Δημοσκόπηση ALCO: Η ΝΔ κάτω από το 24%, ισχυρό αίτημα πολιτικής αλλαγής και νέα δεδομένα στη «δεξιά πολυκατοικία»

Η νέα πανελλαδική δημοσκόπηση της ALCO αποτυπώνει μια σύνθετη πολιτική εικόνα: η Νέα Δημοκρατία διατηρεί διψήφιο προβάδισμα, αλλά εμφανίζει μειωμένη εκλογική συσπείρωση, ενώ η πλειονότητα των ερωτηθέντων δηλώνει ότι επιθυμεί αλλαγή στη διακυβέρνηση. Παράλληλα, η καταγραφή νέων πολιτικών σχηματισμών, οι μετακινήσεις στον χώρο δεξιότερα της ΝΔ και η συζήτηση για ενδεχόμενο κόμμα του Αντώνη Σαμαρά διαμορφώνουν ένα πιο σύνθετο πεδίο πολιτικών συσχετισμών.

Πρώτη η ΝΔ, αλλά με περιορισμένη εκλογική συσπείρωση

Η Νέα Δημοκρατία παραμένει στην πρώτη θέση της πρόθεσης ψήφου επί των εγκύρων, συγκεντρώνοντας 23,8%, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της ALCO που πραγματοποιήθηκε από τις 8 έως τις 13 Οκτωβρίου 2026.

Το κυβερνών κόμμα καταγράφει υποχώρηση μισής ποσοστιαίας μονάδας σε σχέση με την προηγούμενη συγκρίσιμη μέτρηση, χωρίς ωστόσο να χάνει το σημαντικό προβάδισμά του έναντι των πολιτικών αντιπάλων του.

Στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.), με 13,8%, ενώ το ΠΑΣΟΚ ακολουθεί με 11,2%.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ΝΔ εξακολουθεί να διαθέτει το μεγαλύτερο μεμονωμένο εκλογικό ακροατήριο, αλλά η απόστασή της από τα ποσοστά που παραδοσιακά συνδέονται με τη διεκδίκηση κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας παραμένει σημαντική.

Χρειάζεται, πάντως, μια ουσιαστική διευκρίνιση: η πρόθεση ψήφου δεν ταυτίζεται με το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα ούτε μπορεί να μετατραπεί απευθείας σε αριθμό κοινοβουλευτικών εδρών.

Το αίτημα πολιτικής αλλαγής

Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μέτρησης δεν αφορά συγκεκριμένο κόμμα, αλλά τη στάση των πολιτών απέναντι στη σημερινή διακυβέρνηση.

Το 63% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι επιθυμεί πολιτική αλλαγή, ενώ το 23% τάσσεται υπέρ της συνέχισης της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία.

Η διαφορά αυτή καταγράφει σημαντική κοινωνική δυσαρέσκεια.

Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι όσοι επιθυμούν αλλαγή στηρίζουν την ίδια εναλλακτική κυβερνητική λύση.

Η προτίμηση για διαφορετική διακυβέρνηση μπορεί να εκφράζεται μέσα από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και κομματικές επιλογές.

Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί το αίτημα αλλαγής συνυπάρχει με τον κατακερματισμό της εκλογικής υποστήριξης ανάμεσα σε αρκετούς πολιτικούς σχηματισμούς.

Η ακρίβεια παραμένει κεντρική ανησυχία

Η οικονομική καθημερινότητα εξακολουθεί να επηρεάζει την πολιτική συζήτηση.

Η ακρίβεια, το κόστος ενέργειας και οι δαπάνες των νοικοκυριών συγκαταλέγονται στα ζητήματα που προκαλούν έντονη ανησυχία.

Για σημαντικό μέρος των πολιτών, η αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής συνδέεται άμεσα με την αγοραστική δύναμη και τη δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών.

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την πολιτική αντιπαράθεση, καθώς τα κόμματα καλούνται να παρουσιάσουν συγκεκριμένες προτάσεις για το εισόδημα, τη φορολογία, την ενέργεια και το κόστος διαβίωσης.

Ωστόσο, η δημοσκόπηση δεν αρκεί από μόνη της για να αποδειχθεί ότι κάθε μετακίνηση ψηφοφόρου οφείλεται αποκλειστικά στην ακρίβεια.

Οι εκλογικές συμπεριφορές επηρεάζονται από περισσότερους παράγοντες.

Το ζήτημα της αυτοδυναμίας

Η συζήτηση για τη δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης επανέρχεται λόγω της απόστασης ανάμεσα στην καταγεγραμμένη πρόθεση ψήφου της ΝΔ και στα ποσοστά που θα απαιτούνταν για την κατάκτηση 151 εδρών.

Η εκλογική νομοθεσία, το ποσοστό των κομμάτων που θα μείνουν εκτός Βουλής και η τελική κατανομή των ψήφων αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες.

Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υπολογιστεί με ασφάλεια η μελλοντική κοινοβουλευτική σύνθεση μόνο από ένα ποσοστό πρόθεσης ψήφου.

Η συγκεκριμένη μέτρηση, πάντως, επαναφέρει τη συζήτηση για το πώς θα μπορούσαν να διαμορφωθούν κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες σε ένα πολυκομματικό περιβάλλον.

Το ζήτημα των κυβερνητικών συνεργασιών αφορά τόσο τους αριθμητικούς συσχετισμούς όσο και τις πολιτικές θέσεις των κομμάτων.

Η συσπείρωση της ΝΔ και οι αναποφάσιστοι

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για όσους είχαν ψηφίσει Νέα Δημοκρατία στις εκλογές του Ιουνίου 2023.

Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα ευρήματα, η συσπείρωση του κυβερνώντος κόμματος διαμορφώνεται στο 60%.

Το 21,9% των συγκεκριμένων πρώην ψηφοφόρων δηλώνει αναποφάσιστο, ενώ το 7,5% στρέφεται προς άλλους πολιτικούς σχηματισμούς.

Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν ότι ένα μέρος του εκλογικού ακροατηρίου του 2023 δεν εκφράζει σήμερα την ίδια κομματική προτίμηση.

Η παρουσία πολλών αναποφάσιστων έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν πρόκειται για πολίτες που έχουν ήδη επιλέξει συγκεκριμένο άλλο κόμμα.

Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι όλοι προέρχονται από το ίδιο ιδεολογικό ρεύμα ή ότι θα ακολουθήσουν κοινή εκλογική συμπεριφορά.

Οι νέοι συσχετισμοί δεξιότερα της ΝΔ

Η δημοσκόπηση καταγράφει επίσης μεταβολές στον χώρο των κομμάτων που τοποθετούνται δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας.

Η Ελληνική Λύση συγκεντρώνει 5,6%, ενώ η Συμμαχία Ελλήνων καταγράφεται στο 4%.

Η παρουσία περισσότερων σχηματισμών στον ίδιο ευρύτερο πολιτικό χώρο δημιουργεί νέα δεδομένα ως προς την κατανομή της εκλογικής υποστήριξης.

Αυτό δεν συνεπάγεται ότι οι ψηφοφόροι των συγκεκριμένων κομμάτων έχουν ενιαία πολιτικά χαρακτηριστικά ή κοινές προτεραιότητες.

Ούτε επιτρέπει να θεωρηθεί δεδομένο ότι τα ποσοστά τους προέρχονται αποκλειστικά από απώλειες της Νέας Δημοκρατίας.

Για τέτοια συμπεράσματα απαιτούνται αναλυτικά στοιχεία μετακινήσεων ψηφοφόρων.

Η καταγραφή της Συμμαχίας Ελλήνων

Η Συμμαχία Ελλήνων εμφανίζεται στη συγκεκριμένη δημοσκόπηση με ποσοστό 4% στην πρόθεση ψήφου επί των εγκύρων.

Πρόκειται για σχηματισμό που έχει συνδεθεί δημόσια με τη στήριξη του καταδικασθέντος Ηλία Κασιδιάρη.

Η καταγραφή του αποτελεί στοιχείο της παρούσας δημοσκοπικής εικόνας.

Ωστόσο, η εκλογική συμμετοχή οποιουδήποτε σχηματισμού και η τελική του κοινοβουλευτική εκπροσώπηση εξαρτώνται από τις προβλεπόμενες νομικές διαδικασίες και από το αποτέλεσμα των εκλογών.

Η δημοσκοπική παρουσία δεν συνιστά από μόνη της επιβεβαίωση μελλοντικής εισόδου στη Βουλή.

Ο παράγοντας Αντώνης Σαμαράς

Η συζήτηση για ενδεχόμενη δημιουργία νέου κόμματος από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο του πολιτικού περιβάλλοντος.

Η ALCO κατέγραψε ότι το 10% των ερωτηθέντων θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό να ψηφίσει έναν τέτοιο σχηματισμό.

Αντίθετα, το 74% απαντά ότι δεν θα τον ψήφιζε.

Οι απαντήσεις αυτές αποτυπώνουν τη δηλωμένη πιθανότητα ψήφου σε ένα υποθετικό πολιτικό ενδεχόμενο.

Δεν αποτελούν πρόθεση ψήφου για υπαρκτό ψηφοδέλτιο και δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ασφαλής πρόβλεψη εκλογικής επίδοσης.

Επίσης, δεν τεκμηριώνουν από μόνες τους ποιο ποσοστό των σημερινών ψηφοφόρων ή αναποφάσιστων της ΝΔ θα επέλεγε έναν τέτοιο σχηματισμό.

Η θέση του ΠΑΣΟΚ

Το ΠΑΣΟΚ καταγράφει 11,2%, παραμένοντας τρίτο στην πρόθεση ψήφου.

Η συζήτηση για τον ενδεχόμενο ρόλο του σε μελλοντικές κυβερνητικές συνεργασίες συνδέεται με την ιστορική εμπειρία της περιόδου 2012–2015, όταν συμμετείχε σε κυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία.

Από την άλλη πλευρά, οι σημερινές πολιτικές συνθήκες και οι διακηρυγμένες θέσεις των κομμάτων δεν ταυτίζονται με εκείνες της προηγούμενης δεκαετίας.

Οι υποκλοπές, η οικονομική πολιτική, οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις και οι διαφορές στην κοινωνική πολιτική αποτελούν σημαντικά πεδία αντιπαράθεσης.

Η δυνατότητα οποιασδήποτε μελλοντικής συνεργασίας δεν μπορεί να προεξοφληθεί από τη δημοσκόπηση.

Η εικόνα της υπόλοιπης αντιπολίτευσης

Το ΚΚΕ καταγράφει 7,1%, ενώ η Πλεύση Ελευθερίας βρίσκεται στο 3,5% και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία στο 3%.

Ακολουθούν το ΜέΡΑ25 με 2,4%, ο ΣΥΡΙΖΑ με 1,9%, η Νίκη με 1,8% και η Φωνή Λογικής με 1,5%.

Τα ποσοστά αποτυπώνουν ένα πολυκομματικό περιβάλλον, στο οποίο διαφορετικοί σχηματισμοί διεκδικούν εκλογική εκπροσώπηση.

Για κόμματα που βρίσκονται κοντά στο όριο κοινοβουλευτικής εισόδου, ακόμη και σχετικά μικρές μεταβολές μπορεί να επηρεάσουν την τελική κατανομή των εδρών.

Η σημερινή μέτρηση, πάντως, δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα για την τελική κοινοβουλευτική σύνθεση.

Τι δείχνει συνολικά η δημοσκόπηση

Η έρευνα της ALCO καταγράφει τρία παράλληλα χαρακτηριστικά της πολιτικής συγκυρίας.

Το πρώτο είναι η διατήρηση του προβαδίσματος της Νέας Δημοκρατίας, παρά τη μειωμένη συσπείρωση σε σχέση με την εκλογική της βάση του 2023.

Το δεύτερο είναι η ευρεία επιθυμία πολιτικής αλλαγής, η οποία δεν μεταφράζεται σε συγκέντρωση της εκλογικής υποστήριξης σε έναν συγκεκριμένο αντίπαλο σχηματισμό.

Το τρίτο είναι η πολυδιάσπαση του κομματικού τοπίου, με διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις να καταγράφουν υποστήριξη σε ολόκληρο το ιδεολογικό φάσμα.

Η συζήτηση για αυτοδυναμία, κυβερνητικές συνεργασίες και νέους πολιτικούς σχηματισμούς παραμένει ανοιχτή.

Η δημοσκόπηση αποτελεί αποτύπωση των διαθέσεων των πολιτών στις 8–13 Οκτωβρίου 2026, όχι προαναγγελία του εκλογικού αποτελέσματος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ