Σοβαρή θεσμική αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει στους κόλπους της ελληνικής Δικαιοσύνης, με αφορμή δημόσιο άρθρο του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλη Φλωρίδη, αδελφού του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων αντιδρά με ιδιαίτερα σκληρή ανακοίνωση, ενώ στην αντιπαράθεση παρεμβαίνουν πλέον και ο πρόεδρος και ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Στο επίκεντρο βρίσκεται ποινική υπόθεση με έντεκα κατηγορουμένους, ανάμεσά τους και γιος εν ενεργεία υπουργού της κυβέρνησης.
Μια υπόθεση που προκαλεί θεσμική σύγκρουση
Μια πρωτοφανή δημόσια αντιπαράθεση στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης έχει προκαλέσει η παρέμβαση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλη Φλωρίδη, ο οποίος με άρθρο του υπό τον τίτλο «Φλέβα διαφθοράς στη δικαιοσύνη» αμφισβητεί ευθέως τους χειρισμούς δικαστικών λειτουργών σε εκκρεμή ποινική υπόθεση.
Η υπόθεση αφορά έντεκα κατηγορουμένους, μεταξύ των οποίων βρίσκεται, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, γιος εν ενεργεία υπουργού.
Το στοιχείο που καθιστά τη δημόσια αντιπαράθεση ιδιαίτερα σημαντική είναι ότι ο κ. Φλωρίδης δεν περιορίζεται στην έκφραση μιας γενικής άποψης για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
Είχε ο ίδιος υπηρεσιακή συμμετοχή στη συγκεκριμένη υπόθεση, εισηγούμενος τη μη παραπομπή των κατηγορουμένων. Η πρότασή του, ωστόσο, δεν έγινε δεκτή από το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο.
Η δημοσίευση του άρθρου του προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ενώ ακολούθησε και παρέμβαση της ηγεσίας του Αρείου Πάγου.
Έτσι, μια διαφωνία για τον δικαστικό χειρισμό συγκεκριμένης υπόθεσης εξελίχθηκε σε ευρύτερη θεσμική αντιπαράθεση για τα όρια της δημόσιας κριτικής και τον σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων.
Βασίλης Φλωρίδης: «Η πόρτα της διαφθοράς ανοίγει πάντα από μέσα»
Στο άρθρο του, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου υποστηρίζει ότι η παραπομπή των κατηγορουμένων στηρίχθηκε σε ανεπαρκή στοιχεία.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Η επιμονή στην προώθηση της κατηγορίας παρά την παντελή έλλειψη στοιχείων, μου δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο των δικαστικών λειτουργών που τη χειρίστηκαν».
Ο κ. Φλωρίδης επισημαίνει ότι η ίδια η ποινική διαδικασία μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για έναν κατηγορούμενο, ακόμη και πριν από την έκδοση οριστικής δικαστικής απόφασης.
Αναφέρεται στο οικονομικό κόστος, στη δημόσια έκθεση και στην ψυχολογική επιβάρυνση που μπορεί να προκαλέσει μια μακροχρόνια δικαστική εκκρεμότητα.
Παράλληλα, ζητά διαφάνεια, αιτιολογημένες αποφάσεις και πραγματική λογοδοσία στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης.
Η πιο αιχμηρή φράση του άρθρου του είναι:
«Η πόρτα της διαφθοράς ανοίγει πάντα από μέσα».
Η διατύπωση αυτή προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση, καθώς προέρχεται από ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό και συνδέεται με συγκεκριμένη δικαστική υπόθεση στην οποία είχε συμμετάσχει.
Πρέπει, πάντως, να επισημανθεί ότι οι καταγγελίες και οι αξιολογήσεις του κ. Φλωρίδη δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη παράνομων ενεργειών ή διαφθοράς από τους συναδέλφους του.
Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: «Πρωτοφανές στα ιστορικά χρονικά»
Η αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ήταν άμεση και ιδιαίτερα αυστηρή.
Η Ένωση κάνει λόγο για «πρωτοφανές στα ιστορικά χρονικά γεγονός», αναφερόμενη στο ότι ένας ανώτατος δικαστικός λειτουργός στρέφεται δημόσια εναντίον συναδέλφων του που συμμετείχαν στα δικαστικά συμβούλια της ίδιας υπόθεσης.
Υπενθυμίζει μάλιστα ότι ο κ. Φλωρίδης είχε προσωπικά χειριστεί την υπόθεση στο στάδιο της αναίρεσης και είχε εισηγηθεί την απαλλαγή των κατηγορουμένων.
Σύμφωνα με την Ένωση, η πρότασή του απορρίφθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
Η επισήμανση αυτή αποτελεί κεντρικό σημείο της αντίδρασής της.
Η Ένωση δεν αμφισβητεί απλώς το περιεχόμενο της δημόσιας τοποθέτησης. Θέτει το ζήτημα της θεσμικής συμπεριφοράς ενός εισαγγελικού λειτουργού ο οποίος, μετά την απόρριψη της πρότασής του, ασκεί δημόσια τόσο βαριά κριτική στους δικαστές που έλαβαν διαφορετική απόφαση.
Νέα εξέλιξη: Παρέμβαση του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Η αντιπαράθεση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη θεσμική βαρύτητα με την παρέμβαση του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Με κοινή ανακοίνωσή τους, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, επισημαίνουν ότι οι εισαγγελικές προτάσεις δεν δεσμεύουν τα δικαστικά συμβούλια, τα οποία διαμορφώνουν τη δική τους κρίση με βάση τη δικογραφία και τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Η συγκεκριμένη επισήμανση αφορά τον πυρήνα της υπόθεσης.
Ένας εισαγγελέας μπορεί να διατυπώσει πρόταση υπέρ ή κατά της παραπομπής ενός κατηγορουμένου. Το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, όμως, δεν υποχρεούται να την ακολουθήσει.
Η διαφορετική κρίση του συμβουλίου αποτελεί μέρος της θεσμοθετημένης δικαστικής διαδικασίας.
Στην ίδια παρέμβαση υπογραμμίζεται, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, ότι η αμφισβήτηση μιας δικαστικής κρίσης πρέπει να πραγματοποιείται μέσω των προβλεπόμενων ένδικων διαδικασιών και όχι με δημόσιες καταγγελίες περί διαφθοράς.
Με αυτόν τον τρόπο, η ηγεσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θέτει ζήτημα θεσμικών ορίων στη δημόσια αντιπαράθεση.
Η σημασία της εξέλιξης είναι ότι η αντίδραση δεν περιορίζεται πλέον στη συνδικαλιστική εκπροσώπηση των δικαστικών λειτουργών, αλλά προέρχεται και από την ίδια την ηγεσία του Αρείου Πάγου.
Η παρέμβαση αυτή δεν αποτελεί απόφαση επί της ενοχής ή της αθωότητας των κατηγορουμένων. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα δικαστικά συμβούλια και αντιμετωπίζονται οι διαφωνίες για τις κρίσεις τους.
Η παλαιότερη τοποθέτηση Φλωρίδη που επαναφέρει η Ένωση
Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση και μια παλαιότερη τοποθέτηση του ίδιου του Βασίλη Φλωρίδη.
Σύμφωνα με αυτή, οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν συγγενείς με ενεργή πολιτική δραστηριότητα θα πρέπει να απέχουν από υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα.
Η Ένωση υπενθυμίζει τη συγκεκριμένη θέση με δεδομένο ότι ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου είναι αδελφός του σημερινού υπουργού Δικαιοσύνης.
Το γεγονός της συγγένειας δεν αποδεικνύει από μόνο του μεροληψία ούτε συνεπάγεται αυτομάτως νομικό κώλυμα.
Ωστόσο, η Ένωση θέτει το ερώτημα της συνέπειας ανάμεσα στις δημόσιες αρχές που είχε διατυπώσει ο ίδιος και στη σημερινή στάση του.
Η συζήτηση αυτή αποκτά μεγαλύτερη ευαισθησία λόγω της συμμετοχής συγγενούς εν ενεργεία υπουργού μεταξύ των κατηγορουμένων.
«Κανείς δεν δικαιούται ασυλία, όποιο όνομα κι αν φέρει»
Η ανακοίνωση της Ένωσης περιλαμβάνει και μια ιδιαίτερα αιχμηρή αναφορά στην ισότητα όλων απέναντι στους θεσμούς.
«Σε ένα Κράτος Δικαίου, που απαιτεί το σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων από κάθε πολίτη, κανείς δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός δεν δικαιούται αυτού του είδους την ασυλία, όσο ισχυρός κι αν νιώθει, όποιο όνομα και αν φέρει», αναφέρει.
Με τη συγκεκριμένη τοποθέτηση η Ένωση υπογραμμίζει ότι η υπηρεσιακή θέση, ο βαθμός και οι προσωπικές ή οικογενειακές σχέσεις δεν πρέπει να δημιουργούν διαφορετικά μέτρα θεσμικής ευθύνης.
Πρόκειται για μια θέση που συνδέεται άμεσα με την ανάγκη διατήρησης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και της εμπιστοσύνης των πολιτών στους λειτουργούς της.
Η ουσία της υπόθεσης και το τεκμήριο αθωότητας
Μέσα στη δημόσια αντιπαράθεση υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται.
Η παραπομπή ενός προσώπου σε δίκη δεν ισοδυναμεί με καταδίκη.
Οι έντεκα κατηγορούμενοι διατηρούν πλήρως το τεκμήριο αθωότητας και η ουσία των κατηγοριών θα κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο.
Αντίστοιχα, το γεγονός ότι ένας εισαγγελικός λειτουργός διαφωνεί με μια απόφαση δικαστικού συμβουλίου δεν αποδεικνύει ότι η απόφαση αυτή υπαγορεύτηκε από παράνομα κίνητρα.
Η διαφωνία ανάμεσα σε εισαγγελική πρόταση και δικαστική κρίση είναι θεσμικά προβλεπόμενη δυνατότητα.
Αυτό που καθιστά την παρούσα υπόθεση ιδιαίτερη είναι ο δημόσιος χαρακτήρας της σύγκρουσης, η βαρύτητα των χαρακτηρισμών και οι θεσμικές ιδιότητες των προσώπων που συμμετέχουν.
Το μεγάλο ερώτημα για την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη
Η νέα αντιπαράθεση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη των πολιτών στη λειτουργία της Δικαιοσύνης αποτελεί αντικείμενο έντονου δημόσιου προβληματισμού.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένας ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός που διατυπώνει σοβαρές καταγγελίες για τον χειρισμό μιας υπόθεσης.
Από την άλλη, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και η ηγεσία του Αρείου Πάγου αντιδρούν, υπογραμμίζοντας την ανάγκη σεβασμού της δικαστικής διαδικασίας και των θεσμικών κανόνων.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν μπορεί να επιλυθεί με πολιτικούς χαρακτηρισμούς ούτε με δημόσιες εντυπώσεις.
Απαιτεί σαφή διάκριση ανάμεσα στη νόμιμη κριτική μιας δικαστικής απόφασης, στην υπηρεσιακή λογοδοσία και στην απόδοση ισχυρισμών περί διαφθοράς, οι οποίοι χρειάζονται συγκεκριμένη τεκμηρίωση.
Το γεγονός ότι η ηγεσία του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει πλέον δημόσια δείχνει τη σοβαρότητα που έχει αποκτήσει η σύγκρουση.
Και το κεντρικό ζητούμενο παραμένει ένα: να διασφαλίζεται ότι κάθε υπόθεση κρίνεται αποκλειστικά με βάση τον νόμο και τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς εξωτερικές πιέσεις και χωρίς διαφορετική μεταχείριση λόγω της ιδιότητας ή των συγγενικών σχέσεων οποιουδήποτε εμπλεκομένου.



