές κατοικίες και ακίνητα που χρησιμοποιούνται μόνο λίγους μήνες τον χρόνο;
Και κυρίως, τι θα συμβαίνει εάν μια ασφαλιστική εταιρεία δεν επιθυμεί να καλύψει ένα ακίνητο ή προσφέρει κάλυψη με ιδιαίτερα υψηλό κόστος;
Πρόκειται για ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν πριν από οποιαδήποτε απόφαση καθολικής υποχρεωτικότητας.
Το μεγάλο ερώτημα: Θα περιοριστούν οι κρατικές αποζημιώσεις;
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της επέκτασης της ιδιωτικής ασφάλισης είναι ότι οι αποζημιώσεις για ζημιές από φυσικές καταστροφές δεν θα εξαρτώνται αποκλειστικά από τις κρατικές διαδικασίες αρωγής.
Η ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης μπορεί να προσφέρει μια πρόσθετη πηγή χρηματοδότησης για την αποκατάσταση των ζημιών.
Ωστόσο, υπάρχει και ένας ουσιαστικός προβληματισμός.
Εάν η ασφάλιση γίνει υποχρεωτική, θα συνεχίσει το κράτος να καταβάλλει αποζημιώσεις με τους σημερινούς όρους ή θα περιορίσει τη συμμετοχή του;
Το ερώτημα έχει ιδιαίτερη σημασία για περιοχές που έχουν δοκιμαστεί επανειλημμένα από φυσικές καταστροφές.
Η ιδιωτική ασφαλιστική κάλυψη και η κρατική προστασία δεν είναι κατ’ ανάγκη αμοιβαία αποκλειόμενες.
Η αποκατάσταση μιας κατοικίας μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ασφαλιστικής αποζημίωσης, αλλά η πρόληψη των καταστροφών, η κατασκευή δημόσιων υποδομών και η προστασία του πληθυσμού παραμένουν ζητήματα δημόσιας πολιτικής.
Γι’ αυτό και η ενδεχόμενη επέκταση της ασφάλισης δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις υποχρεώσεις της Πολιτείας.
ΕΝΦΙΑ και ασφάλιστρα: Θα υπάρξει ουσιαστικό αντιστάθμισμα;
Στη συζήτηση παρεμβαίνει και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων.
Ο πρόεδρός της, Στράτος Παραδιάς, έχει θέσει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, την ανάγκη αύξησης της έκπτωσης ΕΝΦΙΑ για ασφαλισμένες κατοικίες στο 50%.
Η πρόταση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε περίπτωση επέκτασης της υποχρεωτικής ασφάλισης.
Εάν ένας ιδιοκτήτης καλείται να καταβάλλει κάθε χρόνο ασφάλιστρο, η μείωση του ΕΝΦΙΑ θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μερική οικονομική αντιστάθμιση.
Βεβαίως, το πραγματικό όφελος θα εξαρτιόταν από το ύψος του φόρου, το ασφάλιστρο και τις προϋποθέσεις της έκπτωσης.
Για παράδειγμα, μια μείωση 50% σε ΕΝΦΙΑ 300 ευρώ θα σήμαινε φορολογικό όφελος 150 ευρώ.
Εάν, όμως, το ετήσιο ασφάλιστρο ήταν σημαντικά υψηλότερο, ο ιδιοκτήτης θα εξακολουθούσε να επιβαρύνεται οικονομικά.
Η πρόταση για έκπτωση 50% αποτελεί αίτημα και όχι θεσμοθετημένη καθολική ρύθμιση.
Ο ρόλος του Πράσινου Ταμείου και των έργων προστασίας
Η συζήτηση για την ιδιωτική ασφάλιση επαναφέρει και το ζήτημα της αξιοποίησης των δημόσιων πόρων για την πρόληψη φυσικών καταστροφών.
Το Πράσινο Ταμείο διαχειρίζεται πόρους που προέρχονται, μεταξύ άλλων, από περιβαλλοντικά πρόστιμα, τέλη και άλλες προβλεπόμενες πηγές χρηματοδότησης.
Οι πόροι αυτοί χρησιμοποιούνται για δράσεις που συνδέονται με την περιβαλλοντική προστασία και την εφαρμογή σχετικών δημόσιων πολιτικών, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο και τα εγκεκριμένα προγράμματα.
Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο οι διαθέσιμοι δημόσιοι πόροι αξιοποιούνται αποτελεσματικά για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των περιοχών που αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους.
Η ασφάλιση ενός ακινήτου μπορεί να συμβάλει στην οικονομική αποκατάσταση μετά από μια καταστροφή.
Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει ένα αντιπλημμυρικό έργο, τη συντήρηση μιας γέφυρας, την προστασία μιας επικίνδυνης πλαγιάς ή την αντισεισμική θωράκιση δημόσιων υποδομών.
Αυτό αποτελεί και μία από τις βασικές προκλήσεις για τον σχεδιασμό ενός ολοκληρωμένου συστήματος προστασίας.
Τι σημαίνει η συζήτηση για την Κεφαλονιά και την Ιθάκη
Για την Κεφαλονιά και την Ιθάκη, η πιθανότητα επέκτασης της υποχρεωτικής ασφάλισης έχει ιδιαίτερη σημασία.
Τα δύο νησιά έχουν μακρά εμπειρία από ισχυρούς σεισμούς, ενώ οι έντονες βροχοπτώσεις και τα ακραία καιρικά φαινόμενα δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους.
Εάν προχωρήσει ένα καθολικό μοντέλο ασφάλισης, οι ιδιοκτήτες κατοικιών και οι επιχειρήσεις θα χρειαστεί να γνωρίζουν με σαφήνεια ποιες ζημιές καλύπτονται.
Ιδιαίτερη σημασία θα έχει η κάλυψη σεισμού, η οποία δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητη σε κάθε ασφαλιστήριο.
Εξίσου σημαντικοί θα είναι οι όροι για τις πλημμύρες, τις κατολισθήσεις και άλλους φυσικούς κινδύνους.
Στον τουριστικό τομέα, όπου λειτουργούν πολλές μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις, μια πρόσθετη υποχρεωτική δαπάνη θα επηρεάσει το λειτουργικό κόστος.
Παράλληλα, η ασφαλιστική προστασία μπορεί να μειώσει την οικονομική αβεβαιότητα σε περίπτωση μεγάλης καταστροφής.
Η ισορροπία ανάμεσα στα δύο θα εξαρτηθεί από το τελικό σύστημα που ενδεχομένως προταθεί.
Οι θέσεις του υπουργείου και της ασφαλιστικής αγοράς
Ο υφυπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Κωνσταντίνος Κατσαφάδος, έχει αναφερθεί, σύμφωνα με το δημοσίευμα, στην ανάγκη στενότερης συνεργασίας της Πολιτείας με την ασφαλιστική αγορά.
Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την προσπάθεια ενίσχυσης της προστασίας των πολιτών και την καλύτερη αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών των φυσικών καταστροφών.
Στο Συμβούλιο Ιδιωτικής Ασφάλισης έναντι Φυσικών Καταστροφών συμμετέχουν εκπρόσωποι της δημόσιας διοίκησης, της ασφαλιστικής αγοράς, των τραπεζών και επιχειρηματικών φορέων.
Σύμφωνα με τις αλλαγές στη σύνθεσή του που αναφέρονται στο δημοσίευμα, μεταξύ των εκπροσώπων περιλαμβάνονται η Χαρίκλεια Απαλαγάκη από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών, ο Κωνσταντίνος Ρούσης από την Ένωση Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών Ελλάδας, ο Ιωάννης Χατζηθεοδοσίου από τον επιμελητηριακό χώρο, η Κωνσταντίνα Γεωργακοπούλου από τον ΣΕΒ και ο Αλέξανδρος Σαρρηγεωργίου από την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος.
Η συμμετοχή των συγκεκριμένων φορέων δείχνει ότι η συζήτηση αφορά τόσο την ασφαλιστική αγορά όσο και ευρύτερα την οικονομία.
Τι πρέπει να ξεκαθαρίσει η κυβέρνηση
Πριν από οποιαδήποτε απόφαση για υποχρεωτική ασφάλιση όλων των ακινήτων, υπάρχουν κρίσιμα ζητήματα που απαιτούν απαντήσεις.
Πρώτον, ποιοι ιδιοκτήτες και ποιες επιχειρήσεις θα υπάγονται στην υποχρέωση.
Δεύτερον, ποιες φυσικές καταστροφές θα πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτονται.
Τρίτον, εάν θα υπάρξουν ανώτατα όρια ασφαλίστρων, επιδοτήσεις ή φορολογικά κίνητρα.
Τέταρτον, πώς θα αντιμετωπίζονται τα ακίνητα υψηλού



