Από την Ντόρα Μπακογιάννη και τον Γιώργο Βλάχο μέχρι τον Κώστα Μπακογιάννη και τον Δημήτρη Καλογερόπουλο, οι δημόσιες παρεμβάσεις πολλαπλασιάζονται – Ο Μητσοτάκης ζητά «μετρημένο, ενιαίο και ακριβή» λόγο και ξεκαθαρίζει ότι ο ίδιος αξιολογεί υπουργούς και βουλευτές
Δεν πρόκειται πλέον για μία μεμονωμένη δήλωση ούτε για μια στιγμιαία εσωκομματική γκρίνια.
Μέσα σε λίγες ημέρες, διαφορετικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας άνοιξαν δημόσια συζήτηση για αλαζονεία, απομάκρυνση από την κοινωνία και συμπεριφορές κυβερνητικών στελεχών που προκαλούν αντιδράσεις.
Και το γεγονός ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε το Υπουργικό Συμβούλιο της Τετάρτης για να ζητήσει από υπουργούς και βουλευτές πολύ μεγαλύτερη προσοχή στον δημόσιο λόγο τους δείχνει ότι το ζήτημα έχει φτάσει πλέον στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ο πρωθυπουργός δεν χρησιμοποίησε τη λέξη «αλαζονεία». Είπε, όμως, κάτι εξαιρετικά συγκεκριμένο: ότι «στη δημόσια αντιπαράθεση και το ύφος παράγει εντυπώσεις» και ότι ο κυβερνητικός λόγος πρέπει να είναι «μετρημένος, ενιαίος και ακριβής». Παράλληλα ξεκαθάρισε ότι μέχρι να κρίνουν τους πάντες οι πολίτες, αποτελεί δική του ευθύνη η αξιολόγηση των ατομικών συμπεριφορών υπουργών και βουλευτών.
Το μήνυμα είχε επομένως δύο αποδέκτες.
Από τη μία, εκείνους που με άστοχες ή προκλητικές δηλώσεις δημιουργούν πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση.
Από την άλλη, εκείνους που έχουν αρχίσει να αξιολογούν δημόσια τους συναδέλφους τους και να μιλούν ανοιχτά για φαινόμενα αλαζονείας.
Η Ντόρα άνοιξε τη συζήτηση – Και δεν έκλεισε
Η δημόσια συζήτηση πήρε διαστάσεις μετά την παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία μίλησε ανοιχτά για υπουργούς που εμφανίζουν αλαζονική συμπεριφορά και χρησιμοποίησε την ιδιαίτερα αιχμηρή προτροπή να «ξεκαβαλικέψουν».
Η τοποθέτηση προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό της ΝΔ.
Θα μπορούσε, ωστόσο, να είχε τελειώσει εκεί.
Δεν τελείωσε.
Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Δημήτρης Καιρίδης είχε επίσης αναφερθεί στο ζήτημα της αλαζονείας, ενώ στη συνέχεια παρενέβη ο Δημήτρης Καλογερόπουλος, παίρνοντας αποστάσεις από δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών και υποστηρίζοντας ότι όσοι αποκτούν θέσεις εξουσίας πρέπει να δείχνουν μεγαλύτερο σεβασμό προς τους πολίτες.
Έτσι, εκείνο που αρχικά μπορούσε να θεωρηθεί προσωπική παρέμβαση μιας πρώην υπουργού μετατράπηκε σε ευρύτερη συζήτηση στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος.
Κώστας Μπακογιάννης: «Ο κόσμος το έχει τούμπανο»
Το επόμενο χτύπημα ήρθε από τον Κώστα Μπακογιάννη.
Ερωτηθείς για το εάν υπάρχουν φαινόμενα αλαζονείας στην κυβέρνηση, ο πρώην δήμαρχος Αθηναίων απάντησε με μια φράση που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη:
«Ο κόσμος το έχει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι».
Και δεν σταμάτησε εκεί.
Σημείωσε ότι η αλαζονεία πολλές φορές συνδέεται με την άσκηση της εξουσίας και συμπεριέλαβε μάλιστα και τον εαυτό του σε εκείνους που οφείλουν να είναι «δύο και τρεις φορές προσεκτικοί» όταν κατέχουν ή έχουν κατέχει δημόσια αξιώματα.
Η πολιτική σημασία της παρέμβασής του βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν επιχείρησε να κλείσει τη συζήτηση που άνοιξε η Ντόρα Μπακογιάννη. Την επιβεβαίωσε ως υπαρκτό ζήτημα.
Και ο Βλάχος: «Είμαστε εκτός πραγματικότητας»
Την ίδια ώρα, διαφορετικό αλλά εξίσου πολιτικά φορτισμένο μέτωπο άνοιξε ο βουλευτής της ΝΔ Γιώργος Βλάχος.
Κατά τη συζήτηση στη Βουλή για τους δανειολήπτες και τη λειτουργία των funds, ο κ. Βλάχος άσκησε σκληρή κριτική στην κυβερνητική αντιμετώπιση του προβλήματος.
«Είμαστε εκτός πραγματικότητας. Πρέπει να ξαναβρούμε βήμα στην κοινωνία», ήταν η χαρακτηριστική τοποθέτησή του.
Η αντιπαράθεσή του με τον Δημήτρη Μαρκόπουλο πήρε μάλιστα ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, με τον Γιώργο Βλάχο να θέτει ευθέως το ερώτημα ποιο fund αισθάνεται σήμερα ότι πραγματικά ελέγχεται.
Εδώ βρίσκεται ίσως και το σημαντικότερο πολιτικό στοιχείο.
Οι διαφορετικές παρεμβάσεις δεν αφορούν όλες το ίδιο θέμα. Συγκλίνουν, όμως, σε ένα κοινό ερώτημα:
έχει χάσει ένα τμήμα της κυβέρνησης την επαφή του με τον τρόπο που βιώνει την καθημερινότητα η κοινωνία;
Οι δηλώσεις που ανάγκασαν το Μαξίμου να παρέμβει
Το πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου γίνεται μεγαλύτερο όταν η εσωκομματική συζήτηση συναντά τις ατυχείς δημόσιες τοποθετήσεις κυβερνητικών στελεχών.
Χαρακτηριστική είναι η συζήτηση που προκάλεσαν οι αναφορές του Χάρη Θεοχάρη περί «νοικοκυραίων» και «κακομοίρηδων», από τις οποίες πήραν αποστάσεις ακόμη και στελέχη της ΝΔ.
Το ζήτημα δεν είναι απλώς γλωσσικό.
Όταν η ακρίβεια, τα καύσιμα, η στέγη και οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί βρίσκονται στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, μία φράση που μπορεί να εκληφθεί ως υποτιμητική για κοινωνικές ομάδες αποκτά πολύ μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.
Και εδώ ακριβώς αποκτά νόημα η παρέμβαση Μητσοτάκη.
Ο Μητσοτάκης τράβηξε τη γραμμή
Στο Υπουργικό Συμβούλιο της 30ής Σεπτεμβρίου ο πρωθυπουργός έδωσε σαφείς οδηγίες.
Ζήτησε από τους υπουργούς να μην εμφανίζονται στα μέσα ενημέρωσης αποκλειστικά για τα θέματα του χαρτοφυλακίου τους αλλά να υπερασπίζονται συνολικά το κυβερνητικό έργο.
Κυρίως, όμως, στάθηκε στο ύφος.
«Στη δημόσια αντιπαράθεση και το ύφος παράγει εντυπώσεις», είπε, ζητώντας ο κυβερνητικός λόγος να είναι «πειστικός», αλλά ταυτόχρονα «μετρημένος, ενιαίος και ακριβής».
Ακόμη πιο πολιτική ήταν η επόμενη φράση του:
«Στο τέλος της ημέρας όλους θα μας κρίνουν οι πολίτες. Αλλά μέχρι τότε είναι δική μου ευθύνη να αξιολογώ ατομικές συμπεριφορές βουλευτών και υπουργών».
Η αναφορά διαβάστηκε από πολλά μέσα ως έμμεση απάντηση στη δημόσια κριτική της Ντόρας Μπακογιάννη, χωρίς πάντως ο πρωθυπουργός να την κατονομάσει.
Ταυτόχρονα, όμως, ο ίδιος ο Μητσοτάκης αναγνώρισε εμπράκτως ότι υπάρχει πρόβλημα δημόσιου ύφους, αφού ζήτησε μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση από τα στελέχη του.
Το δύσκολο σημείο για τη ΝΔ
Εδώ βρίσκεται πλέον η πολιτική δυσκολία για την κυβέρνηση.
Εάν επρόκειτο μόνο για μία ατυχή δήλωση, το ζήτημα θα μπορούσε να κλείσει με μία διευκρίνιση.
Όταν όμως μέσα σε λίγες ημέρες μιλούν για αλαζονεία ή απόσταση από την κοινωνία η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Δημήτρης Καιρίδης, ο Δημήτρης Καλογερόπουλος και ο Κώστας Μπακογιάννης, ενώ ο Γιώργος Βλάχος δηλώνει από τη Βουλή ότι «είμαστε εκτός πραγματικότητας», τότε το πρόβλημα παύει να είναι επικοινωνιακό επεισόδιο.
Γίνεται εσωκομματική πολιτική συζήτηση για τη σχέση της ΝΔ με την κοινωνία.
Και αυτή η συζήτηση γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της δημόσιας ατζέντας στις παρεμβάσεις για ενέργεια, καύσιμα, χρέη και δανειολήπτες.
Αντί όμως να συζητούνται αποκλειστικά τα μέτρα, ένα σημαντικό μέρος της πολιτικής επικαιρότητας καταλαμβάνεται από τις δηλώσεις των ίδιων των κυβερνητικών και κομματικών στελεχών.
Δεν είναι πια μόνο θέμα «καλαμιού»
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης.
Η λέξη «αλαζονεία» λειτουργεί ως τίτλος. Πίσω της, όμως, βρίσκεται μια βαθύτερη συζήτηση.
Πόσο κοντά βρίσκεται η κυβέρνηση στην καθημερινότητα του πολίτη;
Πώς μιλά ένας υπουργός σε έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται με τη βενζίνη, το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο ή το στεγαστικό του δάνειο;
Και πόσο πολιτικό κόστος μπορεί να προκαλέσει μια φράση η οποία δημιουργεί την εντύπωση ότι η εξουσία δεν αντιλαμβάνεται αυτή την καθημερινότητα;
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έδωσε ουσιαστικά την απάντησή του ζητώντας μετρημένο λόγο και προσοχή στο ύφος.
Το αν αυτό θα αρκέσει για να κλείσει η εσωκομματική συζήτηση είναι διαφορετικό ζήτημα.
Γιατί η Ντόρα Μπακογιάννη άνοιξε το θέμα, αλλά δεν έμεινε μόνη.
Ο Κώστας Μπακογιάννης είπε ότι «ο κόσμος το έχει τούμπανο».
Ο Γιώργος Βλάχος ότι «είμαστε εκτός πραγματικότητας».
Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγκάστηκε τελικά να υπενθυμίσει στους υπουργούς του ότι στην πολιτική δεν μετρά μόνο τι λες. Μετρά και πώς το λες.
Κάπως έτσι, μέσα σε λίγες ημέρες, τα «καβαλημένα καλάμια» έπαψαν να αποτελούν μία αιχμηρή ατάκα.
Έγιναν πολιτικό πρόβλημα στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας.



