Η «βόμβα» Σαμαρά που μπορεί να αλλάξει τις εκλογές: Ποιον απειλεί πραγματικά ένα νέο κόμμα και τι μπορεί να συμβεί την επόμενη μέρα

Η πιθανή κάθοδος του Αντώνη Σαμαρά στις επόμενες εθνικές εκλογές με νέο πολιτικό φορέα δεν θα αποτελούσε απλώς την εμφάνιση ακόμη ενός κόμματος στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν όχι μόνο τα ποσοστά των κομμάτων, αλλά κυρίως το ερώτημα της κυβερνησιμότητας της χώρας μετά τις κάλπες.

Και αυτό γιατί ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι ένας καινούργιος παίκτης που επιχειρεί να βρει χώρο στο πολιτικό σύστημα. Είναι πρώην πρωθυπουργός, πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και πολιτικός με συγκεκριμένες θέσεις και αναγνωρίσιμο ακροατήριο.

Τα τελευταία ρεπορτάζ μάλιστα φέρουν τον πρώην πρωθυπουργό να επιταχύνει τις διεργασίες, με τον Σεπτέμβριο να εμφανίζεται ως πιθανό χρονικό σημείο για την ανακοίνωση της νέας πολιτικής πρωτοβουλίας.

Εάν τελικά κάνει το βήμα, το πραγματικό ερώτημα δεν θα είναι απλώς «πόσο θα πάρει ο Σαμαράς».

Το κρίσιμο ερώτημα θα είναι από ποιους θα πάρει αυτό το ποσοστό.

Το πρώτο και μεγαλύτερο πρόβλημα για τη Νέα Δημοκρατία

Είναι σχεδόν αυτονόητο ότι ένα κόμμα με επικεφαλής τον Αντώνη Σαμαρά θα επιχειρήσει να τοποθετηθεί πολιτικά στα δεξιά της σημερινής Νέας Δημοκρατίας, με ιδιαίτερη έμφαση στα εθνικά θέματα, στην ασφάλεια, στο μεταναστευτικό, στην εξωτερική πολιτική και σε ένα περισσότερο παραδοσιακό ιδεολογικό προφίλ.

Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη δεξαμενή ψηφοφόρων στην οποία θα απευθυνθεί θα βρίσκεται αναπόφευκτα μέσα ή γύρω από τη Νέα Δημοκρατία.

Και εδώ βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Ένα νέο κόμμα δεν χρειάζεται απαραίτητα να συγκεντρώσει 15% ή 20% για να προκαλέσει πολιτικό σεισμό. Αρκεί να αφαιρέσει μερικές κρίσιμες μονάδες από τη Νέα Δημοκρατία.

Αν δηλαδή η παρουσία Σαμαρά μειώσει αισθητά την εκλογική δύναμη της ΝΔ, τότε μπορεί να απομακρύνει ακόμη περισσότερο το ενδεχόμενο αυτοδυναμίας και να μετατρέψει τις επόμενες εκλογές σε αναμέτρηση αναζήτησης κυβερνητικών συνεργασιών.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επιμείνει στη στρατηγική της αυτοδυναμίας και έχει τοποθετήσει χρονικά τις κάλπες προς το τέλος της τετραετίας.

Η εμφάνιση όμως ενός ανταγωνιστικού κόμματος στα δεξιά θα έκανε αυτή την εξίσωση σαφώς δυσκολότερη.

Υπάρχει πράγματι εκλογική «δεξαμενή»;

Οι πρώτες δημοσκοπικές ενδείξεις δείχνουν ότι υπάρχει χώρος που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς.

Σε δημοσκόπηση της Interview που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο καταγράφηκε δυνητική εκλογική βάση για ένα κόμμα Σαμαρά, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι όλοι όσοι δηλώνουν θετικοί στο ενδεχόμενο θα το ψηφίσουν τελικά στην κάλπη.

Και αυτή είναι μια πολύ σημαντική διάκριση.

Άλλο η απάντηση σε μια δημοσκόπηση ότι «θα μπορούσα να ψηφίσω» ένα κόμμα και εντελώς διαφορετικό η πραγματική ψήφος.

Όμως ακόμη και ένα σαφώς μικρότερο τελικό ποσοστό θα μπορούσε να έχει μεγάλη πολιτική σημασία.

Ένα κόμμα Σαμαρά που θα έμπαινε με άνεση στη Βουλή θα δημιουργούσε έναν ακόμη ισχυρό πόλο στον ήδη κατακερματισμένο χώρο δεξιότερα της ΝΔ.

Το δεύτερο πρόβλημα: η μάχη στα δεξιά

Η δημιουργία ενός τέτοιου κόμματος δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα μόνο στη Νέα Δημοκρατία.

Θα προκαλούσε ανακατανομή ολόκληρης της δεξιάς και συντηρητικής ψήφου.

Οι ψηφοφόροι που σήμερα βρίσκονται σε μικρότερα κόμματα δεξιότερα της ΝΔ θα αποκτούσαν μια διαφορετική επιλογή: έναν πρώην πρωθυπουργό με κυβερνητική εμπειρία, αναγνωρισιμότητα και δυνατότητα να εμφανιστεί όχι ως ψήφος διαμαρτυρίας αλλά ως πρόταση με φιλοδοξία ευρύτερης πολιτικής παρέμβασης.

Εκεί βρίσκεται ένα από τα πιθανά πλεονεκτήματα του Αντώνη Σαμαρά.

Δεν χρειάζεται να «χτιστεί» πολιτικά από την αρχή.

Το όνομά του είναι ήδη γνωστό στο σύνολο σχεδόν του εκλογικού σώματος.

Από την άλλη πλευρά, αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και μειονέκτημα: οι πολίτες έχουν ήδη σχηματισμένη άποψη για τον ίδιο, θετική ή αρνητική. Δεν πρόκειται για ένα νέο πολιτικό πρόσωπο πάνω στο οποίο μπορούν να προβληθούν εύκολα προσδοκίες χωρίς προηγούμενο πολιτικό φορτίο.

Το πραγματικό όπλο του Σαμαρά μπορεί να μην είναι το ποσοστό του

Υπάρχει όμως και μία άλλη παράμετρος που συχνά υποτιμάται.

Το σημαντικότερο στοιχείο ενός νέου κόμματος Σαμαρά μπορεί τελικά να μην είναι το ποσοστό που θα καταγράψει στις δημοσκοπήσεις.

Μπορεί να είναι τα πρόσωπα που θα τον ακολουθήσουν.

Ήδη έχουν υπάρξει δημοσιεύματα για επαφές με παλαιότερα και άλλα στελέχη της ευρύτερης Κεντροδεξιάς, καθώς και για την προσπάθεια συγκρότησης ψηφοδελτίων.

Αν το εγχείρημα περιοριστεί σε πολιτικούς που βρίσκονται εδώ και χρόνια εκτός πρώτης γραμμής, η δυναμική του μπορεί να έχει συγκεκριμένο ταβάνι.

Αν όμως δημιουργηθεί η εικόνα μετακίνησης ενεργών στελεχών ή ενός ευρύτερου ρεύματος από τη ΝΔ προς το νέο κόμμα, τότε η πολιτική πίεση προς το κυβερνών κόμμα θα είναι πολύ μεγαλύτερη.

Γιατί τότε δεν θα μιλάμε απλώς για ένα νέο ψηφοδέλτιο.

Θα μιλάμε για εσωτερική αναδιάταξη της ελληνικής Κεντροδεξιάς.

Το παράδοξο: μπορεί να κερδίσει χωρίς να διεκδικεί την πρώτη θέση

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σενάριο.

Ο Αντώνης Σαμαράς δεν χρειάζεται να πλησιάσει τη Νέα Δημοκρατία για να επηρεάσει αποφασιστικά τις εξελίξεις.

Ας υποθέσουμε ότι ένα νέο κόμμα καταγράφει ένα μεσαίο μονοψήφιο ποσοστό. Από μόνο του αυτό δεν το καθιστά κόμμα εξουσίας.

Μπορεί όμως να αποδειχθεί αρκετό ώστε η ΝΔ να χάσει πολύτιμες μονάδες και η πρώτη κάλπη να μην παράγει καθαρή κυβερνητική λύση.

Τότε ολόκληρη η συζήτηση αλλάζει.

Από το «ποιος θα κερδίσει τις εκλογές» περνάμε στο:

«ποιος μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση;»

Και εκεί μπορεί να αρχίσουν τα πραγματικά δύσκολα.

Η επόμενη ημέρα μπορεί να γίνει πολύ περίπλοκη

Εάν οι εκλογές οδηγήσουν σε Βουλή με περισσότερα κόμματα και χωρίς αυτοδύναμη κυβέρνηση, θα αρχίσει αναπόφευκτα η συζήτηση για συνεργασίες.

Και τότε θα τεθούν ερωτήματα που σήμερα μοιάζουν θεωρητικά.

Θα μπορούσε ένα κόμμα Σαμαρά να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία;

Θα έθετε όρους;

Θα δεχόταν κυβέρνηση υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

Θα μπορούσε να ζητήσει αλλαγή πολιτικής σε συγκεκριμένους τομείς;

Ή μήπως οι πολιτικές και προσωπικές σχέσεις θα καθιστούσαν μια τέτοια συνεργασία εξαιρετικά δύσκολη;

Κανείς σήμερα δεν μπορεί να δώσει ασφαλή απάντηση.

Αυτό ακριβώς όμως είναι που κάνει το ενδεχόμενο κόμμα Σαμαρά τόσο σημαντικό.

Μπορεί να δημιουργήσει νέα αριθμητική χωρίς να υπάρχει εύκολη πολιτική λύση για αυτή την αριθμητική.

Και το ΠΑΣΟΚ;

Υπάρχει μάλιστα μια παράδοξη πιθανότητα.

Ένα κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να βοηθήσει έμμεσα το ΠΑΣΟΚ χωρίς να του μετακινήσει σχεδόν κανέναν ψηφοφόρο.

Πώς;

Αποδυναμώνοντας τη Νέα Δημοκρατία.

Εάν η ΝΔ χάσει ψήφους προς τα δεξιά, η απόσταση από το δεύτερο κόμμα μπορεί να περιοριστεί ακόμη και χωρίς εντυπωσιακή άνοδο του δεύτερου.

Παράλληλα, όσο δυσκολότερη γίνεται η αυτοδυναμία τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά ένα κόμμα που θα μπορούσε δυνητικά να συμμετάσχει σε κυβερνητικές συνεννοήσεις.

Άρα η είσοδος Σαμαρά στο παιχνίδι μπορεί να προκαλέσει συνέπειες ακόμη και σε πολιτικούς χώρους από τους οποίους δεν θα αντλήσει σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων.

Το μεγαλύτερο ερώτημα: υπάρχει χώρος για μια νέα μεγάλη Δεξιά;

Αυτό τελικά είναι το στοίχημα.

Υπάρχει στην Ελλάδα ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος που θεωρεί ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει μετακινηθεί υπερβολικά προς το Κέντρο και αναζητά μια περισσότερο παραδοσιακή, πατριωτική και συντηρητική πολιτική έκφραση;

Αν η απάντηση είναι ναι, τότε ο Αντώνης Σαμαράς έχει χώρο.

Αν όμως αυτό το ακροατήριο είναι ήδη κατανεμημένο σε αρκετά κόμματα και δεν επιθυμεί να συσπειρωθεί γύρω από έναν πρώην πρωθυπουργό, τότε το εγχείρημα μπορεί να περιοριστεί σε ένα σαφώς μικρότερο ποσοστό.

Και υπάρχει ακόμη ένας καθοριστικός παράγοντας: τα νέα πρόσωπα.

Για να αποκτήσει προοπτική ένα καινούργιο κόμμα δεν αρκεί να συγκεντρώσει πολιτικούς του παρελθόντος. Χρειάζεται να δημιουργήσει την εντύπωση ότι διαθέτει πρόταση για το μέλλον.

Εκεί πιθανότατα θα κριθεί μεγάλο μέρος της επιτυχίας ή της αποτυχίας του εγχειρήματος.

Ο Σαμαράς μπορεί να αλλάξει τις εκλογές ακόμη και χωρίς να τις κερδίσει

Αυτή είναι ίσως η ουσία της υπόθεσης.

Εάν τελικά ο Αντώνης Σαμαράς ανακοινώσει κόμμα και κατέβει στις εθνικές εκλογές, δεν χρειάζεται να διεκδικήσει την πρωτιά για να αλλάξει δραματικά το πολιτικό σκηνικό.

Αρκεί να πετύχει τρία πράγματα:

να μπει με ασφάλεια στη Βουλή, να αφαιρέσει ένα υπολογίσιμο τμήμα ψηφοφόρων από τη Νέα Δημοκρατία και να καταφέρει να εμφανιστεί ως σοβαρός πολιτικός πόλος και όχι απλώς ως προσωπική σύγκρουση με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Εάν συμβούν αυτά, η αυτοδυναμία της ΝΔ γίνεται δυσκολότερη, ο κατακερματισμός της Βουλής μεγαλώνει και το ερώτημα των κυβερνητικών συνεργασιών αποκτά τεράστια σημασία.

Και ίσως εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης:

ο Αντώνης Σαμαράς μπορεί να μην είναι ο άνθρωπος που θα κερδίσει τις εκλογές, αλλά να αποδειχθεί ο άνθρωπος που θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό το αποτέλεσμα και –κυρίως– την επόμενη ημέρα τους.

Γι’ αυτό και, εφόσον τελικά το κόμμα ανακοινωθεί, η πρώτη δημοσκόπηση που θα μετρήσει πραγματικό και όχι υποθετικό πολιτικό φορέα θα έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από τις σημερινές μετρήσεις δυνητικής ψήφου.

Τότε θα αρχίσουμε να βλέπουμε εάν πρόκειται για μία ακόμη προσθήκη στον κατακερματισμένο πολιτικό χάρτη ή για μια εξέλιξη ικανή να αλλάξει πραγματικά τους συσχετισμούς εξουσίας στην Ελλάδα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ