Την τρίτη θέση στις επόμενες εθνικές εκλογές φέρεται να θέτει ως πολιτικό στόχο η «Συμμαχία Ελλήνων», την οποία υποστηρίζει ο Ηλίας Κασιδιάρης, σύμφωνα με δημοσίευμα που παρουσιάζει εκτιμήσεις για ενδεχόμενη εκλογική ενίσχυση του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου. Το σενάριο κάνει λόγο για 600.000 ψήφους και ποσοστό της τάξης του 11%–12%, που θα μπορούσε αριθμητικά να τον φέρει σε ανταγωνισμό με το ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται, ωστόσο, για εκτιμήσεις και πολιτικούς στόχους που δεν τεκμηριώνονται στο δημοσίευμα με δημοσιοποιημένα στοιχεία αντιπροσωπευτικής δημοσκόπησης.
Το σενάριο για την τρίτη θέση στις εθνικές εκλογές
Μια νέα συζήτηση γύρω από τις πιθανές ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό ανοίγει δημοσίευμα που παρουσιάζει τη «Συμμαχία Ελλήνων» και τον Ηλία Κασιδιάρη να επιδιώκουν σημαντική εκλογική ενίσχυση, με τελικό στόχο την τρίτη θέση στις επόμενες βουλευτικές εκλογές.
Οι σχετικές εκτιμήσεις τοποθετούν την εκλογική αναμέτρηση στον Μάιο του 2027, με την 9η Μαΐου να αναφέρεται ως πιθανή ημερομηνία, χωρίς ωστόσο να υπάρχει επίσημη προκήρυξη εκλογών.
Η πολιτική επιδίωξη που περιγράφεται δεν περιορίζεται στην είσοδο στη Βουλή. Αντίθετα, αφορά την προσπάθεια συγκέντρωσης ενός εκλογικού ποσοστού που θα μπορούσε να μεταβάλει τους συσχετισμούς μεταξύ των κομμάτων.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η εκτίμηση ότι η «Συμμαχία Ελλήνων» μπορεί να αντλήσει υποστήριξη από πολίτες που εμφανίζονται αποστασιοποιημένοι από τα παραδοσιακά κόμματα και αναζητούν διαφορετική πολιτική εκπροσώπηση.
Το κατά πόσο αυτή η εκτίμηση ανταποκρίνεται σε μια πραγματική και μετρήσιμη εκλογική τάση παραμένει ανοιχτό ζήτημα.
Το ΠΑΣΟΚ στο επίκεντρο της εκλογικής σύγκρισης
Το στοιχείο που παρουσιάζει το μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον είναι η σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ.
Στα εκλογικά σενάρια που διατυπώνονται, η Νέα Δημοκρατία τοποθετείται στην περιοχή του 26%–27%, ενώ σε ενδεχόμενο πολιτικό σχήμα υπό τον Αλέξη Τσίπρα αποδίδεται ποσοστό περίπου 16%.
Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται στην περιοχή του 11%–12%.
Ακριβώς αυτό το ποσοστό παρουσιάζεται ως ο μακροπρόθεσμος στόχος της «Συμμαχίας Ελλήνων».
Εφόσον ένας νέος πολιτικός σχηματισμός καταφέρει να προσεγγίσει τέτοια ποσοστά, θα μπορούσε να συμμετάσχει στη διεκδίκηση μιας από τις υψηλότερες θέσεις στην εκλογική κατάταξη.
Ωστόσο, οι συγκεκριμένοι αριθμοί αποτελούν εκτιμήσεις και όχι επιβεβαιωμένη εικόνα από δημοσιοποιημένη δημοσκόπηση με γνωστά μεθοδολογικά στοιχεία.
Επιπλέον, η θέση κάθε κόμματος εξαρτάται από το τελικό ποσοστό όλων των πολιτικών σχηματισμών και όχι αποκλειστικά από τη σύγκριση δύο εκλογικών δυνάμεων.
Από το 5,5% στον στόχο του 11%–12%
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της συζήτησης αφορά τη διαφορά μεταξύ της σημερινής εκτιμώμενης απήχησης και του τελικού εκλογικού στόχου.
Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται εκτίμηση για ποσοστό 5,5% στην πρόθεση ψήφου, το οποίο μετά από αναγωγή τοποθετείται στην περιοχή του 7,5%–8%.
Από εκεί και πέρα, διατυπώνεται η υπόθεση ότι η εκλογική δυναμική θα μπορούσε να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο, φτάνοντας στο 11%–12%.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα μεγάλη μεταβολή.
Για να επιτευχθεί ένα τέτοιο αποτέλεσμα, θα απαιτούνταν σημαντική διεύρυνση της εκλογικής επιρροής του συγκεκριμένου χώρου.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν υπάρχει πράγματι ένα ευρύτερο ακροατήριο που δεν αποτυπώνεται στις σημερινές μετρήσεις ή εάν οι υψηλότερες εκτιμήσεις αντανακλούν κυρίως την πολιτική επιδίωξη του σχηματισμού.
Χωρίς δημοσιοποιημένα στοιχεία για το δείγμα, τη χρονική περίοδο και τη μεθοδολογία των ερευνών, δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα.
Οι 600.000 ψήφοι και ο ρόλος της συμμετοχής
Ο αριθμός των 600.000 ψήφων αποτελεί τον κεντρικό αριθμητικό στόχο του σεναρίου.
Πρόκειται για μια επίδοση που, ανάλογα με τη συνολική εκλογική συμμετοχή και τον αριθμό των έγκυρων ψηφοδελτίων, θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε διψήφιο ποσοστό.
Για παράδειγμα, εάν οι έγκυρες ψήφοι διαμορφώνονταν στα 5,3 εκατομμύρια, οι 600.000 ψήφοι θα αντιστοιχούσαν περίπου στο 11,3%.
Εάν όμως οι έγκυρες ψήφοι έφταναν τα 6 εκατομμύρια, το ίδιο αποτέλεσμα θα αντιστοιχούσε στο 10%.
Η διαφορά αυτή δείχνει πόσο σημαντικός είναι ο παράγοντας της συμμετοχής.
Στα σενάρια που εξετάζονται περιλαμβάνεται και το ενδεχόμενο να προσέλθουν στις κάλπες περισσότεροι πολίτες σε σχέση με προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει συνολικά τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η αύξηση της συμμετοχής θα ευνοούσε υποχρεωτικά κάποιο συγκεκριμένο κόμμα. Αυτό θα εξαρτιόταν από τις πραγματικές επιλογές των ψηφοφόρων.
Η υπόθεση της «κρυφής ψήφου»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ενδεχόμενο ύπαρξης μιας εκλογικής τάσης που δεν καταγράφεται πλήρως από τις δημοσκοπήσεις.
Η σχετική επιχειρηματολογία υποστηρίζει ότι ορισμένοι πολίτες που θα μπορούσαν να ψηφίσουν έναν σχηματισμό υποστηριζόμενο από τον Κασιδιάρη αποφεύγουν να αποκαλύψουν την προτίμησή τους.
Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται συχνά ως «κρυφή ψήφος».
Στη δημοσκοπική έρευνα, η πιθανότητα ορισμένοι ερωτώμενοι να μην εκφράζουν την πραγματική πολιτική τους επιλογή αποτελεί υπαρκτό μεθοδολογικό ζήτημα.
Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιου φαινομένου δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι ένας πολιτικός σχηματισμός διαθέτει μεγαλύτερη εκλογική επιρροή από εκείνη που καταγράφεται.
Για να εκτιμηθεί το πραγματικό μέγεθος μιας τέτοιας απόκλισης απαιτούνται ειδικές έρευνες και επαρκή στατιστικά δεδομένα.
Διαφορετικά, οποιαδήποτε εκτίμηση για «υπόγειο εκλογικό ρεύμα» παραμένει υπόθεση.
Τι συμβαίνει με τους νέους και τους αγρότες
Ένα ακόμη στοιχείο των εκλογικών σεναρίων αφορά την πιθανή απήχηση του Κασιδιάρη σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους νέους ψηφοφόρους, αλλά και στους αγρότες.
Μάλιστα, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι ένας στους τρεις νέους υποστηρίζει τον Κασιδιάρη.
Ένας τέτοιος αριθμός, εάν επιβεβαιωνόταν από αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση, θα αποτελούσε σημαντικό εύρημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν παρουσιάζονται τα απαραίτητα στοιχεία που θα επέτρεπαν την αξιολόγησή του.
Δεν διευκρινίζεται ποια ηλικιακή ομάδα εξετάστηκε, πόσοι πολίτες συμμετείχαν στην έρευνα ή ποια ερώτηση τους τέθηκε.
Το ίδιο ισχύει και για την αναφερόμενη απήχηση στον αγροτικό κόσμο.
Επομένως, οι συγκεκριμένες αναφορές πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μη επιβεβαιωμένες εκτιμήσεις και όχι ως δεδομένη κοινωνική ή εκλογική πραγματικότητα.
Το προηγούμενο των «Σπαρτιατών» το 2023
Σημαντικό ρόλο στην επιχειρηματολογία για την πιθανή εκλογική επιρροή του Κασιδιάρη διαδραματίζει το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του Ιουνίου 2023.
Τότε, οι «Σπαρτιάτες» εξασφάλισαν την είσοδό τους στη Βουλή με ποσοστό περίπου 4,7%, έχοντας προηγουμένως λάβει δημόσια υποστήριξη από τον Ηλία Κασιδιάρη.
Η εξέλιξη εκείνη χρησιμοποιείται ως παράδειγμα της δυνατότητας πολιτικής επιρροής του, παρά τον εγκλεισμό του στη φυλακή.
Ωστόσο, η υπόθεση είχε και σημαντική δικαστική συνέχεια.
Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ακύρωσε το 2025 την εκλογή τριών βουλευτών των «Σπαρτιατών», κρίνοντας ότι ο Κασιδιάρης αποτελούσε τον υποκρυπτόμενο πραγματικό αρχηγό του σχηματισμού.
Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε το ζήτημα της πραγματικής ηγεσίας ενός κόμματος και της εφαρμογής των περιορισμών που προβλέπει η εκλογική νομοθεσία.
Επομένως, το προηγούμενο των «Σπαρτιατών» έχει διπλή σημασία: αφενός καταγράφει μια προηγούμενη εκλογική επίδοση, αφετέρου αναδεικνύει σοβαρά νομικά ζητήματα που μπορούν να επηρεάσουν τη συμμετοχή πολιτικών σχηματισμών στις εκλογές.
Το μεγάλο νομικό ζήτημα για τις επόμενες κάλπες
Πέρα από τα ποσοστά και τις εκλογικές εκτιμήσεις, υπάρχει ένα ζήτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί.
Αφορά τη δυνατότητα συμμετοχής στις εθνικές εκλογές ενός πολιτικού σχηματισμού που συνδέεται με τον Ηλία Κασιδιάρη.
Ο Κασιδιάρης έχει καταδικαστεί για την υπόθεση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή.
Η ελληνική εκλογική νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την ανακήρυξη των κομματικών συνδυασμών, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαπίστωση της πραγματικής ηγεσίας τους.
Συνεπώς, ακόμη και αν ένας σχηματισμός εμφανίζει εκλογική απήχηση, αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι θα μπορέσει να συμμετάσχει στις κάλπες.
Η σχετική κρίση ανήκει στα αρμόδια δικαστικά όργανα.
Αυτός είναι ένας παράγοντας που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός για οποιοδήποτε μελλοντικό εκλογικό σχέδιο.
Η αντισυστημική ψήφος και η πολιτική της σημασία
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και το ευρύτερο ζήτημα της αντισυστημικής ψήφου.
Πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει διαφορετικές μορφές πολιτικής δυσαρέσκειας και αμφισβήτησης των καθιερωμένων κομματικών επιλογών.
Η δυσαρέσκεια αυτή μπορεί να συνδέεται με την οικονομία, την ακρίβεια, τη λειτουργία των θεσμών, την εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα ή άλλες κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες.
Ωστόσο, οι πολίτες που εκφράζουν τέτοιες απόψεις δεν αποτελούν απαραίτητα ένα ενιαίο εκλογικό σώμα.
Ούτε προκύπτει ότι ένας συγκεκριμένος πολιτικός χώρος αποτελεί τον αποκλειστικό εκφραστή τους.
Η εκλογική συμπεριφορά επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων η αξιοπιστία των κομμάτων, οι πολιτικές προτάσεις, τα πρόσωπα και οι συνθήκες της εκάστοτε αναμέτρησης.
Αυτό σημαίνει ότι η ύπαρξη πολιτικής δυσαρέσκειας δεν μπορεί να μεταφραστεί αυτομάτως σε συγκεκριμένο ποσοστό για έναν εκλογικό σχηματισμό.
Θα μπορούσε να αλλάξει η μάχη για την τρίτη θέση;
Η πιθανότητα εμφάνισης ενός νέου ισχυρού πολιτικού σχηματισμού αποτελεί πάντοτε παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες.
Στην περίπτωση της «Συμμαχίας Ελλήνων», το σενάριο για 600.000 ψήφους και ποσοστό 11%–12% παρουσιάζεται ως εκλογικός στόχος που θα την έφερνε σε ανταγωνισμό με το ΠΑΣΟΚ.
Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχουν στα στοιχεία που παρουσιάζονται επαρκείς δημοσκοπικές αποδείξεις ότι αυτός ο στόχος ανταποκρίνεται στην πραγματική εκλογική δυναμική.
Παράλληλα, παραμένει κρίσιμο το νομικό πλαίσιο συμμετοχής στις εκλογές.
Η επόμενη περίοδος θα δείξει εάν θα υπάρξουν δημοσιοποιημένες μετρήσεις που θα καταγράφουν συγκεκριμένη απήχηση του σχηματισμού και εάν θα αποσαφηνιστούν οι προϋποθέσεις ενδεχόμενης εκλογικής συμμετοχής του.
Το πολιτικό ενδιαφέρον, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στον στόχο της τρίτης θέσης, αλλά στο κατά πόσο οι εκτιμήσεις για ένα ευρύτερο αντισυστημικό ακροατήριο μπορούν να επιβεβαιωθούν με πραγματικά στοιχεία και να αποκτήσουν εκλογική έκφραση.



