Εκλογές: Ο πήχης του 25% για τον Μητσοτάκη και ο εφιάλτης των 100 εδρών – Τα σενάρια για κυβέρνηση και διαδοχή στη ΝΔ

Το ενδεχόμενο η Νέα Δημοκρατία να αναδειχθεί πρώτο κόμμα στις επόμενες εθνικές εκλογές, αλλά να βρεθεί πολύ μακριά από την αυτοδυναμία, αναδεικνύεται σε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά προβλήματα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η συζήτηση γύρω από το 25%, οι πιθανές κοινοβουλευτικές έδρες, η δυναμική της αντιπολίτευσης και τα σενάρια διαδοχής δημιουργούν ένα σύνθετο μετεκλογικό τοπίο, στο οποίο η πρωτιά μπορεί να μην αρκεί για να εξασφαλίσει ούτε τον σχηματισμό κυβέρνησης ούτε την παραμονή του σημερινού πρωθυπουργού στην ηγεσία της ΝΔ.

Το 25% ανοίγει μια συζήτηση που η ΝΔ θα προτιμούσε να αποφύγει

Η συζήτηση για το πολιτικό μέλλον του Κυριάκου Μητσοτάκη αποκτά νέα χαρακτηριστικά, καθώς το ποσοστό του 25% έχει αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως ένα ενδεικτικό όριο για την αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος της Νέας Δημοκρατίας.

Το συγκεκριμένο ποσοστό έχει προκαλέσει ερμηνείες και σενάρια τόσο στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος όσο και στην αντιπολίτευση.

Ωστόσο, χρειάζεται μια βασική διευκρίνιση: η αναφορά του πρωθυπουργού στο 25% δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με επίσημη δέσμευση ότι θα παραιτηθεί εάν η ΝΔ κινηθεί κάτω από αυτό το επίπεδο.

Η πολιτική σημασία της συζήτησης βρίσκεται αλλού.

Για πρώτη φορά τίθεται τόσο έντονα το ερώτημα ποιο εκλογικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να θεωρηθεί αποδεκτό για έναν πρωθυπουργό που θα έχει συμπληρώσει περίπου οκτώ χρόνια στην εξουσία.

Και κυρίως, εάν η πρώτη θέση στις εκλογές θα αρκεί για να δικαιολογήσει την παραμονή του στην ηγεσία, όταν η κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματός του ενδέχεται να απέχει δεκάδες έδρες από την αυτοδυναμία.

Τι σημαίνει εκλογικό ποσοστό 25% για τις έδρες

Η εκλογική επίδοση ενός κόμματος δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε συγκεκριμένο αριθμό βουλευτικών εδρών.

Καθοριστικό ρόλο παίζουν το ποσοστό των κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής και η εφαρμογή του εκλογικού συστήματος.

Με βάση το ισχύον σύστημα ενισχυμένης αναλογικής, το πρώτο κόμμα λαμβάνει κλιμακωτό μπόνους εδρών, εφόσον πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις.

Στο 25% το μπόνους ξεκινά από τις 20 έδρες και αυξάνεται όσο μεγαλώνει το ποσοστό του πρώτου κόμματος, μέχρι το προβλεπόμενο ανώτατο όριο.

Εάν υποθέσουμε ότι η ΝΔ συγκεντρώνει 25% και τα κόμματα εκτός Βουλής αθροίζουν 8%, η κοινοβουλευτική της δύναμη θα μπορούσε να κινηθεί περίπου στις 96 έδρες.

Το αποτέλεσμα αυτό θα την άφηνε 55 έδρες μακριά από το όριο των 151 που απαιτείται για την απόλυτη πλειοψηφία.

Ακόμη και εάν η Νέα Δημοκρατία διατηρούσε καθαρό προβάδισμα έναντι του δεύτερου κόμματος, θα χρειαζόταν τη συνεργασία άλλων πολιτικών δυνάμεων για να σχηματιστεί κυβέρνηση.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο το εκλογικό ποσοστό.

Είναι η απόσταση ανάμεσα στην εκλογική πρωτιά και τη δυνατότητα άσκησης της εξουσίας.

Τι αλλάζει εάν η ΝΔ φτάσει στο 28% ή στο 30%

Τα σενάρια δεν περιορίζονται στο 25%.

Στην πολιτική συζήτηση εξετάζονται επίσης επιδόσεις της τάξης του 28% και του 30%.

Μια τέτοια άνοδος θα ενίσχυε σημαντικά την κοινοβουλευτική παρουσία της ΝΔ, χωρίς όμως να εξασφαλίζει αυτοδυναμία.

Με την ίδια υπόθεση ότι 8% των ψήφων κατευθύνεται σε κόμματα εκτός Βουλής, η κατανομή των εδρών θα μπορούσε να διαμορφωθεί ενδεικτικά ως εξής:

Ποσοστό πρώτου κόμματος Ενδεικτικές έδρες Απόσταση από τις 151
25% 96 55
28% 107 44
30% 116 35

Οι αριθμοί αποτελούν προσεγγιστικές εκτιμήσεις με συγκεκριμένες παραδοχές και όχι πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος.

Αποκαλύπτουν, ωστόσο, το μέγεθος του προβλήματος.

Ακόμη και με ποσοστό 30%, το πρώτο κόμμα θα μπορούσε να απέχει περίπου 35 έδρες από την αυτοδυναμία.

Συνεπώς, μια εκλογική επίδοση που θα επέτρεπε στον Κυριάκο Μητσοτάκη να υποστηρίξει ότι διατήρησε την πολιτική κυριαρχία της ΝΔ δεν θα εξασφάλιζε αναγκαστικά και τη δυνατότητα σχηματισμού μονοκομματικής κυβέρνησης.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι οι κυβερνητικές συνεργασίες

Το βασικό ερώτημα της επόμενης ημέρας ενδέχεται να μην είναι ποιο κόμμα θα κερδίσει τις εκλογές, αλλά ποια κόμματα θα μπορέσουν να συνεργαστούν.

Εάν η Νέα Δημοκρατία περιοριστεί κοντά στις 100 έδρες, η συγκρότηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας θα απαιτεί τη συμμετοχή άλλων πολιτικών δυνάμεων.

Ανάλογα με την κατανομή των εδρών, θα μπορούσε να χρειαστεί συνεργασία δύο, τριών ή και περισσότερων κομμάτων.

Δεν είναι, όμως, δεδομένο ότι θα απαιτούνται υποχρεωτικά τρία ή τέσσερα κόμματα.

Αυτό θα εξαρτηθεί από τη δύναμη του δεύτερου και του τρίτου κόμματος, αλλά και από το ποιες συνεργασίες θα είναι πολιτικά εφικτές.

Το αριθμητικό άθροισμα των εδρών αποτελεί μόνο την πρώτη προϋπόθεση.

Η δεύτερη και δυσκολότερη είναι η συμφωνία σε ένα κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα.

Η τρίτη αφορά το πρόσωπο που θα αναλάβει την πρωθυπουργία.

Μπορεί ο Μητσοτάκης να παραμείνει πρωθυπουργός χωρίς αυτοδυναμία;

Εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα για το Μέγαρο Μαξίμου.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει συνδέσει την πολιτική του παρουσία με την κυβερνητική σταθερότητα και τη δυνατότητα της ΝΔ να σχηματίζει αυτοδύναμες κυβερνήσεις.

Εάν το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών δεν επιτρέψει την αυτοδυναμία, θα κληθεί να διαχειριστεί μια διαφορετική πραγματικότητα.

Θα πρέπει είτε να αναζητήσει κυβερνητικούς εταίρους είτε να επιμείνει στη διεκδίκηση νέας εκλογικής αναμέτρησης, εφόσον το επιτρέπουν οι πολιτικές και συνταγματικές συνθήκες.

Το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης συνεργασίας με πρωθυπουργό τον ίδιο θα εξαρτηθεί από τις θέσεις των άλλων κομμάτων.

Η πρωτιά δεν δημιουργεί από μόνη της υποχρέωση των υπολοίπων να αποδεχθούν τον αρχηγό του πρώτου κόμματος ως πρωθυπουργό.

Στο ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα, καθοριστικό είναι εάν μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση που απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής.

Επομένως, ακόμη και μια καθαρή εκλογική νίκη μπορεί να συνοδεύεται από δύσκολες πολιτικές διαπραγματεύσεις.

Γιατί έχει σημασία το ποσοστό του δεύτερου κόμματος

Η θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα επηρεαστεί και από τη διαφορά της Νέας Δημοκρατίας από τον δεύτερο.

Εάν η ΝΔ συγκεντρώσει 28% και το δεύτερο κόμμα περιοριστεί σημαντικά χαμηλότερα, η κυβέρνηση θα μπορεί να επικαλεστεί τη διατήρηση ενός σαφούς εκλογικού προβαδίσματος.

Εάν, αντίθετα, το δεύτερο κόμμα κινηθεί στο 21% ή στο 22%, η πολιτική εικόνα θα είναι διαφορετική.

Μια διαφορά έξι ή επτά μονάδων δεν έχει την ίδια πολιτική βαρύτητα με μια διαφορά δεκαπέντε μονάδων.

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία θα έχει το εάν το δεύτερο κόμμα παρουσιάζει ανοδική δυναμική ή εάν η ΝΔ καταγράφει συνεχή εκλογική υποχώρηση.

Σε αυτή την περίπτωση, η συζήτηση για την ηγεσία θα μπορούσε να ενταθεί.

Η εσωκομματική αμφισβήτηση, άλλωστε, δεν καθορίζεται αποκλειστικά από έναν αριθμητικό πήχη.

Επηρεάζεται από τις προσδοκίες, τη συγκυρία και την εκτίμηση των στελεχών για τις δυνατότητες ανάκαμψης του κόμματος.

Η σημασία της μάχης μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πολιτική αναμέτρηση μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, όπως αποτυπώνεται στο υπό εξέταση πολιτικό σενάριο.

Η μεταξύ τους κατάταξη θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο τους συσχετισμούς στην αντιπολίτευση, αλλά και τις δυνατότητες μετεκλογικών συνεργασιών.

Εάν ένα από τα δύο κόμματα αποκτήσει σαφές προβάδισμα έναντι του άλλου, θα ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση.

Εάν, αντίθετα, τα ποσοστά τους κινηθούν κοντά, η αντιπαράθεση για την πολιτική εκπροσώπηση του χώρου θα μπορούσε να συνεχιστεί και μετά τις κάλπες.

Σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει και το τρίτο κόμμα, καθώς οι έδρες του μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμες για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμητικοί συσχετισμοί δεν αρκούν για να προεξοφληθεί μια συνεργασία.

Οι προγραμματικές διαφορές και οι πολιτικές δεσμεύσεις των κομμάτων θα έχουν καθοριστική σημασία.

Τα σενάρια διαδοχής στη Νέα Δημοκρατία

Η συζήτηση για το εκλογικό αποτέλεσμα τροφοδοτεί αναπόφευκτα και τα σενάρια για την επόμενη ημέρα στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.

Ένα ενδεχόμενο αφορά την εκδήλωση εσωκομματικών διεργασιών πριν από τις εκλογές.

Ένα δεύτερο αφορά την έναρξη διαδικασίας διαδοχής μετά από ένα αποτέλεσμα που θα θεωρηθεί ιδιαίτερα αρνητικό.

Το πρώτο σενάριο εμφανίζεται πολιτικά δυσκολότερο, καθώς θα προϋπέθετε σημαντική μεταβολή των εσωκομματικών συσχετισμών πριν από την εκλογική αναμέτρηση.

Το δεύτερο συνδέεται άμεσα με την αποτίμηση της κάλπης.

Εάν η ΝΔ διατηρήσει την πρώτη θέση αλλά καταγράψει μεγάλη απώλεια εκλογικής δύναμης, το ερώτημα θα είναι εάν η πρωτιά αρκεί για να θεωρηθεί επιτυχημένο το αποτέλεσμα.

Εάν επιπλέον αποδειχθεί αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η συζήτηση για την ηγεσία θα μπορούσε να αποκτήσει νέα ένταση.

Προς το παρόν, πάντως, πρόκειται για πολιτικά σενάρια και όχι για ανακοινωμένη διαδικασία διαδοχής.

Ο πήχης δεν αφορά μόνο τον Μητσοτάκη

Η συζήτηση για τις εκλογικές επιδόσεις δεν περιορίζεται στον σημερινό πρωθυπουργό.

Ανάλογα ερωτήματα τίθενται για τον Νίκο Ανδρουλάκη και τον Αλέξη Τσίπρα.

Για τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, καθοριστικό ζήτημα θα είναι η θέση που θα καταλάβει το κόμμα του στην εκλογική κατάταξη.

Μια δεύτερη θέση με ενισχυμένο ποσοστό θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως πολιτική επιτυχία.

Αντίθετα, μια τρίτη θέση, ιδιαίτερα εάν συνοδευτεί από περιορισμένη εκλογική άνοδο, ενδέχεται να προκαλέσει συζητήσεις για τη στρατηγική και την ηγεσία.

Αντίστοιχα, για τον Αλέξη Τσίπρα, η πολιτική αξιολόγηση θα εξαρτηθεί από το εκλογικό αποτέλεσμα, τις προσδοκίες που θα έχουν δημιουργηθεί και τη δυνατότητα της ΕΛΑΣ να επηρεάσει τις μετεκλογικές εξελίξεις.

Η επίκληση της αυτοδυναμίας από οποιονδήποτε πολιτικό αρχηγό δεν αποτελεί από μόνη της δεσμευτικό κριτήριο παραίτησης.

Αυτό που θα μετρήσει είναι η απόσταση ανάμεσα στους στόχους που θα τεθούν προεκλογικά και στο αποτέλεσμα της κάλπης.

Η επόμενη κυβέρνηση μπορεί να είναι δυσκολότερη υπόθεση από την πρώτη θέση

Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα.

Οι επόμενες εκλογές ενδέχεται να μην κριθούν αποκλειστικά από τη μάχη για την πρώτη θέση.

Η δυνατότητα συγκρότησης κυβέρνησης μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερη από τη διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος.

Για τη Νέα Δημοκρατία, το δίλημμα είναι ιδιαίτερα σύνθετο.

Μια εκλογική επίδοση της τάξης του 25% θα συνιστούσε μεγάλη υποχώρηση σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογικές επιτυχίες της.

Ένα αποτέλεσμα κοντά στο 28% ή στο 30% θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερα περιθώρια πολιτικής διαχείρισης, χωρίς όμως να λύνει το πρόβλημα της αυτοδυναμίας.

Για την αντιπολίτευση, η πρόκληση είναι διαφορετική: να μετατρέψει τα εκλογικά ποσοστά σε πραγματική κυβερνητική προοπτική.

Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα παραμείνει στην ηγεσία της ΝΔ μετά τις εκλογές. Είναι εάν το πολιτικό σύστημα θα μπορέσει να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση και με ποιον πρωθυπουργό. Και σε αυτό το ερώτημα, οι 151 έδρες θα έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιονδήποτε προεκλογικό πήχη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ