Η νέα δημοσκόπηση της ALCO περιέχει δύο διαφορετικά μηνύματα. Το πρώτο αφορά ευθέως την κυβέρνηση: η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στο 24,3% στην πρόθεση ψήφου και το 67% των ερωτηθέντων ζητά αλλαγή διακυβέρνησης. Το δεύτερο αφορά την αντιπολίτευση: παρά το μέγεθος αυτής της επιθυμίας για αλλαγή, κανένα κόμμα δεν έχει μέχρι στιγμής κατορθώσει να συγκεντρώσει γύρω του αντίστοιχη πολιτική δυναμική.
Η συγκεκριμένη αντίφαση ίσως είναι και το σημαντικότερο στοιχείο της μέτρησης.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται καθαρά. Βρίσκεται στο 24,3%, έναντι 14,4% της ΕΛ.Α.Σ. και 11,1% του ΠΑΣΟΚ. Η απόσταση από το δεύτερο κόμμα παραμένει 9,9 μονάδες.
Αν κάποιος κοιτάξει αποκλειστικά τη μεταξύ τους διαφορά, η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό δημοσκοπικό προβάδισμα.
Αν όμως κοιτάξει το υπόλοιπο της έρευνας, η εικόνα γίνεται πολύ πιο σύνθετη.
Το 67% είναι το πολιτικά βαρύτερο εύρημα
Στο ερώτημα εάν στις επόμενες εκλογές πρέπει να δοθεί τρίτη ευκαιρία διακυβέρνησης στον Κυριάκο Μητσοτάκη ή να υπάρξει αλλαγή διακυβέρνησης, μόλις το 25% επιλέγει την τρίτη ευκαιρία, έναντι 67% που ζητά αλλαγή.
Πρόκειται για εύρημα διαφορετικής φύσης από την απλή πρόθεση ψήφου.
Δεν σημαίνει ότι το 67% αποτελεί ενιαίο αντιπολιτευτικό ή εκλογικό μπλοκ. Ούτε ότι θα ψηφίσει ένα συγκεκριμένο κόμμα. Αποτυπώνει όμως ότι ένα πολύ μεγάλο τμήμα των ερωτηθέντων δεν επιλέγει τη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης όταν τίθεται ευθέως αυτό το δίλημμα.
Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο.
Στην αξιολόγηση της κυβερνητικής απόδοσης, 58% δηλώνει «καθόλου» ευχαριστημένο, 21% «λίγο» και μόλις 20% «πολύ/αρκετά».
Άρα η δυσαρέσκεια δεν εμφανίζεται σε μία μόνο ερώτηση.
Η ΔΕΘ δεν φαίνεται να άλλαξε δραματικά το κλίμα
Η μέτρηση πραγματοποιείται στον απόηχο των εξαγγελιών της ΔΕΘ και γι’ αυτό αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον.
Στην ερώτηση εάν τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός ωφελούν τους ίδιους και τις οικογένειές τους, 48% απαντά «καθόλου» και 34% «λίγο».
Επομένως, τα μέτρα της ΔΕΘ δεν αποτυπώνονται στη συγκεκριμένη έρευνα ως κάποια μεγάλη μεταστροφή της κοινωνικής αξιολόγησης υπέρ της κυβέρνησης.
Αυτό είναι ένα από τα δεδομένα που έχει σημασία για το Μέγαρο Μαξίμου: άλλο πράγμα η διατήρηση της πρώτης θέσης και άλλο η διεύρυνση της κοινωνικής υποστήριξης που θα απαιτούσε ένας υψηλότερος εκλογικός στόχος.
Και όμως, η ΝΔ παραμένει σχεδόν 10 μονάδες μπροστά
Εδώ αρχίζει το δεύτερο μέρος του πολιτικού προβλήματος.
Πώς είναι δυνατόν το 67% να ζητά αλλαγή διακυβέρνησης και την ίδια στιγμή η ΝΔ να προηγείται σχεδόν δέκα μονάδες;
Η απάντηση βρίσκεται στον κατακερματισμό των πολιτικών επιλογών.
Η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται στο 14,4%, το ΠΑΣΟΚ στο 11,1%, ενώ οι υπόλοιπες επιλογές κατανέμονται σε αρκετούς μικρότερους σχηματισμούς.
Δεν υπάρχει, συνεπώς, αντιστοιχία ανάμεσα στην κοινωνική επιθυμία για αλλαγή που καταγράφει το συγκεκριμένο ερώτημα και στη συγκέντρωση της ψήφου γύρω από μία συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση.
Και αυτό, στην παρούσα φάση, λειτουργεί αντικειμενικά υπέρ του πρώτου κόμματος.
Το πρόβλημα αφορά και την αντιπολίτευση
Αν το 67% αποτελεί προειδοποιητικό εύρημα για την κυβέρνηση, αποτελεί ταυτόχρονα ερώτημα για τους πολιτικούς της αντιπάλους.
Η ΕΛ.Α.Σ. βρίσκεται στο 14,4%. Το ΠΑΣΟΚ στο 11,1%.
Κανένα από τα δύο κόμματα δεν πλησιάζει σήμερα το μέγεθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας που καταγράφεται απέναντι στη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης.
Ακόμη και σε ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα της ALCO, αυτό της αξιοπιστίας για την εφαρμογή όσων ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καταγράφει 27%, ο Αλέξης Τσίπρας 14,5% και ο Νίκος Ανδρουλάκης 12,5%, ενώ η μεγαλύτερη κατηγορία είναι το «κανένας» με 40%.
Αυτό είναι ίσως το στοιχείο που εξηγεί καλύτερα το πολιτικό σκηνικό.
Υπάρχει δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση, αλλά σημαντικό μέρος της δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε εμπιστοσύνη προς κάποιον συγκεκριμένο αντίπαλό της.
Το πραγματικό πολιτικό στοίχημα
Η δημοσκόπηση της ALCO, συνεπώς, δεν περιγράφει απλώς μία κυβέρνηση που προηγείται.
Περιγράφει ένα πολύ πιο αντιφατικό σκηνικό:
ΝΔ στο 24,3%, αλλά 67% υπέρ της αλλαγής διακυβέρνησης.
Αυτό μπορεί να αποτελέσει σοβαρό ζήτημα για την κυβέρνηση εάν η επιθυμία αλλαγής αποκτήσει συγκεκριμένη κομματική κατεύθυνση.
Μέχρι στιγμής, όμως, η μέτρηση δείχνει ότι αυτό δεν έχει συμβεί.
Και εκεί βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα των επόμενων μηνών: όχι μόνο πόσο μπορεί να ανακτήσει η Νέα Δημοκρατία, αλλά ποιος –και αν κάποιος– θα καταφέρει να μετατρέψει τη διάχυτη επιθυμία για πολιτική αλλαγή σε συγκεκριμένη εκλογική επιλογή.
Η απάντηση σε αυτό δεν δίνεται από μία δημοσκόπηση. Θα φανεί από τη συνέχεια των μετρήσεων και, τελικά, από την κάλπη.



