Τρεις δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν μια πολιτική πραγματικότητα που προβληματίζει την κυβέρνηση, αλλά δεν προσφέρει ούτε στην αντιπολίτευση λόγους πανηγυρισμού. Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται χωρίς ανοδική δυναμική, η μάχη στον χώρο της Κεντροαριστεράς παραμένει ανοιχτή και η παρουσία νέων σχηματισμών στα δεξιά δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις.
Η κυβέρνηση έδωσε οικονομικές υποσχέσεις, αλλά η κοινωνία δεν φαίνεται να πείθεται
Η πολιτική φθορά δεν αποτυπώνεται πάντοτε μέσα από θεαματικές δημοσκοπικές απώλειες. Ορισμένες φορές το σημαντικότερο μήνυμα βρίσκεται στην αδυναμία ενός κυβερνώντος κόμματος να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, ακόμη και όταν επιχειρεί να αλλάξει την πολιτική ατζέντα με συγκεκριμένες οικονομικές παρεμβάσεις.
Αυτή ακριβώς είναι η εικόνα που αναδεικνύεται από την πολιτική ανάγνωση των τελευταίων μετρήσεων των Opinion Poll, Alco και Marc.
Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται να καταγράφει μικρή υποχώρηση, παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης να αξιοποιήσει τις εξαγγελίες της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης και να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από τη φθορά της καθημερινότητας στις οικονομικές ελαφρύνσεις.
Το ουσιαστικό πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι τόσο η απώλεια ορισμένων δημοσκοπικών μονάδων. Είναι ότι δεν διαμορφώνεται ένα πειστικό αφήγημα πολιτικής ανάκαμψης.
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή την κυριαρχία σε νέα κοινωνική εμπιστοσύνη.
Και αυτό αποτελεί μια πολύ πιο σύνθετη πρόκληση από μια πρόσκαιρη δημοσκοπική υποχώρηση.
Η ακρίβεια παραμένει ισχυρότερη από τις εξαγγελίες
Οι οικονομικές παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν στη Θεσσαλονίκη είχαν έναν σαφή πολιτικό στόχο: να περιορίσουν τη δυσαρέσκεια των νοικοκυριών και να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι αρχίζει μια περίοδος ουσιαστικής βελτίωσης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Ωστόσο, η πολιτική αποτελεσματικότητα των μέτρων κρίνεται τελικά από την καθημερινότητα.
Όταν οι πολίτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλές δαπάνες για τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση και βασικές υπηρεσίες, ακόμη και μια οικονομική ελάφρυνση μπορεί να μην είναι αρκετή για να μεταβάλει τη συνολική τους αξιολόγηση.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο καθώς πλησιάζει ο χειμώνας, όταν οι ανάγκες για θέρμανση και ηλεκτρική ενέργεια αυξάνουν την πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Η κυβέρνηση καλείται επομένως να αντιμετωπίσει ένα διπλό πρόβλημα: αφενός να αποδείξει ότι οι παρεμβάσεις της έχουν πραγματικό αντίκρισμα και αφετέρου να ανατρέψει μια συσσωρευμένη δυσπιστία που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην οικονομία.
Η πολιτική εμπιστοσύνη, άλλωστε, χάνεται σταδιακά και δεν ανακτάται αυτομάτως με μία δέσμη εξαγγελιών.
Ο Αλέξης Τσίπρας και η δυσκολία της νέας δυναμικής
Στον χώρο της Κεντροαριστεράς, η εικόνα δεν είναι λιγότερο σύνθετη.
Η ΕΛΑΣ, ο πολιτικός σχηματισμός που συνδέεται με τον Αλέξη Τσίπρα, εμφανίζεται στις αναφερόμενες μετρήσεις να διατηρεί προβάδισμα έναντι του ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως να παρουσιάζει την έντονη ανοδική δυναμική που θα μπορούσε να μεταβάλει ουσιαστικά τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Η διαφορά ανάμεσα στην αρχική προσδοκία και στη δημοσκοπική σταθεροποίηση έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού στην κεντρική πολιτική σκηνή μπορεί να δημιουργήσει ενδιαφέρον, συζητήσεις και κινητικότητα. Δεν συνεπάγεται, όμως, αυτομάτως τη συγκρότηση ενός πλειοψηφικού πολιτικού ρεύματος.
Για να αποκτήσει ένας νέος σχηματισμός πραγματική εκλογική δυναμική, χρειάζεται να διευρύνει την απήχησή του πέρα από τους ήδη πολιτικά συγγενείς ψηφοφόρους.
Αυτό είναι το δύσκολο στοίχημα για τον Αλέξη Τσίπρα.
Η πολιτική αναγνωρισιμότητα αποτελεί πλεονέκτημα, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζονται πειστικό πρόγραμμα, οργανωτική παρουσία, κοινωνικές συμμαχίες και, κυρίως, η αίσθηση ότι υπάρχει μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά, ακόμη και μια αξιόλογη δημοσκοπική παρουσία κινδυνεύει να μετατραπεί σε στασιμότητα.
Το ΠΑΣΟΚ κερδίζει έδαφος, αλλά όχι όσο χρειάζεται
Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει το δικό του πολιτικό παράδοξο.
Η κυβερνητική φθορά θα μπορούσε θεωρητικά να δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για ένα κόμμα που επιδιώκει να εμφανιστεί ως θεσμική και προγραμματική εναλλακτική.
Ωστόσο, η δημοσκοπική εικόνα που περιγράφεται δεν δείχνει μια τέτοια καθαρή μετατόπιση.
Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να αποκομίζει περιορισμένα οφέλη, χωρίς να διαμορφώνει ισχυρό ρεύμα ανατροπής.
Αυτό σημαίνει ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε εμπιστοσύνη προς τη Χαριλάου Τρικούπη.
Πρόκειται για μια κρίσιμη διαπίστωση.
Οι πολίτες μπορούν να αποδοκιμάζουν την κυβερνητική πολιτική χωρίς να θεωρούν ότι η αξιωματική ή η ευρύτερη αντιπολίτευση διαθέτει πειστικότερη λύση.
Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, επομένως, η μάχη δεν εξαντλείται στην ανάκτηση της δεύτερης θέσης. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να πείσει ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αποτελέσει πόλο κυβερνητικής εναλλαγής.
Και μέχρι στιγμής, σύμφωνα με την εικόνα που παρουσιάζεται, αυτή η προοπτική δεν έχει αποκτήσει την απαιτούμενη δυναμική.
Η Συμμαχία Ελλήνων και η πίεση στα δεξιά της ΝΔ
Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει ιδιαίτερης πολιτικής προσοχής είναι η καταγραφόμενη παρουσία της Συμμαχίας Ελλήνων.
Η δημόσια υποστήριξη που, σύμφωνα με τις αναφορές, έχει εκφράσει ο Ηλίας Κασιδιάρης προς τον συγκεκριμένο σχηματισμό δημιουργεί ένα ιδιαίτερο πολιτικό δεδομένο στον χώρο της άκρας δεξιάς.
Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στο ποσοστό που μπορεί να συγκεντρώσει ένα τέτοιο κόμμα.
Αφορά κυρίως τη δυνατότητα να επηρεάσει τις ισορροπίες σε ένα εκλογικό ακροατήριο στο οποίο ήδη δραστηριοποιούνται διαφορετικοί πολιτικοί σχηματισμοί.
Για τη Νέα Δημοκρατία, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα επιπλέον πεδίο προβληματισμού.
Η κυβερνητική παράταξη καλείται να διατηρήσει τη συνοχή της εκλογικής της βάσης, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει να προσεγγίσει κεντρώους ψηφοφόρους που ενδέχεται να έχουν απομακρυνθεί.
Οι δύο αυτοί στόχοι δεν είναι πάντοτε εύκολο να συνδυαστούν.
Μια έντονη μετατόπιση της κυβερνητικής ρητορικής προς τα δεξιά μπορεί να δυσκολέψει την προσέγγιση του Κέντρου. Αντίστροφα, η προσπάθεια διατήρησης ενός μετριοπαθούς προφίλ ενδέχεται να αφήσει χώρο σε κόμματα που επιδιώκουν να εκφράσουν πιο σκληρές πολιτικές θέσεις.
Η παρουσία ενός ακόμη σχηματισμού σε αυτό το πεδίο καθιστά την εξίσωση πιο περίπλοκη.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν δημιουργεί ισχυρό ρεύμα
Αν υπάρχει ένα κοινό πολιτικό συμπέρασμα από την εικόνα των τριών δημοσκοπήσεων, είναι ότι το πολιτικό σύστημα φαίνεται να βρίσκεται σε μια περίοδο περιορισμένης δυναμικής.
Η Νέα Δημοκρατία δεν καταφέρνει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη που έχει χάσει.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμφανίζεται να δημιουργεί το ισχυρό ανοδικό ρεύμα που θα άλλαζε τους συσχετισμούς.
Το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να αξιοποιήσει την κυβερνητική φθορά.
Και στα δεξιά της κυβερνητικής παράταξης, η παρουσία περισσότερων σχηματισμών αυξάνει τον κατακερματισμό.
Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική σκηνή στην οποία η δυσαρέσκεια δεν αποκτά έναν σαφή και κυρίαρχο εκφραστή.
Για το Μέγαρο Μαξίμου, αυτή η κατάσταση προσφέρει βραχυπρόθεσμα ένα πλεονέκτημα: η αντιπολίτευση δεν εμφανίζεται έτοιμη να κεφαλαιοποιήσει συνολικά τη φθορά της κυβέρνησης.
Μακροπρόθεσμα, όμως, η απουσία ισχυρής κοινωνικής δυναμικής δεν μπορεί να θεωρείται ασφαλής πολιτική βάση.
Διότι οι εκλογικές αναμετρήσεις δεν κρίνονται μόνο από τη σύγκριση των κομμάτων μεταξύ τους. Κρίνονται και από το κατά πόσο οι πολίτες πιστεύουν ότι η πολιτική μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά τη ζωή τους.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της περιόδου: η κυβέρνηση εξακολουθεί να προηγείται πολιτικά, αλλά η φθορά της δεν έχει ανακοπεί, ενώ οι αντίπαλοί της εξακολουθούν να αναζητούν τον τρόπο να τη μετατρέψουν σε πραγματική εκλογική ανατροπή.



